Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) οδεύει προς την ολοκλήρωσή του, είναι η κατάλληλη στιγμή για έναν απολογισμό. Το ΤΑΑ υπήρξε το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό εγχείρημα της μεταπολεμικής περιόδου: πάνω από 36 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια, με ρητή φιλοδοξία όχι απλώς να χρηματοδοτήσει έργα, αλλά να πυροδοτήσει μια αλλαγή παραγωγικού μοντέλου προς μια οικονομία εξωστρεφή, πράσινη και ψηφιακή.
Το μυστικό όμως αυτού του προγράμματος δεν είναι μόνο στην υψηλή απορρόφηση των πόρων αλλά στο τι μάθαμε από τον τρόπο που σχεδιάστηκε και λειτούργησε σαν εργαλείο. Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο υποτιμημένο δίδαγμα της περιόδου: το Ταμείο Ανάκαμψης δημιούργησε έναν νέο μηχανισμό ενισχύσεων, ριζικά διαφορετικό από τα παραδοσιακά προγράμματα επιδοτήσεων, που αποδείχθηκε εξαιρετικά αποδοτικός στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Οι εκταμιεύσεις του ΤΑΑ δεν συνδέθηκαν με δαπάνες αλλά με ορόσημα: συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις που έπρεπε να ολοκληρωθούν ώστε να ξεκλειδώσει κάθε δόση. Η χρηματοδότηση έγινε, με άλλα λόγια, μοχλός πίεσης για αλλαγές με στόχο τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας. Ως προς την ταχύτητα, μέσα σε περίπου τρία χρόνια η χώρα απορρόφησε ποσά που ένα ΕΣΠΑ χρειαζόταν σχεδόν εννέα χρόνια για να αξιοποιήσει. Μέχρι την άνοιξη του 2026 η Ελλάδα είχε εισπράξει περίπου 24,6 δισ. ευρώ, δηλαδή γύρω στο 68% του συνολικού πακέτου, παραμένοντας σταθερά στις πρώτες θέσεις της ΕΕ σε εκταμιεύσεις.
Αν όμως υπάρχει ένα σημείο όπου το ελληνικό σχέδιο διαφοροποιήθηκε πραγματικά, και όπου κρύβεται το πιο πολύτιμο δίδαγμα, αυτό είναι το δανειακό σκέλος. Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα της ΕΕ που επέλεξε να κατευθύνει τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης αποκλειστικά στην ιδιωτική οικονομία, δημιουργώντας έναν μηχανισμό που δεν είχε προηγούμενο στα ελληνικά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Πρώτον, η συγχρηματοδότηση εφαρμόστηκε ως κανόνας. Κάθε επενδυτικό σχέδιο χρηματοδοτούνταν έως 50% από πόρους του Ταμείου με ιδιαίτερα χαμηλό επιτόκιο (έως και 0,35% για μικρές επιχειρήσεις, 1% για μεσαίες και μεγάλες), τουλάχιστον 20% από ίδια κεφάλαια του επενδυτή και τουλάχιστον 30% από τραπεζικό δανεισμό με όρους αγοράς. Κανείς δεν έπαιρνε «δωρεάν χρήμα»: ο επενδυτής έβαζε δικά του κεφάλαια και η τράπεζα αναλάμβανε δικό της πιστωτικό ρίσκο. Προϋπόθεση για την επίτευξη του 50% ήταν η ένταξη σε κάποιον από τους 5 πυλώνες: πράσινη μετάβαση, ψηφιακός μετασχηματισμός, εξωστρέφεια, καινοτομία και ανάπτυξη οικονομιών κλίμακας.
Δεύτερον, η αξιολόγηση γινόταν από την αγορά και όχι μόνο από το κράτος. Οι έξι ελληνικές τράπεζες, μαζί με διεθνείς οργανισμούς όπως η ΕΤΕπ και η EBRD, λειτούργησαν ως δίαυλοι και αξιολογητές των σχεδίων με αντικειμενικά πιστοδοτικά κριτήρια, με τον αξιολογητή (επιλεγόμενο τυχαία από μητρώο αξιολογητών ιδιωτικών ελεγκτικών εταιρειών) να ελέγχει την επιλεξιμότητα. Τα φίλτρα της τραπεζικής αξιολόγησης και του ελέγχου επιλεξιμότητας περιόρισαν δραστικά τον κίνδυνο χρηματοδότησης μη βιώσιμων σχεδίων και συνέβαλαν καθοριστικά στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης στο πρόγραμμα.
Τρίτον και σημαντικότερο, η μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων για επενδύσεις. Κάθε ευρώ του Ταμείου κινητοποιούσε μαζί του τραπεζικά και ιδιωτικά κεφάλαια πολλαπλασιάζοντας το όφελος για την ελληνική οικονομία. Τα νούμερα το επιβεβαιώνουν: έως τον Μάιο του 2026 είχαν υπογραφεί 798 συμβάσεις για επενδύσεις συνολικού ύψους περίπου 27,5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 12,5 δισ. προέρχονταν από δάνεια του Ταμείου, 8,8 δισ. από τραπεζικά κεφάλαια και 6,2 δισ. από ίδια συμμετοχή των επενδυτών. Με απλά λόγια, κάθε ευρώ δημόσιων (ευρωπαϊκών) πόρων κινητοποίησε περισσότερο από ένα επιπλέον ευρώ ιδιωτικών κεφαλαίων.
Τι μάθαμε λοιπόν;
Ο συνδυασμός δημοσίων πόρων και ιδιωτικού ρίσκου δουλεύει αποδοτικά. Το βασικό δίδαγμα του δανειακού σκέλους είναι ότι οι ενισχύσεις γίνονται πιο αποδοτικές όταν δεν αντικαθιστούν αλλά συμπληρώνουν την ιδιωτική χρηματοδότηση. Η υποχρεωτική ίδια συμμετοχή και η τραπεζική συγχρηματοδότηση λειτούργησαν ως μηχανισμός δέσμευσης των επενδυτών καθώς προχώρησαν σχέδια που είχαν πραγματική οικονομική λογική.
Η ταχύτητα δεν είναι ασυμβίβαστη με τον έλεγχο. Η ανάθεση της πιστωτικής αξιολόγησης στις τράπεζες, με το κράτος σε ρόλο θεματοφύλακα των κριτηρίων επιλεξιμότητας, επέτρεψε στον μηχανισμό να τρέξει πολύ γρηγορότερα από τα παραδοσιακά προγράμματα, χωρίς να θυσιαστεί η ποιότητα της αξιολόγησης.
Η ζήτηση αποδείχθηκε μεγαλύτερη από την προσφορά. Ίσως η πιο ουσιαστική επιβεβαίωση της επιτυχίας του μηχανισμού είναι ότι στο τέλος τα κεφάλαια δεν έφταναν. Καθώς το δανειακό σκέλος έκλεινε τον Μάιο του 2026 με τον στόχο των 13,3 δισ. ευρώ να έχει επιτευχθεί πλήρως, ώριμα επενδυτικά σχέδια αξίας αρκετών δισεκατομμυρίων (σε ενέργεια, τουρισμό, εμπόριο και ακίνητα) έμειναν εκτός χρηματοδότησης, παρότι είχαν περάσει όλα τα στάδια τραπεζικής και ελεγκτικής αξιολόγησης. Στην αγορά έγινε λόγος για επενδυτικά σχέδια της τάξης των 6-8 δισ. ευρώ που δεν πρόλαβαν το παράθυρο. Πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα που συνήθως δεν εκταμιεύονται όλοι οι πόροι.
Υπάρχει το ζήτημα της συγκέντρωσης σε μερικούς κλάδους της οικονομίας: το γεγονός ότι πάνω από το 80% των δανείων πήγε σε ενέργεια, τουρισμό και βιομηχανία δείχνει μεν πού βρίσκεται η επενδυτική δυναμική, αλλά αφήνει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου διαχέεται σε όλο το φάσμα της οικονομίας ή αναπαράγει, εν μέρει, τις υφιστάμενες εξειδικεύσεις της χώρας. Ο τουρισμός, άλλωστε, ήταν ακριβώς ο κλάδος από τον οποίο το νέο μοντέλο υποτίθεται ότι θα μείωνε την εξάρτηση.
Το κρισιμότερο ερώτημα, όμως, αφορά την επόμενη μέρα. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα και μετά το 2026, χάρη στα ήδη εγκεκριμένα δάνεια και στα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία της περιόδου 2028-2034. Στην αγορά, όμως, εκφράζεται η ανησυχία ότι χωρίς την ώθηση του Ταμείου η οικονομία θα δυσκολευτεί να κρατήσει τους ίδιους ρυθμούς, ακριβώς επειδή μεγάλο μέρος της σημερινής δραστηριότητας στηρίζεται σε αυτούς τους πόρους.
Τι μάθαμε, λοιπόν, από το μοντέλο του Ταμείου Ανάκαμψης; Μάθαμε ότι οι μηχανισμοί που μοχλεύουν ιδιωτικά κεφάλαια, περνούν από το φίλτρο της αγοράς και δένουν τη χρηματοδότηση με μετρήσιμα αποτελέσματα μπορούν να συμβάλλουν αποτελεσματικά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης απέδειξε ότι ένας τέτοιος μηχανισμός μπορεί να λειτουργήσει στην Ελλάδα γρήγορα, με διαφάνεια και με πραγματική επενδυτική απόδοση. Το στοίχημα τώρα είναι θεσμικό: να μη μείνει αυτή η αρχιτεκτονική ένα προσωρινό επίτευγμα αλλά να αποτελέσει το πρότυπο για τα επόμενα χρηματοδοτικά εργαλεία. Το Ταμείο Ανάκαμψης κλείνει τον κύκλο του, αλλά ο μηχανισμός που δημιούργησε είναι ίσως το πιο ανθεκτικό παραδοτέο του.
Θωμάς Κοσμίδης
Χρηματοοικονομικός Αναλυτής, Υπ. Διδάκτορας Χρηματοοικονομικής ΕΚΠΑ
P.S. Ο γράφων έχει ασχοληθεί από διάφορες θέσεις του ιδιωτικού τομέα στο δανειοδοτικό σκέλος του ΤΑΑ καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος.
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.