#Τουρισμός

Αλιευτικός τουρισμός στη Χίο και το Αιγαίο σήμερα: Φολκλορικός έναντι φιλοσοφημένου (sophisticated) τουρισμού

«Σπεύδε βραδέως»! Ήταν το εραλδικό motto (ρητό) της παλαιάς Χιώτικης οικογένειας των Αργέντηδων το οποίο αποτύπωνε την αριστοκρατική τους σύνεση: τη στρατηγική επιλογή να ενεργείς με ταχύτητα αλλά χωρίς βιασύνη, μεθοδικά και με βαθιά σκέψη. Στο παρόν κείμενο θα αποπειραθώ να συνδέσω την αρχοντική κληρονομιά της Χίου με τη σύγχρονη τουριστική της στρατηγική. Επιχειρηματολογώ ότι η Χίος, ακολουθώντας αυτή την εγγενή της αρχοντική σύνεση, αν και καθυστέρησε να μπει στον αλιευτικό τουρισμό σε σχέση με άλλους, πιο «βιαστικούς» μεσογειακούς τουριστικούς προορισμούς, εντούτοις αυτή η καθυστέρηση αποδεικνύεται τελικά το μεγαλύτερο στρατηγικό της πλεονέκτημα.

Το φετινό δροσερό καλοκαίρι που διανύουμε ανέτειλε ο αλιευτικός τουρισμός στη Χίο. Ήταν ο σωστός καιρός μετά την πρόσφατη αλλαγή στο νομοθετικό πλαίσιο. H χρονική συγκυρία είναι όντως ιδανική, καθώς το θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα για τον αλιευτικό τουρισμό έχει περάσει από σημαντικές αναθεωρήσεις και εκσυγχρονισμούς τα τελευταία χρόνια, με σκοπό ακριβώς να ξεκολλήσει από τη στείρα γραφειοκρατία του παρελθόντος και να ανοίξει τον δρόμο για πιο βιώσιμα και ελκυστικά μοντέλα. Κάποιες αλλαγές: Yπάρχει επιτέλους η δυνατότητα του τουρίστα να ψαρέψει. Στο παλιό καθεστώς υπήρχε μια γκρίζα ζώνη για το αν οι επιβάτες επιτρέπεται να αγγίξουν τα εργαλεία. Οι πρόσφατες ρυθμίσεις ξεκαθάρισαν το τοπίο:

- οι τουρίστες επιτρέπεται πλέον να συμμετέχουν ενεργά στην αλιευτική δραστηριότητα. Ο πελάτης μπορεί να κρατήσει το καλάμι, να νιώσει το ψάρι και να ζήσει την εμπειρία.

-η Ευρωπαϊκή Ένωση ενθαρρύνει την χρήση βυθομέτρων ψηφιακής τεχνολογίας μέσα από επιδοτούμενα προγράμματα εκσυγχρονισμού των επαγγελματικών σκαφών που δραστηριοποιούνται στον αλιευτικό τουρισμό

-Το πλαίσιο επιτρέπει (και επιβάλλει) τα ψάρια που πιάνουν οι τουρίστες να μαγειρεύονται και να καταναλώνονται πάνω στο σκάφος ή να μοιράζονται στους επιβαίνοντες για προσωπική χρήση. Τα ψάρια που πιάνει ο τουρίστας με το καλάμι κατά τη διάρκεια του τουριστικού δρομολογίου δεν μπορούν να πουληθούν στην ιχθυόσκαλα από τον καπετάνιο. Ο παραπάνω περιορισμός υποδεικνύει ένα οικολογικό τουριστικό αφήγημα όπου η κερδοφορία βγαίνει από το εισιτήριο μιας πολυτελούς/ premium εμπειρίας και όχι από τα κιλά των ψαριών. Υπό αυτήν την αειφόρα προοπτική, η εξωτική, δυστυχώς ακόμα στην καθ’ ημάς Ανατολή, αγγλοσαξονική ιδέα της απελευθέρωσης  (Catch & Release) όχι μόνο επιτρέπεται, αλλά αν ο καπετάνιος το πλασάρει ως μέρος της οικολογικής ταυτότητας του σκάφους, απογειώνει το brand name της επιχείρησης σε ξένους, συνειδητοποιημένους τουρίστες.

Όλα ξεκίνησαν με την οικογένεια του «Μαυροκλείτη» (Mavroklitis Fishing Tours) τον Ιούνιο του 2026. Ο προσκεκλημένος δημοσιογράφος Δημήτρης Σταθόπουλος σε ένα μικρό σημείωμα στην επιδραστική ιστοσελίδα travel.gr περιέγραψε την εμπειρία του:

Στο μουράγιο μάς περίμενε ο Μιχάλης Μαυροκλείτης, ο πατέρας, με τα τρία παιδιά του, τον Ταξιάρχη, τον Νίκο και τον Γιάννη, μπροστά στο σκάφος που φέρει το όνομα της οικογένειας. Το φυλλάδιό τους τα λέει όλα σε μια φράση: «Γίνε ψαράς για μία μέρα!»: Επαγγελματίες ψαράδες παίρνουν επισκέπτες στο σκάφος και παρακολουθούν από κοντά την πραγματική δουλειά. Δίχτυα, παραγάδια, η ψαριά που έρχεται στο κατάστρωμα και, στο τέλος, στο τραπέζι. Πανευρωπαϊκά προβάλλεται ως ήπια μορφή τουρισμού που κρατά τους ψαράδες στη θάλασσα με λιγότερη πίεση στα αποθέματα. Έτσι και το πρόγραμμα της οικογένειας Μαυροκλείτη: Συμμετοχή σε πραγματικό ψάρεμα, γνωριμία με τη θαλάσσια ζωή του τόπου, στάσεις για κολύμπι σε παραλίες που τις προσεγγίζεις μόνο από τη θάλασσα, και μεζέδες από το δίχτυ στο πιάτο.

Ο σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να περιγράψει όχι απλώς έναν «εμπλουτισμό» του παραδοσιακού μοντέλου, αλλά μια πλήρη αναβάθμιση του αλιευτικού τουρισμού από μια παθητική παρατήρηση σε μια βιωματική, τεχνολογικά προηγμένη και φιλοσοφημένη εμπειρία. Το παραδοσιακό μοντέλο (βλέπω τα δίχτυα, κολυμπάω, τρώω) έχει την αυθεντική του γοητεία, αλλά απευθύνεται σε έναν αδιαφοροποίητο τουρισμό που γρήγορα θα απολέσει το ενδιαφέρον του. Το παραδοσιακό μάζεμα των διχτυών δεν προσφέρει τη ζωντανή αδρεναλίνη της προσωπικής επιτυχίας και επιπλέον, όπως και το μάζεμα του παραγαδιού απαιτούν κούραση.

 Η παραδοσιακή νοοτροπία του αλιευτικού τουρισμού με  δίχτυα και παραγάδια είναι ένα πρόσφατο ιστορικό μονοπάτι, στο δρόμο της "επινόησης της παράδοσης" που ενισχύεται από μια άκριτη επιστροφή σε ένα δήθεν ειδυλλιακό παρελθόν. Αυτό που περιγράφω ως «επινόηση της παράδοσης», κατά τον εύστοχο όρο του κορυφαίου Ιστορικού Έρικ Χόμπσμπαουμ στο βιβλίο «The Invention of Tradition», είναι ακριβώς ο μηχανισμός με τον οποίο ο σύγχρονος τουρισμός κατασκευάζει ένα βαθιά ανιστορικό και αποστειρωμένο  παρελθόν για να το πουλήσει ως καταναλωτικό προϊόν. Η παρουσίαση του ψαρέματος με τα δίχτυα στον τουρίστα ως μια «ρομαντική, αρχέγονη τελετουργία» είναι μια καθαρή ιστορική διαστρέβλωση: Η πραγματικότητα του επαγγέλματος ιστορικά, ως παραδοσιακό ψάρεμα με δίχτυα ή παραγάδια, ήταν μια σκληρή, εξαντλητική και συχνά βάναυση βιοπάλη. Δεν είχε τίποτα το ειδυλλιακό. Ήταν μια μάχη επιβίωσης με τα στοιχεία της φύσης. Τα νάιλον δίχτυα, τα βιντζιά, οι πανίσχυρες μηχανές και τα σύγχρονα μέσα, που οδήγησαν στην υπεραλίευση και στην ερήμωση των μεσογειακών βυθών, δεν αποτελούν «παράδοση». Είναι τα παράγωγα της εκβιομηχάνισης και της καπιταλιστικής εντατικοποίησης της αλιείας του 20ού αιώνα. Όταν λοιπόν ο αλιευτικός τουρισμός περιορίζεται στο να μετατρέπει τον τουρίστα σε θεατή αυτής της διαδικασίας (το ανέβασμα των διχτυών), ουσιαστικά ρομαντικοποιεί ένα μοντέλο που συνέβαλε στην κρίση των θαλασσών μας, παρουσιάζοντάς το ως «αγνό».

 Ιδανικό πρίσμα για να αποδομηθεί αυτή η ψευδο-παράδοση  είναι μια νουβέλα του Χιώτη Γιάννη Μακριδάκη, το «Λαγού μαλλί», ένα βιβλίο που πραγματεύεται την αλλοτρίωση της ψαροσύνης και την καταστροφή της σχέσης του σύγχρονου ψαρά με τη φύση.  Στο «Λαγού μαλλί», ο Μακριδάκης δείχνει ακριβώς πώς ο άνθρωπος της υπαίθρου παγιδεύεται στην ψευδαίσθηση του εύκολου κέρδους, χάνοντας την οργανική του σχέση με τη γη και τη θάλασσα, κυνηγώντας τελικά «λαγού μαλλί» – δηλαδή το τίποτα, μια χίμαιρα. Αυτό συμβαίνει και με τον απλοϊκό αλιευτικό τουρισμό: Υπόσχεται μια «επιστροφή στις ρίζες», αλλά προσφέρει μια ωραιοποίηση, τη μετατροπή σε ένα Ντισνεϊοποιημένο Λούνα Παρκ . Ο παραδοσιακός ψαράς μετατρέπεται από παραγωγό και γνώστη της θάλασσας σε έναν «ηθοποιό» που παίζει τον ρόλο του εαυτού του για να διασκεδάσει τον ξένο επισκέπτη.

Μια πραγματική απάντηση που σπάει αυτόν τον ανιστορικό κύκλο και δεν προσποιείται είναι αυτή που δεν θα πει ψέματα στον τουρίστα ότι ζει στο 1950 αποφεύγοντας να του πουλήσει φολκλόρ. Η εμμονή σε μια κατασκευασμένη, «μουσειακή» παράδοση εμποδίζει εξίσου και τον επαγγελματία και τον/την τουρίστα να προχωρήσει σε μια ουσιαστική, βιώσιμη εξέλιξη.  Το να μπολιαστεί  το παραδοσιακό μοντέλο του αλιευτικού τουρισμού με μια φιλοσοφία  επιλεκτικής αλιείας και  ψηφιακής παρατήρησης, πέρα από μια πράξη χειραφέτησης του αυθεντικού επαγγελματία ψαρά  θα είχε σημαντικό οικονομικό όφελος, πολλαπλασιάζοντας τους δυνητικούς πελάτες.

Το Μοντέλο αλιευτικού τουρισμού Dapiran/Μαχαιρά έναντι φολκλορικού αλιευτικού τουρισμού

Η ονοματοδοσία του εναλλακτικού μοντέλου που αντιπαρατίθεται στον παραδοσιακό αλιευτικό τουρισμό οφείλεται στην γνωριμία μου με το συγγραφικό έργο του Ιταλού δύτη Giorgio Dapiran που είναι για τους Μεσογειακούς δύτες ό,τι ο Γιόχαν Κρόιφ για το ποδόσφαιρο: ένας κορυφαίος αθλητής που εξελίχθηκε σε έναν βαθιά φιλοσοφημένο θεωρητικό, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα ψάρια  στην ελεύθερη κατάδυση. Αξεχώριστα επωφελήθηκα από μια πρώιμη συζήτηση με τον Καπτα-Μιχάλη Μαχαιρά, τότε που αποφάσισε να επιστρέψει στο επάγγελμα του αείμνηστου πια πατέρα του. Την θυμήθηκα όταν, σχεδόν ταυτόχρονα με το ρεπορτάζ του εξαιρετικού δημοσιογράφου Θοδωρή Πυλιώτη στην εκπομπή «Περίμετρος» στην ΕΡΤ για τον αλιευτικό τουρισμό της Βοκαριάς, η τουριστική επιχειρηματίας Αργυρώ Καρρά εξήγγειλε τη συνεργασία των oικολογικών τουριστικών καταλυμάτων “Studios melusine” στον Λιμένα Μεστών με τον καπτα-Μιχάλη του αλιευτικού «Παντοκράτωρ» για την διεξαγωγή αλιευτικού τουρισμού. Ήταν μια χαρμόσυνη συγκυρία! Θυμάμαι έντονα εκείνο τo καλοκαίρι του 2021 όταν ο Captain ήλθε να γράψει την κόρη του στο νηπιαγωγείο-μόλις είχε παραιτηθεί από καπετάνιος στην  ποντοπόρο ναυτιλία αναζητώντας ισορροπία ανάμεσα σε οικογενειακή και επαγγελματική ζωή. Προβληματισμένος ο γράφων-γνωρίζοντας τα πενιχρά εισοδήματα των επαγγελματιών παράκτιων αλιέων τον ρώτησα για την στρατηγική του. Μου είχε δηλώσει τότε την αισιοδοξία του καθώς, όπως υποστήριζε, θα είχε στο πλευρό του την αποκαλυπτικής ισχύος  σύγχρονη τεχνολογία των ψηφιακών βυθομέτρων που επέτρεπαν πια το κάθετο/vertical ψάρεμα, αυξάνοντας τις αποδόσεις. Σε εκείνη την σύντομη συνάντηση γνωριμίας του υπέδειξα την αξία της «οικονομικής πολυσθένειας», όπως θα πρότεινε και ο κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Όχι μόνο ψαροσύνη αλλά να κεντά και λίγα μαστιχόδεντρα, το Νοέμβρη να πιάνει λιοπερίβολα για το γλυκό λαδάκι των κουρμαδοελιών. Ήμουν τότε λιγότερο αισιόδοξος γνωρίζοντας, από τα άλλα νησιά που είχα περάσει ως δάσκαλος, το νεοελληνικό ανομικό φαινόμενο να καπηλεύεται η τεχνολογία από ανεξέλεγκτους παράνομους ψαράδες αλλά και τον Νόμο της Φθίνουσας Απόδοσης, μια θεμελιώδη έννοια των νεοκλασικών  οικονομικών. Προφανώς όμως να που και αυτός χρησιμοποιεί από φέτος  την συνδρομή του οικονομικού εργαλείου που συνιστά ο αλιευτικός τουρισμός!

Μια τουριστική φιλοσοφία που συνδυάζει την τεχνολογία του καπετάνιου Μιχάλη Μαχαιρά, με το σκάφος «ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΩΡ» στα Μεστά, και την ενεργό συμμετοχή του τουρίστα– θα δημιουργούσε ένα  «ψαγμένο» προϊόν. Σε ένα τέτοιο εξελιγμένο μοντέλο αντί ο τουρίστας να κοιτάζει απλώς τη θάλασσα περιμένοντας το λεβάρισμα των διχτυών, η τεχνολογία των σύγχρονων CHIRP βυθομέτρων και των 3D real-time σαρωτών μπορεί να γίνει το κεντρικό κομμάτι της εμπειρίας: Ο καπετάνιος δείχνει στον επιβάτη  το «έξυπνο», διαδραστικό Βυθόμετρο, εξηγώντας του πώς να «διαβάζει» τη μορφολογία του βυθού (τί είναι η αποχή, τί είναι η τραγάνα, τί είναι ποσειδωνία) και πώς ξεχωρίζουν τα είδη των ψαριών στην οθόνη. Ακολουθεί, χάρη στην παντοδύναμη τεχνολογία, το κάθετο ψάρεμα από τον «ψαρά για μια μέρα με χρήση των τεχνικών Vertical Jigging / Tai Rubber / Tenya -δυστυχώς έχουν επικρατήσει οι ξενικές ονομασίες: Αυτές οι σύγχρονες, καθαρές τεχνικές που βασίζονται στα ψηφιακά βυθόμετρα ώστε να στοχεύει ο ψαράς το ψάρι ακριβώς στο βάθος και σημείο που κινείται είναι ιδανικές για τουρίστες. Αυτό το μοντέλο μετατρέπει το ψάρεμα από «παραγωγή κιλών» σε «παραγωγή εμπειρίας». Ο καπετάνιος δεν χρειάζεται να σηκώσει τα ολοένα και πιο συχνά κατεστραμμένα από φώκιες και δελφίνια δίχτυα για να βγάλει το μεροκάματο, καταπονώντας τα αποθέματα του νησιού. Μπορεί να βγάλει 3-4 ποιοτικά ψάρια μαζί με τον τουρίστα, προσφέροντας όμως μια exclusive υπηρεσία για την οποία ο ξένος επισκέπτης  από την αγορά του yachting ή του high-end τουρισμού είναι διατεθειμένος να πληρώσει ένα πολύ υψηλό αντίτιμο. Είναι το μέλλον της βιώσιμης αλιείας, και η Χίος, με το άγριο ανάγλυφό της και ανθρώπους με το υπόβαθρο του καπετάνιου Μιχάλη, έχει τις τέλειες προδιαγραφές για να το ηγηθεί.

Όποιος γνωρίζει σε βάθος την ανθρωπογεωγραφία του θαλάσσιου τουρισμού διακρίνει επίσης μια ένα πολύ σημαντικό γκρουπ πελατών που θα επιθυμούσαν να «μπαρκάρουν» σε καίκι αν ξαναανακάλυπταν την μαγεία της σημειούμενης μεταμόρφωσης στη ζώνη του  πράσινου νερού στην Ανατολική Μεσόγειο,  επανεφευρίσκοντας τη σχέση τους με τη νεανική μανία της βουτιάς: Υπάρχει μια διακριτή κατηγορία Ευρωπαίων πελατών μεσαίας τάξης που ανήκουν στην ομάδα των «Baby Boomers»( Όσοι είναι γεννημένοι από το 1946–1964) με κάποιους στο μεταίχμιο της «Gen X» (Όσοι είναι γεννημένοι από το 1965–1970). Aρκετοί από τις παραπάνω γενιές καλλιέργησαν ως  φοιτητές μια ιδιαίτερη σχέση με τις μεσογειακές ακτές. Η σχέση της πολιτικοποιημένης νεολαίας της Μεταπολίτευσης με το ψαροντούφεκο ήταν ένα πραγματικό κοινωνιολογικό φαινόμενο. Μετά την πτώση της Χούντας το 1974, υπήρξε ένα τεράστιο ξέσπασμα πολιτικής ενέργειας, αλλά ταυτόχρονα και μια ανάγκη για αποστασιοποίηση από το αστικό μοντέλο ζωής -το οποίο ταυτιζόταν με τον καπιταλισμό και την καταναλωτική μανία που άρχιζε να φουσκώνει. Για τους Ευρωπαίους φοιτητές του Μάη του ’68 και σήμερα οικογενειάρχες περιηγητές που φθάνουν στον Λιμένα Μεστών αλλά και τους αγωνιστές του Πολυτεχνείου, το καλοκαίρι σήμαινε φυγή σε «άγρια» τότε νησιά (όπως η Ανάφη, η Ικαρία, η Αμοργός ή η Γαύδος). Το ελεύθερο κάμπινγκ συνδυαζόταν απαραίτητα με μια μάσκα και ένα απλό λαστιχοφόρο ψαροντούφεκο, συχνά ένα  φτηνό της ελληνικής εταιρείας  Balco. Το να βγάλεις 2-3   κέφαλους ή μερικούς σαργούς με την ανάσα σου για να φάει όλη η παρέα στην παραλία, γύρω από τη φωτιά, μια προλεταριακή κοινή τράπεζα, θεωρούνταν η απόλυτη πράξη αντισυστημικής αυθεντικότητας. Ήταν η άρνηση της εμπορευματοποίησης: «Δεν αγοράζω το φαγητό μου από το σύστημα, το κερδίζω με το σώμα μου από τη φύση», όπως θυμόταν ο φίλος βετεράνος δύτης της Σκύρου και νομικός  Ιωάννης Βλάχος. Ένα ελληνικό βιβλίο μανιφέστο εδώ ήταν η νουβέλα, εκδομένη το 1987, του σπουδαίου διεθνή συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού «Το ψαροντούφεκο». Στη νουβέλα αυτή, ο Βασιλικός δεν χρησιμοποίησε το ψαροντούφεκο ως σπορ, αλλά ως μια υπαρξιακή και πολιτική στάση ζωής. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας αυτοεξόριστος που, μετά τις έντονες πολιτικές μάχες και τις διαψεύσεις των προσδοκιών της Αριστεράς, αποφασίζει να αποτραβηχτεί από την κοινωνία. Επιλέγει τη θάλασσα και το ψαροντούφεκο ως το τελευταίο του καταφύγιο ελευθερίας. Ο Βασιλικός κάνει μια βαθιά αναλογία ανάμεσα στην ελεύθερη κατάδυση και την πολιτική απομόνωση. Η σιωπή του βυθού, όπου η μόνη σου συντροφιά είναι οι χτύποι της καρδιάς σου και η ανάγκη για οξυγόνο, καθρεφτίζει τη σιωπή και τη μοναξιά του αριστερού διανοούμενου που βλέπει τα οράματα της γενιάς του να εμπορευματοποιούνται και να αλλοιώνονται κατά τη δεκαετία του '80. Το ψαροντούφεκο στο βιβλίο συμβολίζει την επιστροφή στην απόλυτη αυθεντικότητα. Σε έναν κόσμο γεμάτο πολιτικά ψέματα, συμβιβασμούς και θόρυβο, ο βυθός είναι ο μόνος καθαρός τόπος όπου οι κανόνες είναι τίμιοι και πρωτόγονοι.

Η διακριτή κοινωνιολογική ομάδα πελατών που υπαινιχτήκαμε ως μεσήλικες θα απολαύσουν ένα πιάτο τηγανητές γόπες από τα χεράκια της ευειδούς  καπετάνισσας αλλά κυρίως αυτό που θα επιθυμούσαν σήμερα είναι μια συνειδητή επιλογή απομόνωσης, δημιουργικότητας και απόλυτης αφοσίωσης στη θάλασσα για όλη την ημέρα της αλιευτικής εκδρομής. Συχνά, όσοι έχουμε παιδιά αυτό που επιθυμούμε είναι να κολυμπήσουμε μαζί τους με μια μάσκα και πέδιλα, να τους δείξουμε την αλλαγή στο μεσογειακό βυθό, πώς 40 χρόνια πριν το μονόπετρο φιλοξενούσε δεκάδες σαργούς και τώρα είναι περικυκλωμένο από λεσεψιανούς μετανάστες, λεοντόψαρα και κοπάδια γερμανών. Δεν είναι απαραίτητα μια εικόνα παρακμής αλλά μάλλον αλλαγής που ικετεύει για στοργή: μόλις χθες στον Πέτασο μέτρησα κολυμπώντας εκατοντάδες νεογέννητα ροφαδάκια που παλεύουν στο δικαίωμα για ζωή. Η Ελλάδα είναι μια οικονομικά λαβωμένη χώρα αλλά οι βυθοί της, μόλις ανατέλλει ο ήλιος κατακλύζονται από διατροφική φρενίτιδα. Είναι μια εικόνα ελπίδας όταν αντικρίζεις κάθε τετραγωνικό μέτρο ακτής στη Νότια Χίο να κατακλύζεται από πολύχρωμα σκαράκια, γύλους και  γαϊτανούρια.

Η πράξη της υποβρύχιας παρατήρησης στον φιλοσοφημένο αλιευτικό τουρισμό

Θα περιγράψω την επιτέλεση της υποβρύχιας παρατήρησης που μπορεί να συμπληρωθεί, αν το επιθυμεί ο πελάτης, με υποβρύχια αλιεία κάποιου ψαριού που δεν ανήκει στην κόκκινη λίστα απειλούμενων ειδών, ιδανικά αν έχει καμακώσει ο/η τουρίστας έναν από τους λεσεψιανούς μετανάστες ή κάποιον σκάρο από τα πολυπληθή κοπάδια στις ολοένα και πιο θερμαινόμενες θάλασσες της Ανατολικής Μεσογείου, θηράματα που οι υπεύθυνοι περιβαλλοντολογικά σεφ χρησιμοποιούν σε πρόσφατες συνταγές θαλασσινών. Η περιγραφή που θα ακολουθήσει χρωστά υπερβολικά πολλά στο συγγραφικό έργο του πρωτοπόρου δύτη Giorgio Dapiran, και διαίτερα στα «Ημερολόγια ψαρέματος» (Diari di pesca) δυστυχώς προσβάσιμα μόνο στα Ιταλικά. Τα παραπάνω ημερολόγια αποδεικνύονται χρήσιμα γιατί το κοινό-στόχος στο σκάφος αλιευτικού τουρισμού είναι μεσήλικες και επειδή ακριβώς συνιστούν καταθέσεις ψυχής για το πώς αλλάζει η σχέση του ανθρώπου με τη θάλασσα καθώς περνούν τα χρόνια.

Ο Dapiran έχει μιλήσει με απίστευτη ειλικρίνεια στα γραπτά του για το πέρασμα του χρόνου. Έχει παραδεχτεί ότι «η ηλικία είναι ένα δύσκολο θηρίο» που του στέρησε σταδιακά τις ακραίες επιδόσεις και τους γρήγορους κυνηγετικούς ρυθμούς του παρελθόντος. Ωστόσο, αντί να αποσυρθεί, προσάρμοσε το κολύμπι του: έγινε ακόμα πιο αθόρυβος, πιο αργός, βασιζόμενος στην απόλυτη ενσωμάτωση στο περιβάλλον με την ανακάλυψη της οριζόντιας ολίσθησης. Για την κοινότητα των δυτών, ο ύστερος βίος του Dapiran αποτελεί το απόλυτο παράδειγμα του πώς μπορεί κανείς να γεράσει με αξιοπρέπεια μέσα στο νερό, μετατρέποντας τη φθίνουσα φυσική κατάσταση σε ανώτερη πνευματική και τεχνική σοφία.

Η οριζόντια ολίσθηση/ «scivolamento orizzontale» όπως την ανέπτυξε και την τελειοποίησε ο Giorgio Dapiran, δεν είναι απλώς μια τεχνική κατάδυσης. Είναι μια  φιλοσοφία που βασίζεται στην υδροδυναμική, τη φυσική και, κυρίως, στη βαθιά κατανόηση της ψυχολογίας των ψαριών. Αυτή η τεχνική δημιουργήθηκε ως η εξέλιξη του κλασικού «καρτεριού» (aspect) και αποτέλεσε το «όπλο» του Dapiran καθώς μεγάλωνε, επιτρέποντάς του να βλέπει και να πιάνει μεγάλα και καχύποπτα ψάρια σε ρηχά νερά, χωρίς να καταπονεί τον οργανισμό του με μεγάλες άπνοιες. Ας περιγράψουμε σύντομα το θεωρητικό της πλαίσιο: Τα ψάρια αντιλαμβάνονται το περιβάλλον κυρίως μέσω της πλευρικής γραμμής τους, η οποία εντοπίζει τις δονήσεις, τις μεταβολές της πίεσης του νερού και τους κραδασμούς. Αν ένας δύτης κολυμπάει κουνώντας τα πέδιλά του ή κάνει σπασμωδικές κινήσεις, εκπέμπει σήματα «θηρευτή που επιτίθεται». H νταπιρανική ολίσθηση, με την μη επιθετική ταχύτητα η οποία δεν τρομάζει τον πληθυσμό των μικρόψαρων και δεν μεταδίδει τον πανικό στα μεγαλύτερα  βασίζεται στην ελαχιστοποίηση αυτών των δονήσεων. Ο δύτης δεν κολυμπάει· «γλιστράει» οριζόντια, κολλημένος στον βυθό, χρησιμοποιώντας την αδράνεια και το ελεύθερο χέρι του για να έλκει το σώμα του από τα βράχια. Σε αυτήν την τεχνική τα πέδιλα μένουν εντελώς ακίνητα. Η κίνηση γίνεται τραβώντας το σώμα με τα δάχτυλα του ελεύθερου χεριού από τις πέτρες ή εκμεταλλευόμενος το υποθαλάσσιο ρεύμα. Το σώμα του δύτη ακολουθεί το ανάγλυφο του βυθού σαν σαλιγκάρι. Αν υπάρχει ένα αυλάκι ή μια σειρά από βράχια, ο δύτης «γλιστράει» μέσα σε αυτά, κρύβοντας τον όγκο του. Καθώς ο δύτης κινείται αργά και προβάλλει πίσω από ένα βράχο, δεν εμφανίζεται ως απειλή (αφού δεν παράγει δονήσεις φυγής ή επίθεσης). Τα ψάρια (όπως οι σαργοί, οι τσιπούρες ή τα λαβράκια) συχνά ξαφνιάζονται από την «ήρεμη» παρουσία του και, αντί να τρομάξουν, πλησιάζουν από περιέργεια.

Ο Dapiran απέδειξε ότι αυτή η ολίσθηση που περιέγραψε και η οποία εφευρέθηκε εκτός της ιστορικής κοιτίδας της μοντέρνας υποβρύχιας αλιείας που συνιστούν οι χώρες της καθολικής Μεσογείου είναι η απόλυτη τεχνική για να νικήσεις το πέρασμα του χρόνου. Τα προτερήματα για τον μεσήλικο τουρίστα είναι πολλά:  Πρώτα, η μηδενική κατανάλωση οξυγόνου αφού οι μεγάλοι μυς των ποδιών (τετρακέφαλοι, γάμπες) μένουν αδρανείς με συνέπεια η κατανάλωση οξυγόνου πέφτει στο ελάχιστο. Έτσι, ο δύτης μπορεί να πετύχει μεγάλους χρόνους άπνοιας χωρίς να κουράζεται. Εξίσου σημαντικό είναι ότι λειτουργεί στα ρηχά: Τα πιο δύσκολα και «πονηρεμένα» ψάρια βρίσκονται στη ζώνη των 0-12 μέτρων, εκεί που σκάει το κύμα. Η ολίσθηση επιτρέπει στον ελεύθερο δύτη να παρατηρήσει εκεί που τα ψάρια είναι σε μόνιμη εγρήγορση, παρακάμπτοντας την ανάγκη για επικίνδυνες βουτιές σε μεγάλα βάθη.

 

Μετατρέπει την ηλικία σε πλεονέκτημα: Η τεχνική απαιτεί τεράστια υπομονή, αυτοσυγκράτηση και ψυχραιμία – αρετές που διαθέτει ένας έμπειρος, μεγαλύτερος σε ηλικία δύτης, σε αντίθεση με την παρορμητικότητα και την αψάδα των νεότερων. Αν το κλασικό ψαρεμα ήταν  καταδίωξη, το «scivolamento» του Νταπιράν είναι η τέχνη του να γίνεσαι «ένα» με το υγρό στοιχείο, κινούμενος τόσο φυσικά, που η θάλασσα ξεχνά ότι είσαι ξένο σώμα.

 Οι αναγνώστες/στριες που εκτέθηκαν στις πληροφορίες της νταπιράνιας αλιευτικής στρατηγικής ενδέχεται να υποπέσουν στην παρανόηση ότι δύναται ένας ικανότατος επαγγελματίας δύτης, με άπνοια δελφινιού, να έχει εξαλειπτική επίδραση σε εμπορικά είδη ψαριών. Ο γράφων, που χρησιμοποιεί 25 χρόνια αποκλειστικά την συγκεκριμένη προσέγγιση, διαπιστώνει σταθερά την σοφία μιας νταπιράνιας υποσημείωσης σε ένα ώριμο άρθρο του «για τη συμπεριφορική ηθολογία των ψαριών». Ο Dapiran ήταν ο πρώτος που απομυθοποίησε τις ίδιες του τις τεχνικές, παραδεχόμενος με απίστευτη ειλικρίνεια και σοφία ότι καμία τεχνική δεν είναι πανάκεια όταν η αλιευτική πίεση ξεπερνά ένα όριο. Ο Dapiran, ως επιστήμονας-μηχανικός, δεν έβλεπε τα ψάρια ως ανόητα πλάσματα που κινούνται μόνο με ένστικτα, αλλά ως οργανισμούς που μαθαίνουν και μεταδίδουν τη γνώση. Όταν σε μια περιοχή εφαρμόζεται μαζικά το καρτέρι ,τα ψάρια, ιδιαίτερα οι σαργοί και οι στήρες που καταδιώκονται απηνώς από καταχρηστικούς παράνομους ψαράδες, «διαβάζουν» την κίνηση. Ο μεγάλος Ιταλός δύτης είχε νωρίς κατανοήσει, μιλώντας για «Πολιτισμική Μετάδοση» στα ψάρια, ότι τα θαλάσσια όντα που επιβιώνουν μεταφέρουν αυτή την εμπειρία φόβου στο κοπάδι. Έτσι, σε πολυψαρεμένους τόπους, ακόμα και η πιο τέλεια, αθόρυβη ολίσθηση δεν τα ξεγελάει· αναγνωρίζουν τη σιλουέτα του δύτη από μακριά και απομακρύνονται πριν καν εκείνος προσεγγίσει. Όταν η πίεση είναι υπερβολική, η απόσταση ασφαλείας των ψαριών μεγαλώνει δραματικά. Ο Dapiran παρατήρησε ότι σε κορεσμένους βυθούς, τα ψάρια δεν πλησιάζουν ποτέ εντός βεληνεκούς, όσο αργά ή κρυπτικά κι αν κινείσαι. Παραμένουν στις παρυφές της ορατότητας, κοιτάζοντας τον δύτη με περιέργεια αλλά και απόλυτη δυσπιστία. Η τεχνική τότε «μπλοκάρει», γιατί βασίζεται στην προϋπόθεση ότι το ψάρι θα δείξει έστω και λίγη περιέργεια.

Στον ύστερο βίο του, ο Dapiran έγινε έντονα επικριτικός απέναντι στην υπεραλίευση (επαγγελματική και ερασιτεχνική) και στην τεχνολογική εξέλιξη (GPS, εξελιγμένα βυθόμετρα). Παραδέχτηκε ανοιχτά ότι: «Όταν η θάλασσα αδειάζει, η τεχνική δεν μπορεί να γεννήσει ψάρια εκεί που δεν υπάρχουν.» Αυτή ακριβώς είναι η ειδοποιός διαφορά του Dapiran από έναν απλό «γκουρού» του απλοϊκού αλιευτικού τουρισμού: είχε το θάρρος να πει στους μαθητές του ότι η τεχνική του έχει όρια και ότι αν δεν προστατευτεί το θαλάσσιο οικοσύστημα, η «τέχνη του θηρευτή» θα γίνει απλώς ένα γράμμα κενό περιεχομένου σε μια νεκρή θάλασσα.

Η αλιευτική πράξη στον  φιλοσοφημένο αλιευτικό τουρισμό δεν αντίκειται στην καταλυτική κριτική που άσκησε ο Νταπιράν στα βυθόμετρα όταν χρησιμοποιούνται από καταχρηστικούς υπεραλιεύοντες δύτες. Έγραφε χαρακτηριστικά ότι όταν μπαίνει στο νερό, θέλει να νιώθει ότι βρίσκεται στην Πλειστόκαινη και όχι την ανθρωπόκαινη περίοδο, σε μια εποχή που «ο τροχός δεν είχε ακόμα εφευρεθεί». Υποστήριζε ειδικότερα ότι η εντατική χρήση πανάκριβων βυθόμετρων «εκφυλίζει» τους νέους δύτες. Αντί να μάθουν να γίνονται θηρευτές, να κατανοούν το οικοσύστημα, να παρατηρούν  τα μικρόψαρα, «να νιώθουν τη θάλασσα», γίνονται απλώς χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών που εκτελούν μια στεγνή αποστολή. «Η τεχνολογία μας αποξενώνει από τη φύση. Το να βρίσκεις ένα ψάρι επειδή στο έδειξε μια οθόνη δεν σε κάνει ψαρά, σε κάνει απλώς καταναλωτή μιας πληροφορίας.» έγραψε σε μια τελευταία δημόσια παρέμβαση. Παρόλη την παραπάνω κριτική, η σχεδόν σίγουρη σύλληψη ενός ψαριού από τις ατελείωτες τραγάνες του ξακουστού πάγκου της Αλκυόνης ή την ξέρα του Ξίφακα, και οι δυο λίγη ώρα από τον Λιμένα Μεστών,  θα ζεσταίνει τον επίδοξο ξένο τουρίστα, «ψαρά-για-μια-μέρα», με τις αναμνήσεις της, στους χειμώνες της Βόρειας Ευρώπης.

Θα το ξαναπώ: Είναι επί γης παράδεισος, μια υποβρύχια Εδέμ, οι Μεστούσικοι βυθοί. Και οι ευλογημένοι Λιθονομούσικοι δεν πάνε πίσω! Και οι δύο, προνομιούχοι για παρατήρηση της διατροφικής φρενίτιδας που λαμβάνει χώρα κατά την ώρα της φαινόμενης ανατολής του ηλίου και όχι της ημερολογιακής ανατολής, δηλαδή αρκετά πιο καθυστερημένη λόγω του δυτικού προσανατολισμού. Έτσι ο μεσήλικος μπορεί να προλάβει να απολαύσει το καφεδάκι του και να πέσει στο νερό, παρέα με το παιδί του και να απολαύσει την «δόξα του Πρωίου». Αρκεί να κολυμπήσουν ήρεμα, βλέποντας το ανοιχτό νερό, στους κοφτούς μεστούσικους κάβους του Πριόνα και του Πέτασου αντί «να έχουν βάλει το κεφάλι κάτω», κοιτώντας για θαλάμι όπως γενιές μεσογειακών, ατάλαντων, παραδοσιακών δυτών που «το είχαν μανιάτικο» με τον καημένο τον ροφό.

Πρόκειται για μια κληρονομιά προσέγγισης των βυθών βαθιά δημοκρατική. Τα διδάγματα της, ενέπνευσαν τον Ιταλό μηχανικό που , βλέποντας την ήττα των κοινωνικών κινημάτων αυτοεξορίστηκε στη Σαρδηνία και μετέτρεψαν  την βαθιά απογοήτευση, καθώς η Ιταλία της δεκαετίας του '80  έμπαινε στην εποχή του άκρατου καταναλωτισμού, σε μια νέα ηθική προσέγγιση για τους θαλάσσιους πληθυσμούς. Αν και οι γνώσεις του Νταπιράν θα μπορούσαν να τον είχαν κάνει πάμπλουτο αν συνεργαζόταν με μεγάλες πολυεθνικές κατάδυσης, σταθερά, ιδιαιτέρως στον ύστερο βίο του, αυτές οι ισχυρές πολιτικές καταβολές δεν εξαφανίστηκαν, αλλά μεταλλάχθηκαν σε μια έντονη οικολογική και αντισυστημική κριτική, επιτιθέμενος συχνά  στις μεγάλες εταιρείες που εμπορευματοποιούν τη θάλασσα και καταστρέφουν τους φυσικούς πόρους για το κέρδος.

Ήταν μια αντιαποικιακή λογική με κέρδη για ψάρια και αυτόχθονες ψαράδες. Μια νικηφόρα αφήγηση, με εκλεκτικές συγγένειες: Aνάμεσα στους ψαράδες των Μεστών  που πάλεψαν να απαλλαγούν από τις επεκτατικές, με ανεξέλεγκτη χωροταξία ιχθυοκαλλιέργειες που είχαν εγκατασταθεί στον Λιμένα Μεστών και διεκδικούσαν τη νησίδα του Αγίου Στεφάνου, ιερού, αμόλυντου τόπου για τους κατοίκους του πυρόπληκτου μαστιχοχωρίου της Ελάτας αλλά και στους Πολυνήσιους δύτες από τους οποίους εμπνεύστηκε ο Νταπιράν. Αν ερευνάς ψηλά, στο γαλάζιο και όχι στον πυθμένα, μας δίδαξαν, τότε βλέπεις τα μεγάλα πελαγίσια θηράματα, τους τόνους και τα μαγιάτικα. Ας κοιτάξουμε παρόμοια και στον αλιευτικό τουρισμό.

X

Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.

Ειδήσεις σήμερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ