Την οριακή κατάσταση που, όπως υποστηρίζουν, έχει διαμορφωθεί στο Νοσοκομείο Χίου, ανέδειξαν μέσα από συνέντευξη Τύπου τα μέλη του ΣΕΣΝΟΧ, καταγγέλλοντας σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, εξάντληση των εργαζομένων και περιστατικά έντασης που, ολοένα συχνότερα, εκτονώνονται σε βάρος των νοσηλευτών και του λοιπού προσωπικού.
Πρώτη έλαβε τον λόγο η Ολυμπία Κουβαρά, η οποία απέδωσε τη δημόσια παρέμβαση του σωματείου στην πλήρη απουσία ουσιαστικής ενίσχυσης του νοσηλευτικού ιδρύματος. Όπως τόνισε, η ανακοίνωση που εξέδωσε το σωματείο είχε στόχο να ενημερώσει την τοπική κοινωνία και τους επισκέπτες του νησιού για την πραγματική εικόνα που επικρατεί, υπογραμμίζοντας ότι «τα τμήματα και οι κλινικές του νοσοκομείου δουλεύουν κάτω από το όριο ασφαλείας».
Σύμφωνα με την ίδια, οι μεγάλες καθυστερήσεις στα επείγοντα, η πολύωρη αναμονή για διαγνωστικές εξετάσεις και η αδυναμία άμεσης ανταπόκρισης του προσωπικού σε κάθε ανάγκη, δημιουργούν ένα εκρηκτικό περιβάλλον τόσο για τους πολίτες όσο και για τους εργαζομένους. Η Ολυμπία Κουβαρά σημείωσε ότι, παρά την υπερπροσπάθεια που καταβάλλεται καθημερινά από νοσηλευτές, τραυματιοφορείς και ακτινοχειριστές, η αγανάκτηση του κόσμου καταλήγει πολλές φορές σε λεκτικές επιθέσεις και εντάσεις απέναντι στους ίδιους τους εργαζομένους.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, μάλιστα, στο γεγονός ότι το προσωπικό δεν μπορεί να σηκώσει ευθύνες που δεν του αναλογούν, ξεκαθαρίζοντας πως «δεν φταίνε οι νοσηλευτές, δεν φταίνε οι τραυματιοφορείς, δεν φταίνε οι ακτινοχειριστές». Όπως ανέφερε, οι ευθύνες βαραίνουν την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, την κυβέρνηση και τις διοικήσεις που, επί σειρά ετών, δεν φρόντισαν για την κάλυψη των κενών και τη στοιχειώδη ενίσχυση των τμημάτων.
Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε τις συνθήκες που διαμορφώνονται καθημερινά στα ΤΕΠ, όπου οι ασθενείς αναμένουν επί ώρες. Αυτό, όπως εξήγησε, προκαλεί πρόσθετη ένταση, καθώς όσοι περιμένουν επί μακρόν θεωρούν ότι παρακάμπτονται, με αποτέλεσμα να ξεσπούν στο προσωπικό. Την ίδια ώρα, έκανε λόγο για εξαντλημένα όρια αντοχής, με δεκάδες οφειλόμενες ημέρες αδείας και συσσωρευμένα ρεπό, προειδοποιώντας ότι η κατάσταση δεν θα μπορέσει να διατηρηθεί για πολύ ακόμη, ιδίως ενόψει της θερινής περιόδου, όταν ο πληθυσμός του νησιού αυξάνεται σημαντικά.
Ο Γιάννης Κουτσοδόντης συνέδεσε, μάλιστα, την υποστελέχωση όχι μόνο με την εργασιακή εξουθένωση, αλλά και με τον κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, σε ένα περιβάλλον όπου η κοινωνική πίεση εντείνεται. Όπως τόνισε, η μη κάλυψη των κενών και η απουσία ουσιαστικής ιεράρχησης των αναγκών του νοσοκομείου έχουν οδηγήσει πλέον σε σημείο οριακό, με τις επιπτώσεις να αφορούν κρίσιμες μονάδες.
Αναφερόμενος σε πρόσφατη παρέμβαση του σωματείου στο Διοικητικό Συμβούλιο του νοσοκομείου, ο Γιάννης Κουτσοδόντης σημείωσε ότι η απάντηση που έλαβαν ήταν πως δεν υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι για ενίσχυση με επικουρικό προσωπικό, καθώς προηγήθηκαν άλλες ανάγκες. Το σωματείο, ωστόσο, απορρίπτει αυτή τη λογική, επιμένοντας ότι, αν υπάρχει πρόθεση να διατηρηθεί στοιχειώδης ασφάλεια για ασθενείς και προσωπικό, απαιτούνται άμεσες προσλήψεις και ουσιαστική ενίσχυση.
Στη συνέχεια, η Μαρία Σαραντινούδη έδωσε ακόμη πιο δραματικό τόνο στην αποτύπωση της κατάστασης, σημειώνοντας ότι οι εργαζόμενοι έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει για την πορεία αποδιάρθρωσης του νοσοκομείου, χωρίς να εισακουστούν. Όπως ανέφερε, το σωματείο είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν για υπερβολή και στείρα συνδικαλιστική κριτική, όμως τα σημερινά δεδομένα, όπως υποστήριξε, επιβεβαιώνουν με τον πιο σκληρό τρόπο τις προειδοποιήσεις του. Χαρακτηριστικά δήλωσε ότι «η τάση φυγής του νοσηλευτικού προσωπικού είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο».
Στο πιο ανησυχητικό ίσως σημείο της τοποθέτησής της, η ίδια προειδοποίησε ότι η ΜΕΘ βρίσκεται πλέον σε κατάσταση άμεσου κινδύνου, υπογραμμίζοντας ότι «η ΜΕΘ είναι ένα βήμα πριν το κλείσιμο». Όπως εξήγησε, δύο αποχωρήσεις προσωπικού είναι αδύνατον να αναπληρωθούν χωρίς να αποδυναμωθούν άλλα τμήματα, γεγονός που δημιουργεί αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρη τη λειτουργία του νοσοκομείου.
Η Μαρία Σαραντινούδη επισήμανε ότι σε συνθήκες έντασης το προσωπικό μένει ουσιαστικά εκτεθειμένο, ενώ ακόμη και όταν καλείται η αστυνομία, δεν είναι πάντοτε εφικτή η άμεση παρέμβαση. Με σαφή προειδοποιητικό τόνο υπογράμμισε ότι «προς το παρόν, την έχουμε γλιτώσει φθηνά», για να προσθέσει αμέσως μετά ότι «αν έχουμε κάτι πιο σοβαρό, δεν θα τρέχει η διοίκηση, θα τρέχει το προσωπικό».
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.