«Γιατί δηλητηριάζουμε τη γη μας τόσο απερίσκεπτα; Πόσο δύσκολο είναι να καθαριστεί ένα χωραφάκι βρε παιδιά με τον παραδοσιακό τρόπο;»
Γιούλα Αργυρούδη
Όταν προσηλυτίστηκα στον μαστιχοχωρούσικο πολιτισμό, τη δεκαετία του ’90, δεν είχε ξεκινήσει «ο πυρετός της μαστίχας» που ευλογεί σήμερα το τοπίο της Νότιας Χίου με την εκθετική αύξηση των νέων φυτεύσεων και την επέκτασή τους χάρη στη γεωμηχανική της μπουλντόζας σε ατρύγητα βουνά που είχαν αφεθεί στη βόσκηση. Η πρόδρομος της επιστροφής στην αγροτική γη, η πρώιμη νύξη «για να καλλιεργήσουμε επιτέλους το χωράφι μας» ήταν τότε, οι επενδύσεις στην αμπελοκαλλιέργεια με σκοπό την παραγωγή ποιοτικού κρασιού. Αν και στην γαστρονομική κουλτούρα της Χίου-ειδικά της Νότιας- δεν παραχωρείται αξιόλογος χώρος σε οίνους αρίστης ποιότητας, πολύ περισσότερο στα λαϊκο-θρησκευτικά πανηγύρια που οι τράπεζες με όσπρια, ξυλάγγουρα και παστά ευωχούνται με ουζοποσία και σούμα, εντούτοις κάποιοι πρωτοπόροι, συνήθως ελληνοαμερικάνοι, πίστεψαν στις δυνατότητες του χιακού αμπελώνα. Η Χίος δεν είναι άγνωστη στην παραγωγή ποιοτικών αγροτικών προϊόντων-ας μνημονεύσουμε το μέλι που επιτέλους προσφέρεται στα ράφια από τον Μελισσοκομικό Συνεταιρισμό Χίου ανεπεξέργαστο, όμως, αλλοίμονο, κάποια οδεύουν προς εξαφάνιση όπως το πλούσιο σε φλαβονοειδή σκλαβούσικο κρεμμύδι, μέλι στο μαγείρεμα, που του έχει απομείνει έσχατος παραγωγός κοκκαριού ένας ηλικιωμένος γεωργός. Το ίδιο το χιώτικο κρασί όμως και η αξία του είχε περιθωριοποιηθεί όλο τον 20ο αιώνα. Ίσως όχι άδικα. Όποιος περιπλανιόταν τη δεκαετία του ’90 στη Χίο, είτε θα δοκίμαζε ένα λιαστό, οξειδωμένο κρασί που το είχανε στην ολιγοθερμιδική διατροφική φαρέτρα τους για αιώνες οι ξωμάχοι είτε, άμα πήγαινε στα βόρεια, θα του γέμιζαν σε πλαστικό μπιτόνι ένα μέλανα, πηκτό, άοσμο «κουρουνιώτικο», περισσότερο μια τύπτουσα συνείδηση του περίφημου αρχαίου Χίου οίνου που στην αυτοκρατορική Ρώμη θεωρούνταν ακραία πολυτέλεια: ο Οράτιος , γράφοντας τον 1ο αιώνα π.Χ., έβαλε τον χαρακτήρα του, τον Νασιδιηνό, στις Σάτιρες, να σερβίρει χιώτικο κρασί σε ένα υπερβολικά πλούσιο δείπνο.
Μπορεί να είχε ακρωτηριαστεί η ισχυρή αμπελοκαλλιεργητική παράδοση από την Γενουάτικη εταιρία της Μαόνας που επέβαλλε ξερίζωμα των αμπελώνων στη Νότια Χίο και αντικατάστασή τους με μαστιχόδεντρα των οποίων το προϊόν ήταν το μοναδικό μπαχαρικό που παραγόταν σε μη ασιατικό, ευρωπαϊκό έδαφος αλλά δεν είχε ξεχαστεί: Ο αείμνηστος Γυμνασιάρχης Νίκος Τσικής παραδίδει ότι προπολεμικά, στο πανηγύρι του Δεκαπενταυγούστου οι Πυργούσιοι πρόσφεραν στους ξένους μουσαφίρηδες ως πολύτιμο κέρασμα ένα ποτηράκι από τα ελάχιστα λίτρα της ετήσιας παραγωγής που φυλούσαν για έκτακτες περιστάσεις.
Η αναγέννηση της αμπελοκαλλιέργειας στη Χίο δεν είναι αξεχώριστη με την εκρηκτική ανάπτυξη του κινήματος των μικρών παραγωγών που κορυφώθηκε στις αρχές του 21ου αιώνα και τοποθέτησαν την ελληνική οινοπαραγωγή στο διεθνές στερέωμα με κάποτε διθυραμβικά σχόλια οινοκριτικών για τις δυνατότητες των αυτόχθονων ελληνικών ποικιλιών. Ας προσθέσουμε, σε αυτό το σημείο, ότι το αμπέλι, μόλις σε δυο-τρία χρόνια από τη φύτευσή του αποδίδει καρπούς , αποσβεννύοντας ταχέως τους επενδυτικούς κόπους.
Μια γενεαλογία του σύγχρονου χιώτικου ποιοτικού κρασιού οφείλει να ξεκινήσει το 2001 όταν στις πλαγιές της Αμανής φυτεύθηκε «ο αμπελώνας της Παναγίας» από τους πρώτους μετόχους του Αριούσιου με τις τοπικές ποικιλίες χιώτικο κρασερό και αγιαννίτη. Το 2004 ο Δημήτρης Κεφάλας που πρωτοστάτησε στην αναβίωση της σπάνιας ποικιλίας «χιώτικο κρασερό» ξεκινάει τη δημιουργία σύγχρονου οινοποιείου στη θέση «Σχοινιές» στην περιοχή της Βολισσού. Την ίδια χρονική περίοδο που συμπίπτει με το λυκαυγές του νέου Χιακού αμπελώνα, μνημονεύουμε την φύτευση στην Κώμη αμπελώνων με τις γαλλικές ποικιλίες Cabernet και Chardonnay από τον Ελληνοαμερικάνο Καλαμωτούση Τριανταφύλλου που εμφιάλωσε τους ομώνυμους οίνους, μια φιλόδοξη, πολλά υποσχόμενη είσοδο, με άνισες ποιοτικά χρονιές. Μια κακοδαιμονία που ισχύει διαχρονικά στο χώρο του ελληνικού οίνου όπου «για να δημιουργήσεις μια μικρή περιουσία πρέπει να έχεις ξοδέψει πρώτα μια μεγάλη» είναι ότι ενώ οι επίδοξοι οινοποιοί ξεκινούν με φιλόδοξα σχέδια συχνά το εγχείρημα του ετήσιου στοιχήματος για σταθερά ποιοτικό κρασί σκοντάφτει στην έλλειψη μακρόχρονης πολιτισμικής παράδοσης-τα κρασιά του Τριανταφύλλου είχαν σοβαρά ελαττώματα οξείδωσης, συχνά λόγω έλλειψης γνώσης από τους μαγαζάτορες και εστιάτορες της εποχής στην ορθή συντήρησή τους σε κάβα. Δύο άλλοι Ελληνοαμερικάνοι αποδείχθηκαν πιο διορατικοί λίγα χρόνια αργότερα. Ο Νίκος Γουβάκης δημιούργησε με πολλή αγάπη ένα αμπελοτόπι τριάντα στρεμμάτων, 6.500 πρέμνα στο λόφο της Αχλάδας, πάνω από το Μυρμήγκι φυτεύοντας την τοπική ποικιλία Μαντηλαριά και την διάσημη ερυθρή «Λημνιό». Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, «ορυκτό» ερυθρό ξηρό κρασί, με υψηλή οξύτητα και δυσκολοδάμαστες τανίνες κατόρθωσε να παράγει ο Ελληνοαμερικάνος κυρ Παντελής Γιαλιάς στο παραθαλάσσιο οινοποιείο Γιαλιά στα Πραστιά, κάτω από τη Σιδηρούντα της Χίου, με μπόλικο μεράκι συνδυάζοντας χιώτικο κρασερό, μανδηλαριά και φωκιανό. Λίγο αργότερα, στα χρόνια της Ελληνικής οικονομικής κρίσης που άγγιξε λιγότερο τη Χίο λόγω της διεθνούς ναυτιλίας και μαστίχας έχουμε δυο δυναμικές εμφανίσεις. Η μία, στον αγαπημένο μου νότο, της Δέσποινας Καράμπελα Μουστρίδη με τους εκλεκτούς οίνους Μεστών από την «Ευεργέτιδα γη» των αδελφών Μουστρίδη με φυτεύσεις και εμφιαλώσεις λευκών κυρίως ποικιλιών, κρασιά τίμια, με ορθές καλλιεργητικές πρακτικές και ήπια φυτοπροστασία που θα μπορούσαν να γίνουν «μεγάλα» αν βοηθούσαν οι δύσκολες κλιματικές συνθήκες τα τελευταία χρόνια στη νότια Χίο κι αν βελτιώνονταν οι συνθήκες οινοποίησης των λευκών που είναι μεν παραγωγικά αλλά και «πίζουλα σταφύλια» όπως λέν οι Χιώτες, με την έννοια του αβέβαιου, επίφοβου, επισφαλή. Τελευταία προσθήκη, από τις πιο φιλόδοξες, είναι η αγροτική, όχι μόνο αμπελοοινική, επένδυση της ναυτεργατικής οικογένειας Φωτεινού στις απομονωμένες Αμάδες της Βόρειας Χίου που ίδρυσε την εταιρία Amades Rootings. Πρώτα, ο γενάρχης Ιωάννης Φωτεινός κατόρθωσε να συνενώσει επτά διαφορετικές ιδιοκτησίες σε ένα ενιαίο, οικογενειακό αμπελώνα φέρνοντας στη Χίο το ικαριώτικο Μπεγλέρι, τον Αυγουστιάτη από τα Ιόνια νησιά, το μαυροτράγανο και το ασύρτικο της Σαντορίνης. Είναι ένας αμπελώνας με αιγαιοπελαγίτικη ψυχή από ποικιλίες που αντιπροσωπεύουν το πλούσιο οινικό DNA του Αιγαίου- και εξίσου σημαντικό, επιβλέπεται από τον εξαιρετικό Νενητούση γεωπόνο Παντελή Ζωγράφο ο οποίος τονίζει: «Η προσπάθειά μας είναι συλλογική. Θέλουμε να μεταδώσουμε αυτή τη φλόγα και έξω από τις Αμάδες, σε όλη τη Χίο. Να εμπνεύσουμε νέους ανθρώπους με όνειρα και κίνητρο την αγάπη για τον τόπο τους.»
Με τον παραπάνω επιστήμονα και αμπελοκαλλιεργητή απόλαυσα αργά το περσυνό καλοκαίρι, επ’ ευκαιρία της ταύτισης, εκ μέρους του, ενός άγνωστου κλώνου μανδηλαριάς στο πεδίο των Κάτω Φανών, εποικοδομητικές συζητήσεις. Με δικαιολογημένη υπερηφάνεια μου δήλωσε πόσο τρομερή ευθύνη αποτελεί για αυτόν το οικοδιατροφικό στοίχημα στις Αμάδες και τον προβληματισμό του για την βασικότερη αιτία συρρίκνωσης της αμπελοκαλλιέργειας-μόνο το 2025 εγκαταλείφθηκαν 6.500 στρέμματα οινάμπελων λόγω των απαράδεκτα χαμηλών τιμών της σταφυλικής παραγωγής που διαμορφώνουν σχεδόν μηδενικό αγροτικό εισόδημα, με αποτέλεσμα να αδυνατεί ο έλληνας αμπελουργός να συνεχίσει τις καλλιεργητικές του φροντίδες εκτός αν έχει δεύτερο εισόδημα όπως οι καπεταναίοι αμπελουργοί στα Καρδάμυλα. Η συζήτηση στράφηκε μετά στην περίφημη επιτραπέζια ποικιλία «Νενητούσικο» που ήταν μια γευστική ανακάλυψη για μένα όταν πρωτοήλθα στο νησί και τη δοκίμασα στον «κήπο του Οδυσσέα» στην πλατεία Βουνακίου που όσο μπορεί προωθεί τα ντόπια, όλο και πιο σπάνια, εδώδιμα. Γιατί χρειαζόμαστε ένα οικοσύστημα πώλησης φρούτων και λαχανικών με δίκαιες τιμές για τους αυτόχθονες παραγωγούς και ευτυχώς υπάρχουν ελπιδοφόρες κινήσεις: oι πατάτες της Μερικούντας και του Μάναγρου του παραγωγού Στέλιου Μουντούδη γίνονται ανάρπαστες στο πυργούσικο μανάβικο της γεωπόνου Εύης Καραγιαννίδου, τα άνυδρα κηπουρικά στο κατάστημα της «Ευεργετικής γης» στα Μεστά μοσχοπουλιούνται.
Στα Κάτω Φανά εκμυστηρεύτηκα στον Νενητούση εύελπη της χιώτικης αμπελουργίας έναν τρίτο δρόμο: Tού επέδειξα δυο μικρούς αμπελώνες αυτόριζων αμπελιών της ποικιλίας φωκιανό που κατορθώθηκε να επιβιώσουν. Πιθανότατα είναι προ-φυλοξηρικοί αμπελώνες που παρέμειναν μη εμβολιασμένοι με υβρίδια καθώς τα αμμώδη, ασβεστολιθικά εδάφη πλησίον του υδροβιότοπου παρείχαν φυσική προστασία από το έντομο-παντού αλλού οι χιώτικοι αμπελώνες είχαν καταστραφεί μέχρι το 1930. Μνήμη, συναίσθημα και ανθεκτικότητα ενέχει η διατήρηση των παλαιών κλιμάτων. Είναι ελάχιστοι στην Ευρώπη οι αμπελώνες, μνημεία της παγκόσμιας οινικής κληρονομιάς, οι οποίοι δεν έχουν εμβολιαστεί, συχνά αποκαλούμενοι ως αυτόριζοι αμπελώνες, που έμειναν ανεπηρέαστοι συνήθως λόγω του terroir και της τύχης. Στη Valle d’Aosta, οι αμπελώνες Blanc de Morgex και de La Salle απέφυγαν τη φυλλοξήρα λόγω του μεγάλου υψόμετρού τους. Στη Σαντορίνη στην Ελλάδα – και σε άλλα ηφαιστειακά terroir – το χώμα της τέφρας ήταν ικανό να κρατήσει το παράσιτο μακριά. Τί εννοούµε όµως όταν λέµε παλαιά κλήµατα; Για τον εγχώριο οινικό λόγο πρόκειται για αµπέλια που είναι τουλάχιστον 40 ετών, αν και δεν ισχύει το ίδιο για όλες τις χώρες. Πρόκειται για αµπελώνες που διασώζουν ένα κοµµάτι του πολιτισµού αλλά απαιτούν την ανάλογη φροντίδα από τον αµπελουργό.
Η συζήτηση μεταξύ των αμπελουργών, των οινοποιών, των σομελιέ και ακόμη και των βοτανολόγων για τα αυτόριζα αμπέλια συνήθως οδηγεί σε περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντήσεις. Μπορούν τα αυτόριζα αμπέλια να παραμείνουν ανθεκτικά με τις σημερινές εντατικές μεθόδους καλλιέργειας; Μήπως ζητώντας τους να είναι υπερπαραγωγικά τα υπονομεύουμε; Την ίδια στιγμή ας μην παραβλέπουμε το γεγονός ότι τα παλαιά κλήματα είναι μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς, της ιστορίας και του μέλλοντος ενός τόπου. Πρέπει να διαφυλάσσονται, αλλά και να είναι αντικείμενο έρευνας. Ιδιαίτερα μπροστά στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής, η προσαρμογή και η ανθεκτικότητα των παλαιών κλημάτων αρχίζει να γίνεται σημαντικό πεδίο προβληματισμού στην επιστημονική κοινότητα.
Σε αυτό εδώ το κείμενο θα προσπαθήσω να αρθρώσω μια κριτική στην mainstream προοδευτική αμπελουργική ιδεολογία που θέλει «και τον σκύλο χορτάτο και την πίττα ανέγγιχτη». Η τελευταία, υποστηρίζει ότι η διατήρηση των παλαιών κληµάτων είναι το ιερό δισκοπότηρο του κινήματος της Αναγεννητικής γεωργίας που αρχίζει να επικρατεί σήμερα. Σε αυτό το πλαίσιο είναι κοµβικής σηµασίας η προσπάθεια να συνεχίσουν οι παλαιοί αμπελώνες να υφίστανται και να είναι τόσο παραγωγικοί και ποιοτικοί, ώστε να µην εγκαταλειφθεί η καλλιέργειά τους. Στην πρόσφατη αρθρογραφία υποστηρίζεται με περισσή αισιοδοξία ότι τα παλαιά κλήµατα µπορούν να ανταποκριθούν καλύτερα στις συνθήκες stress που φέρνει η επιδρομή της κλιµατικής αλλαγής χάρη στις φυσικές «άμυνές» τους, υποθέτοντας ότι έχουν δηµιουργήσει περισσότερο ανεπτυγµένο ριζικό σύστηµα. Όμως τα τελευταία δραματικά καλοκαίρια άλλαξαν πολλά δεδομένα στον άνυδρο χιώτικο νότο…
Τα παλαιά σιδωράκικα κλήματα των Κάτω Φανών ήταν διαμορφωμένα σε κυπελλοειδές σχήμα, είναι ξηρικής καλλιέργειας και καλλιεργούνταν από τους προπάτορες με ελάχιστες και οργανικές μεθόδους. Παρακολουθώντας προσεκτικά τους έμπειρους αγρότες των Ολύμπων στην αμπελουργική ζώνη «Ποταμοί» σε αργυλώδη εδάφη, με αρκετά υψηλότερο υψόμετρο παρατηρούσα πόσο δημοφιλής ήταν η εικόνα του γυμνού εδάφους, του «καθαρού αμπελιού». Ακόμα και για μερική φυτοκάλυψη με ζιζάνια σε εγκαλούσαν οι καλοκάγαθοι αγρότες ως οκνηρό. Τα πρώτα χρόνια μέχρι πρόσφατα, για να δώσω την κοινωνική εντύπωση «του μερακλή αγρότη» πραγματοποιούσα συνεχή ανοιξιάτικα φρεζαρίσματα για την εξάλειψη των ζιζανίων. Δυστυχώς τα πράγματα άρχισαν να μη πηγαίνουν καλά. Έχανα, μέσα στους καύσωνες, νεαρά εμβολιασμένα πρέμνα, κυρίως λημνιό που δεν μπορούσε να εγκλιματιστεί στο νότο αλλά, το κυριότερο, άρχισα να έχω απώλειες από την αθεράπευτη ασθένεια της ίσκας σε αυτόριζα, αρχαία φωκιανά. Αυτό κι αν ήταν όνειδος! Η μελέτη της πρόσφατης βιβλιογραφίας για τις προκλήσεις της μεσογειακής αμπελουργίας εν μέσω κλιματικής αλλαγής έδειξαν πόσο υπεροπτικά φερόμουν σε αυτό το ζωντανό, ασπαίροντα, αρχαίο αμπελοτόπι. Υπήρχε μόνο ένα, στην πραγματικότητα, στενό χρονικό παράθυρο για την εφαρμογή ελαφρού φρεζαρίσματος, αυστηρά τον Δεκέμβρη-Γενάρη. Μετά, τους επόμενους μήνες, ο μονόδρομος πρέπει να είναι η μηχανική ζιζανιοκτονία με χορτοκοπτικό!
Βασανιστικά μακρόχρονα άρχισα να αναδιοργανώνω τις διαδεδομένες ιδεοληψίες που επικρατούν στον κοινό νου και έχουν οδηγήσει στην υποτίμηση της υγείας του εδάφους. Γιατί, το φρεζάρισμα, ακόμα και “ελαφρύ”, μπορεί στη θεωρία να κόβει τον ανταγωνισμό των ζιζανίων, να “κρατά”, το νερό αλλά στην πράξη, σε ξηροθερμικά περιβάλλοντα όπως η νότια Χίος είναι αρνητικό γιατί σπάει τη δομή του εδάφους που χάνει γρήγορα υγρασία μετά από 1–2 βροχές και δημιουργεί “σκόνη” και εξάτμιση. Το συνεχές φρεζάρισμα καταστρέφει ρηχές ρίζες αμπελιού και το κυριότερο διακόπτει μυκόρριζες. Το τελικό αποτέλεσμα κατέληγε να είναι περισσότερο στρες στο πρέμνο μέσα στο καλοκαίρι.
Αρκετοί συνάδελφοι αναγνώστες τους ακούω ήδη να διαμαρτύρονται και να ρωτούν «αλλά τα χόρτα δεν τραβάνε νερό;» Ναι, Ισχύει αλλά στο νησιωτικό κεντρικό Αιγαίο οι βροχές πια τελειώνουν νωρίς, το νερό που “κρατάς” είναι πιο σημαντικό από το νερό που θα μοιραστεί στα επιλεκτικά «ζιζάνια» που διατηρείς-κάποια νοστιμότατα όψιμα «χωραφίσια» χόρτα- και εδώ είναι το κλειδί: Αν κόψεις τα χόρτα την κατάλληλη στιγμή σταματάς τον ανταγωνισμό αλλά κρατάς τα οφέλη τους. Το φρεζάρισμα μπορεί να δίνει πρόσκαιρο όφελος αλλά “κοστίζει” ακριβά το καλοκαίρι.
Σε ένα τέτοιο ξηρικό αμπελώνα ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό ζήτημα είναι η λίπανση. Στα παραπάνω αμπέλια ο γράφων ρίχνει όλο το λίπασμα μαζί όταν ξεκινούν οι χειμερινές βροχές. Το “πληρώνει” με ανάπτυξη ζιζανίων γύρω από το πρέμνο που αφαιρεί χειρονακτικά και ενσωματώνει στο έδαφος. Χρησιμοποιώ πολύ λίγο άζωτο, μέχρι 12%, και δίνω έμφαση στο κάλιο-φώσφορο και ιχνοστοιχεία. Τα παλαιά κλήματα είναι σαν τους υπεραιωνόβιους, τους «όσιους» όπως τους αποκαλούν οι αμερικάνοι γιατροί: Δεν τους δίνουμε κατοστάρι βιάγκρα γιατί θα αφήσουν τα κοκαλάκια τους. Σε τέτοιο αμπέλι αποφεύγεις υπερβολική βλάστηση, κρατάς ισορροπία καρποφορίας, μειώνεις “μαλακό” ξύλο που είναι ευάλωτο σε ασθένειες. Αλλά, ναι, χρειάζεται το λιπασματάκι, μια χούφτα κοπριά, γιατί αν το άζωτο είναι υπερβολικά χαμηλό μειώνεται η ανανέωση ξύλου, πέφτει η άμυνα του φυτού και επιταχύνεται η “παρακμή” (και η ίσκα βρίσκει χώρο…) Τα αιωνόβια πρέμνα που ευλαβώς διαχειρίζομαι χάρη στην ευγενή συγκατάθεση των Ολυμπούσων κτητορισσών έχουν βαθιές αλλά κουρασμένες ρίζες, εξαρτώνται από σταθερό περιβάλλον, άρα θέλουν όπως όλοι οι επιβιώσαντες ηλικιωμένοι ηρεμία.
Ας ηρεμίσουν όμως και τα αγιασμένα κόκκαλα των ιδρυτών, αυτών που έσκαψαν να φυτέψουν τον πρίγκιπα του αιγαιοπελαγίτικου αμπελώνα, το φωκιανό που παρήγαγε τον ξακουστό από την αρχαιότητα Πράμνειο οίνο και σήμερα δίνει εκλεκτά ερυθρά κρασιά με έντονα αρώματα κόκκινων φρούτων, χαμηλή οξύτητα και μέτριες ταννίνες. Γιατί σωστά επέμεναν στο “καθαρό, φρεζαρισμένο” αμπέλι στις παλιές συνθήκες επιβίωσης -όχι απλά καλλιέργειας: Στα φτωχά τότε, με χαμηλές αποδόσεις, χωράφια τα χόρτα ήταν πολύτιμη τροφή για ανθρώπους και ζώα. Ακόμα και για τον γράφοντα σήμερα, η πιο εκπληκτική παράπλευρη ωφέλεια όταν «έπιασα αμπέλι» ήταν τα χειμωνιάτικα ραδίκια και οι πικρίδες που βγάζω από εκεί. Οι παλιοί όμως δεν ήθελαν χόρτα και γιατί τα θεωρούσαν πηγή ασθενειών για το αμπέλι-ενώ τώρα έχουμε την πολυτέλεια να ρίχνουμε θειάφι με τις χούφτες- αλλά και γιατί θεωρούσαν ότι το καθαρό χωράφι ήταν πιο ελεγχόμενο και ασφαλές. Τα ξερά χόρτα σήμαιναν κίνδυνο πυρκαγιάς. Αλλά ας μην υποτιμήσουμε και τον ρόλο της αισθητικής στην κομψή Μυροβόλο με τις καθαρές και μοσχοβολημένες Μαστιχοχωρούσενες: Για τους παραδοσιακούς γεωργούς «καθαρό χωράφι» σήμαινε «καλός γεωργός», χωράφι με, έστω κομμένα, χορτάρια σήμαινε «παρατημένο».
Εκείνα τα χρόνια η παραπάνω πρακτική είχε αποτέλεσμα. Λογικό γιατί τα εδάφη είχαν περισσότερη οργανική ουσία, υπήρχε λιγότερη ένταση καλλιέργειας, το κλίμα ήταν ελαφρώς διαφορετικό, υπήρχαν λιγότερες κινέζικες φρέζες, λιγότερη μηχανική καταπόνηση. Σήμερα όμως με τα ακραία καλοκαίρια η παραδοσιακή γεωργική ιδεολογία γυρίζει μπούμερανγκ και το ίδιο μοντέλο αρχίζει να δημιουργεί περισσότερο στρες απ’ ό,τι λύνει. Και το βλέπουμε στην έκρηξη της αθεράπευτης ίσκας που έχει καταστρέψει τον αμπελώνα της νότιας Χίου όπως μου διεκτραγωδούσε χθες ο γεωπόνος επιχειρηματίας Νίκος Μονέζης στο λαμπρό κατάστημά του γεωργικών εφοδίων στα Αρμόλια.
Η εμπειρία στο πεδίο, αυτό που παρατηρώ στη νότια Χίο είναι απόλυτα συμβατό με τα εμπειρικά δεδομένα για την άμπελο στη νησιωτική νότια Ευρώπη: Στα αμπέλια με χορτοκοπή και κάλυψη του εδάφους με ξερά χόρτα έχουμε πιο αργή εξέλιξη ίσκας ενώ αντίθετα στα αμπέλια με γυμνό έδαφος έχουμε απότομη κατάρρευση. Προκειμένου ειδικότερα για τη νότια Χίο σε τέτοια αμπέλια με γυμνό έδαφος, σε ποσοστό 90% υπεύθυνη είναι η χρήση χημικών ζιζανιοκτόνων από οικονομικούς μετανάστες οι οποίοι ως παράπλευρο όφελος της ενοικίασης σκίνων λαμβάνουν παρατημένα παλαιά αμπέλια τα οποία εκμεταλλεύονται για παραγωγή τσίπουρου.
Μια πρόβλεψη: Ως εκπαιδευτικός μέλους κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλω να διακρίνομαι από παιδαγωγική αισιοδοξία. Αλλαγή στο μέλλον μπορεί να προέλθει από τις χρηματοδοτικές δυνατότητες που προσφέρουν οι Βρυξέλλες και είναι πλουσιοπάροχες αλλά δυστυχώς έως σήμερα η πληροφόρηση ήταν ασύμμετρη και προνομιακή.
Κοντολογίς, η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιόδου 2023-2027 έχει θέσει καινούργιους περιβαλλοντικούς και κλιματικούς στόχους στο πλαίσιο της Πράσινης Συμφωνίας και πληρώνει αδρά για αυτούς. Τα Οικολογικά Σχήματα (ecoschemes), γνωστά και ως οικολογικά προγράμματα, νέα, καινοτόμα Προγράμματα της ΚΑΠ στηρίζουν έμπρακτα τους αγρότες και δυστυχώς δεν έχω ακούσει κανένα αγρότη να μιλά για αυτά. Ας σημειωθεί, για του λόγου το αληθές, ότι οι παρακάτω στρεμματικές ενισχύσεις ισχύουν για την καλλιέργεια μαστιχόδεντρων-αμπελιού-ελιάς:
-Για την εφαρμογή μηχανικής ζιζανιοκτονίας, 18,3 €/στρ
-Για τη χρήση ψεκαστικών ακροφυσίων μειωμένης διασποράς 3,0 €/στρ.
-Για τη διαχείριση των υπολειμμάτων ψεκαστικών υγρών στις μόνιμες καλλιέργειες 3,0 €/στρ.
-Για τη χρήση υπηρεσιών γεωργίας ακριβείας κατά τη διάρκεια των ψεκασμών 7,0 €/στρ
-Για την κoμποστοποίηση 14,0 €/στρ. για τα αμπέλια και 11,2 για όλες τις υπόλοιπες δενδρώδεις καλλιέργειες.
Η αισιοδοξία της βούλησης όταν αντικρίζω νέους καλλιεργητές σαν τον τρίτεκνο νέο Πυργούση και γερά μορφωμένο Αυγουστή Φυτίλη που έβαλε καταστροφέα στο τρακτέρ αντί της παραδοσιακής καύσης συναντά την απαισιοδοξία της νόησης, όπως έλεγε ο Αντόνιο Γκράμσι: Μαθαίνουμε δυστυχώς άσχημα νέα: Η νέα διοικητική δομή του ΟΠΕΚΕΠΕ, με την ευθύνη της ΑΑΔΕ, προχώρησε προχθές στην τοποθέτηση, σε θέσεις ευθύνης του οργανισμού, υπαλλήλων που ελέγχονται ποινικά και βρίσκονται μέσα στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Το πάρτι που γίνονταν στο Εθνικό Απόθεμα εις βάρος των τίμιων παραγωγών έως πότε θα συνεχίζεται;
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.