Άποψη

29/1/16 13:36

τελ. ενημ.: 29/1/16 13:36

Πατρίδα είναι μόνο μία*

Είναι Σάββατο πρωί κι ενώ ξυρίζομαι κι ετοιμάζομαι να επισκεφθώ τη λαϊκή αγορά της γειτονιάς μου, όπου βρίσκω… «του πουλιού το γάλα»(!), ακούω από ψηλά (από τον ουρανό) χαρούμενες φωνές (χαρούμενα κρω­ξίματα, αν προτιμάτε) σαν τις φωνούλες που ακούμε έξω από την πόρτα μας τις γιορτές που μας ρωτάνε παρακλητικά: «Να σας τα πούμενε;»[1] Γυρίζοντας το βλέμμα μου στον ουρανό (το τζάμι βέβαια κλειστό, λόγω υπερβολικού κρύου) βλέπω ένα κοπάδι… γλάρους να πετάνε με βραδύ, ράθυμο ρυθμό. Επειδή απέχω πολύ από τη θάλασσα (μένω Μαρούσι) σκέφθηκα αυτό που έλεγαν οι ναυτικοί (πρόγονοι ή/και γείτονες): «Θα χειροτερέψει ο καιρός».

Εκτός όμως από τον καιρό, το μυαλό μου συνειρμικά πήγε στο σπίτι μου στη Χίο, που βρίσκεται σε ύψωμα πάνω στη θάλασσα, με αποτέλεσμα όταν πετούν χαμηλά οι γλάροι να βλέπω τις πλάτες τους και όχι τις κοιλιές τους! Πέραν όμως από τους φίλους μου τους γλάρους η σκέψη μου μετατο­πίστηκε λίγο βορειότερα (σε σχέση με το σπίτι μου στη Χίο) στο επόμενο υψωματάκι όπου ο «ΦΙΛΟΣ» μου ο Γιάννης ο Ψυχάρης διάλεξε να μείνει… μονίμως (να ταφεί εκεί δηλαδή μετά το «ταξίδι» του). Έτσι θέλοντας και μη, το πρωί που ξυπνώ όταν βρίσκομαι στη Χίο, λέγω μια… ΚΑΛΗΜΕΡΑ με τον Γιάννη τον Ψυχάρη, και το βράδυ όταν γυρίζω από την πόλη, λέγω μια… ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ στον άλλο φίλο μου τον ΟΜΗΡΟ, του οποίου το… διδασκαλείο (η Πέτρα του Ομήρου δηλ. – Ναός της Κυβέλης;) είναι από την άλλη πλευρά του σπιτιού μου!

…Και μετά από αυτόν τον μακροσκελέστατο πρόλογο, έρχομαι στο κύριο θέμα, τον Γιάννη τον Ψυχάρη (1854-1929) για τον οποίο η εκλεκτή κ. (Δρ. Φιλ.) Μαρία-Ελευθερία Γιατράκου γράφει στις ΚΑΜΠΑΝΕΣ[2] ανα­φερόμενη με αρκετές λεπτομέρειες: Μαθαίνω λοιπόν (πλην των άλλων) ότι «ο παππούς Γιάννης Ψυχάρης, μετά τη σφαγή της Χίου το 1822, καταφεύγει φτωχόπαιδο στην Πόλη, αλλά ριζώνει εκεί, εξελίσσεται σε μεγαλέμπορο και διορίζεται Μπέης της Χίου».

Αυτό μου φέρνει στο μυαλό μου μια… παράλληλη ιστορία: Ο Ζωρζής Δρομοκαΐτης κι αυτός μετά την καταστροφή της Χίου, σε ηλικία 10 ή 12 ετών, πωλείται στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης και τον αγοράζει ο θείος του ο Γ. Αγέλαστος. Στην αρχή δούλεψε στο μπακάλικο του θείου του ως «μπακαλόγατος» (= παιδί για θελήματα) και μετά τον κληρονόμησε, διότι ο Αγέλαστος δεν είχε παιδιά.

Για να επανέλθω στο «σόι» του Ψυχάρη, ο παππούς του έκανε δέκα(!) παιδιά, ο δε πατέρας του Νικολάκης Ψυχάρης παντρεύτηκε στην Οδησσό όπου και γεννήθηκε ο Γιάννης ο Ψυχάρης (ο νεώτερος). Όμως, «η μητέρα του Φροσύνη, πεθαίνει στη Βιέννη το 1856 και τον αφήνει ορφανό σε ηλικία 18 μόλις μηνών. Στη γιαγιά του Φροσύνη (σ.σ. Φροσύνη κι αυτή;), θυγατέρα του Μιχαήλ Βασιλείου, οφείλει πολλά…»[3].

Όμως – κι ας με συγχωρήσει ο αναγνώστης – διακόπτω την περιγραφή της βιογραφίας του αειμνήστου Γιάννη Ψυχάρη συμβουλεύοντας τους ανα­γνώστες να απευθυνθούν σε πλέον ιστορικές πηγές, από ό,τι εγώ διαθέτω. Αυτό που θα ήθελα να διατηρήσει ο αναγνώστης από εμένα είναι το γε­γονός ότι ο Γιάννης Ψυχάρης ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ με όλη τη σημασία της λέξεως (με τα καλά του και με τα κακά του). Τον βλέπομε π.χ. να περπατάει κλαίγοντας μετά την απώλεια και των δύο γιων του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο! Τονίζει χαρακτηριστικά: «Του έκανα του καθενός ένα ποίημα γαλλικό– στιχουργούσα στους δρόμους περπατώντας και κλαίγοντας». (Nα σημειωθεί εδώ, ότι ο γιος του ο Ερνέστος ανήκε στους σπουδαίους Γάλλους λογοτέχνες! Ο «δικός μας» Γ. Βερίτης του έχει αφιερώσει ένα υπέροχο ποίημα!) Βέβαια ως ΑΝΘΡΩΠΟΣ είχε και τις αδυναμίες του: Το 1913 διεζεύχθη από τη Noemie που την παντρεύτηκε το 1882 και του έκανε 4(!) παιδιά, και παντρεύτηκε την Irene που ήταν πολύ νεώτερή του (και μαθήτριά του).

Παρά το γεγονός ότι ο Γιάννης Ψυχάρης μεγάλωσε σε ένα κλίμα «θρη­σκευτικής αδιαφορίας», ο γιος του ο Ερνέστος από μια εσωτερική παρόρ­μηση γίνεται καλός Χριστιανός, κατατάσσεται στον Γαλλικό Στρατό και σκοτώνεται στις 22 Απριλίου του 1914 στο Χερβούργο μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, «υπερασπίζοντας τη θέση του και παραμένοντας πιστός στις θρησκευτικές και πατριωτικές του ιδέες, με το κομποσκοίνι του ιερέα στο χέρι».

Ο Γιάννης ο Ψυχάρης (επανέρχομαι σ’αυτόν) εξομολογείται: «Η πίστη του Ερνέστου ανάστησε μέσα μου και τη δική μου πίστη, μια πίστη που βάδιζε πάνω στην κορυφή των κυμάτων, μια πίστη Αποστολική όταν υπό την επίδραση ενός μεγάλου Δομηνικανού, του πατέρα Ντιζόν, ήθελα κι εγώ να μπω στις τάξεις της Εκκλησίας, στην ηλικία των δεκάξι χρόνων…».

 

Αγαπητοί αναγνώστες,

«Ήταν γραφτό», όπως θα’λεγε κι ο ποιητής, στην τρίτη πλέον ηλικία να μάθω πολλά πράγματα για τον γείτονά μου τον Ψυχάρη χάρη στο κεί­μενο της κ. Γιατράκου. Βέβαια από δική μου παρόρμηση (και όχι επειδή το έκανε ο Ψυχάρης) έχω κι εγώ ετοιμάσει τον τάφο μου λίγο πιο πάνω στο Δημοτικό Νεκροταφείο, πάνω από το Μερσινίδι. Τώρα που μετοίκησαν(;) οι ταλαίπωροι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες από το χώρο, ο τάφος μου είναι έτοιμος να με δεχθεί! (Μη με μαλώνετε γι’αυτά που γράφω! Απλά «ο θάνατος είναι η φυσιολογική κατάληξη παντός εμβίου όντος».)

Προσπαθείστε Αδέλφια μου να διατηρήσετε την υστεροφημία σας.

Καλή Χρονιά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υ.Γ.: 1) Συνηθίζω τη Μ. Παρασκευή εκάστου χρόνου και ανάβω ένα κερί στο μνήμα του φίλου μου του Γιάννη τον Ψυχάρη. Φέτος για οικογενειακούς λόγους θα είμαι στη… Γενεύη (έχω εγγονούλα εκεί), όμως «Γιάννη στο υπόσχομαι να το ανάψω το κερί… εκεί). 2) «Αντιγράφοντας» τον Λουκιανό (παίρνοντας την ιδέα), έγραψα προ ετών… νεκρικούς διαλόγους μεταξύ κάποιων επωνύμων Χίων (του Α. Συγγρού, του Βαρβάκη, του Ζωρζή Δρομοκαΐτη, του Γιάννη Ψυχάρη και του… Σουρή), φαντάστηκα δηλ. ότι συναντήθηκαν και κουβέντιασαν στον άλλο κόσμο οι προαναφερθέντες. Οι διάλογοι είναι βέβαια φαντα­στικοί, λένε όμως αλήθειες, που ίσως δεν θα είχαν το θάρρος να τις ειπούν οι πεθαμένοι, ως ζωντανοί! Είναι ένα κείμενο γραμμένο σαν θεατρικό σκετς που από τη μια διασκεδάζει τους ενήλικες, από την άλλη μορφώνει τα παιδιά. Το έδωσα σε επώνυμο σκηνοθέτη, ακόμα όμως περιμένω απάντηση!... 3) Τον τίτλο στο κείμενό μου τον έδωσα, διότι η τελευταία επιθυμία του Γιάννη του Ψυχάρη ήταν να ταφεί στην ΠΑΤΡΙΔΑ του τη Χίο.




[1]     Χιακή «ντοπιολαλιά».

[2]     Περιοδική εορταστική έκδοση του Γυναικείου Συνδέσμου «Οι Φίλοι του Χιώτικου Χωριού», τεύχος 7, Δεκ. 2015 – Ιαν. 2016, σελ. 7-15.

[3]     Αντιγραφή από το κείμενο της κ. Γιατράκου στο οποίο παραπέμπω τον αναγνώστη δια τα περαιτέρω…

Δείτε επίσης