Ο θάνατος του Μιχάλη Μόσιου, σε ηλικία 79 ετών, βύθισε στο πένθος τον χώρο του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου. Τη δυσάρεστη είδηση γνωστοποίησε ο γιος του μέσα από ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποχαιρετώντας τον πατέρα του με λόγια βαθιάς συγκίνησης.
Ο Μιχάλης Μόσιος, που γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1947 στη Θεσσαλονίκη και καταγόταν από τη Στενήμαχο Ημαθίας, υπηρέτησε επί δεκαετίες το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Ωστόσο, το όνομά του ταυτίστηκε με τον θρυλικό «Ταμτάκο», έναν αυθόρμητο, λαϊκό και ετοιμόλογο χαρακτήρα, που άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην ελληνική κωμωδία.
Η καλλιτεχνική του διαδρομή ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όπου από το 1969 έως το 1972 συμμετείχε σε σημαντικές παραγωγές του αρχαίου ελληνικού και παγκόσμιου ρεπερτορίου.
Στο διάστημα αυτό ερμήνευσε ρόλους σε έργα όπως ο «Πλούτος» και οι «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη, ο «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, ο «Μάκβεθ» και το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Σαίξπηρ, αλλά και ο «Φάουστ» του Γκαίτε. Παράλληλα συμμετείχε στον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου, στον «Βασιλικό» του Αντωνίου Μάτεση και στο «Ζευγάρωμα» του Γρηγορίου Ξενόπουλου.
Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συνέχισε τη θεατρική του πορεία, συνεργαζόμενος με κορυφαίες προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου.
Το 1972 εμφανίστηκε στην παράσταση «Ριχάρδος Γ΄» στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς, δίπλα στον Δημήτρη Χορν, ενώ την ίδια χρονιά έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στην ταινία «Αν ήμουν πλούσιος», σε σκηνοθεσία του Στέλιου Τατασόπουλου.
Ακολούθησαν συμμετοχές στις παραστάσεις «Τα Πατατάκια» του Άρνολντ Ουέσκερ και «Θέλω έρωτα, όχι πόλεμο», ενώ ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η συνεργασία του με τη Ρένα Βλαχοπούλου στην περιοδεία της παράστασης «Ο σεΐχης της Καβάλας». Στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς συμμετείχε ακόμη στις παραστάσεις «Παπαδόπουλος και Σία» και «Η χαρτοπαίχτρα».
Παρότι η πορεία του περιλάμβανε συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ, εννέα κινηματογραφικές ταινίες και δεκάδες θεατρικές παραστάσεις, ήταν ο «Ταμτάκος» που τον καθιέρωσε στη συνείδηση του ελληνικού κοινού.
Ο χαρακτηριστικός τρόπος ομιλίας, οι ατάκες, η ιδιαίτερη εμφάνιση και το αυθεντικό λαϊκό χιούμορ του χαρακτήρα τον ανέδειξαν σε μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες μορφές της ελληνικής βιντεοταινίας και της λαϊκής κωμωδίας κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990.
Ο ρόλος γεννήθηκε αρχικά στο θέατρο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία και χαρίζοντας στον Μιχάλη Μόσιο διαχρονική αναγνωρισιμότητα.
Με ιδιαίτερα φορτισμένα λόγια αποχαιρέτησε τον πατέρα του ο γιος του, ανακοινώνοντας την απώλειά του μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο… όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε…».
«Ο μεγαλύτερός μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.»
«Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, την ηθική σου και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής.»
«Πήγες να βρεις τον αδερφό σου τον Στάθη, που μοιραστήκατε τόσα πολλά πριν κάνετε ακόμα καριέρα. Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μωρό παιδί ήταν όταν έφυγε. Τώρα κι εμείς με τη σειρά μας κλαίμε για εσένα.»
«Το μόνο που με χαροποιεί, όσο είναι δυνατόν, είναι ότι έφυγες πλήρης, γεμάτος. Ένα ορφανό φτωχό παιδί, που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος.»
Κλείνοντας την ανάρτησή του, παρέθεσε στίχους από τραγούδι που είχε γράψει για τον φόβο της απώλειας του πατέρα του.
***«Δεν ξέρω πώς θα το αντέξω
Άμα σε χάσω μπαμπά
Θ’ αφήσω τα κλειδιά μου απ’ έξω
Μήπως και μπεις ξανά.
Αντίο πατέρα μου.»***
Ο Μιχάλης Μόσιος αφήνει πίσω του μια σπουδαία καλλιτεχνική διαδρομή και έναν χαρακτήρα που εξακολουθεί να προκαλεί γέλιο και νοσταλγία, αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της ελληνικής λαϊκής κωμωδίας.
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.