Κάθε δίμηνο φτάνει ο λογαριασμός. Τον ανοίγεις. Κοιτάς το ποσό. Και αναρωτιέσαι: πού πάνε τόσα λεφτά;
Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι καταναλωτές στην Ελλάδα δεν ξέρουν πόσο πληρώνουν ανά κιλοβατώρα. Ούτε αν η τιμή που χρεώνονται είναι ανταγωνιστική. Ούτε αν θα μπορούσαν να πληρώνουν λιγότερα χωρίς καμία αλλαγή στις συνήθειές τους. Απλά πληρώνουν.
Αυτό το άρθρο λύνει ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Με απλά νούμερα, χωρίς μικρά γράμματα.
Η τιμή που βλέπεις στον λογαριασμό σου δεν είναι μόνο «ρεύμα». Περιλαμβάνει τρία στρώματα χρεώσεων: την ενεργειακή χρέωση (αυτή που ελέγχει ο πάροχος), τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις (δίκτυο, ΔΕΔΔΗΕ, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας) και τους φόρους.
Το μόνο κομμάτι που αλλάζει ανάλογα με τον πάροχο είναι το πρώτο. Τα υπόλοιπα είναι ίδια για όλους. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: η σύγκριση παρόχων γίνεται μόνο στην ενεργειακή χρέωση. Όλα τα άλλα είναι θόρυβος.
Για τον μέσο οικιακό καταναλωτή με κατανάλωση 300-400 kWh το δίμηνο, η διαφορά μεταξύ ακριβού και φθηνού παρόχου μπορεί να φτάσει τα 15-25€ ανά λογαριασμό. Σε ετήσια βάση, αυτό γίνεται 90-150€. Δεν είναι ασήμαντο ποσό.
Η μεγάλη ερώτηση. Σταθερή τιμή ή κυμαινόμενη;
Το σταθερό τιμολόγιο δίνει προβλεψιμότητα. Ξέρεις τι θα πληρώσεις, ανεξάρτητα από το τι κάνει η χονδρεμπορική αγορά. Δεν θα σε χτυπήσει κάποια ξαφνική αύξηση. Από την άλλη, αν οι τιμές πέσουν, εσύ εξακολουθείς να πληρώνεις τη σταθερή.
Το κυμαινόμενο τιμολόγιο ακολουθεί τη ρήτρα αναπροσαρμογής (ΜΤΑΜ). Οι τιμές ανεβοκατεβαίνουν κάθε μήνα. Σε περιόδους χαμηλής χονδρεμπορικής τιμής, τα κυμαινόμενα βγαίνουν πιο φθηνά. Αλλά κανείς δεν εγγυάται ότι θα μείνουν εκεί.
Ο κανόνας είναι απλός. Αν δεν θέλεις εκπλήξεις, σταθερό. Αν θέλεις τη χαμηλότερη δυνατή τιμή και αντέχεις τη μεταβλητότητα, κυμαινόμενο. Και σε κάθε περίπτωση, σύγκρινε πρώτα.
Η ΔΕΗ παραμένει ο μεγαλύτερος πάροχος στην Ελλάδα. Αλλά μεγαλύτερος δεν σημαίνει πάντα φθηνότερος. Η απελευθερωμένη αγορά ενέργειας έφερε εναλλακτικούς παρόχους που, σε πολλές περιπτώσεις, προσφέρουν χαμηλότερες τιμές κιλοβατώρας στα σταθερά τιμολόγια.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Φυσικό Αέριο Ελληνική Εταιρεία Ενέργειας. Παρά το όνομά της, η εταιρεία δραστηριοποιείται ενεργά και στην αγορά ρεύματος με ανταγωνιστικά προγράμματα. Πολλοί καταναλωτές δεν τη γνωρίζουν καν ως πάροχο ηλεκτρικής ενέργειας, κι αυτό την κάνει μια κρυφή επιλογή που αξίζει διερεύνηση. Μια ανάλυση των τιμολογίων ρεύματος της Φυσικό Αέριο ανά κιλοβατώρα δείχνει ότι τα σταθερά της προγράμματα κινούνται αρκετά κάτω από τον μέσο όρο.
Αντίστοιχα, η Ζενίθ. Με παρουσία τόσο στο ρεύμα όσο και στο φυσικό αέριο, προσφέρει σταθερά πακέτα που στοχεύουν σε νοικοκυριά με μεσαία κατανάλωση. Όποιος θέλει να δει αναλυτικά τα τρέχοντα τιμολόγια και τις χρεώσεις της Ζενίθ, μπορεί να τα βρει εύκολα σε πλατφόρμες σύγκρισης.
Το κλειδί δεν είναι ποιος πάροχος «είναι ο καλύτερος». Δεν υπάρχει ένας καλύτερος για όλους. Εξαρτάται από την κατανάλωσή σου, αν έχεις νυχτερινό μετρητή, αν θέλεις σταθερή ή κυμαινόμενη τιμή. Ο καλύτερος πάροχος είναι αυτός που ταιριάζει στο δικό σου προφίλ.

Πρώτον, βρες τον τρέχοντα λογαριασμό σου. Κοίτα τη γραμμή «ενεργειακή χρέωση» και διαίρεσε με τις kWh. Αυτό είναι η πραγματική τιμή κιλοβατώρας που πληρώνεις.
Δεύτερον, σύγκρινε. Μην μείνεις στον πάροχο που έχεις μόνο και μόνο επειδή «βαριέσαι να ασχοληθείς». Υπάρχουν πλέον δωρεάν πλατφόρμες σύγκρισης, όπως το BestEnergyDeals.gr, που σου βρίσκουν την καλύτερη προσφορά με βάση τη δική σου κατανάλωση. Η ίδια η αλλαγή παρόχου γίνεται ηλεκτρονικά, χωρίς διακοπή ρεύματος, χωρίς τεχνικό στο σπίτι, χωρίς μπελά.
Τρίτον, ξαναέλεγξε σε 6 μήνες. Οι τιμές αλλάζουν. Τα προγράμματα ανανεώνονται. Ο πάροχος που ήταν ο φθηνότερος πριν 6 μήνες μπορεί να μην είναι σήμερα.
Η αγορά ενέργειας στην Ελλάδα ωριμάζει. Ο ανταγωνισμός μεγαλώνει. Αλλά ωφελεί μόνο όσους ενημερώνονται.
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.