Άποψη

14/8/16 13:39

τελ. ενημ.: 14/8/16 13:39

Αυγουστιάτικα Καμώματα

Τούτες τις μέρες του Αυγούστου, σαν κάθε χρόνο, καυτός ο ήλιος τη γη πυρώνει από τα ξημερώματα και τη βουρλίζει με χάδια μαυλιστικά, ματιές εκτυφλωτικές κι αχτίνες φλογισμένες. 
Ούτε τα βράδια η καημένη δεν μπορεί να ξαποστάσει και να κοιμηθεί αφού κι ο παραζαλισμένος ουρανός, ωσάν καθρέφτης καλογυαλισμένος, απάνω της αντανακλά τις φλόγες απ’ τους μαγεμένους Γαλαξίες του και το φεγγάρι, καθώς γεμίζει σιγά- σιγά, τις νύχτες κάμνει διάφανες, φωτερές και γλεντοκόπες , τα βουνά υποχρεώνει να ξενυχτούνε παραζαλισμένα κι όλα τα ξεσκεπάζει και τα μαρτυρά, στερώντας τους την προστασία του σκοταδιού που τέτοιες νύχτες, ούτε το μπορούν μα μήτε και τ’ αντέχουν. 
Άδικα ψάχνει το λοιπόν, η πλάση λίγη δροσιά κι αναπαμό απ΄ τις εξάψεις, απάνω σε μπαλκόνια αερικά και κάτω από κληματαριές και δέντρα φουντωμένα. 
Τρέχει ο ίδρος της, μυρωδάτος κι ανακουφιστικός, σμίγει με των ανθρώπων των πλανταγμένων, ως τη θάλασσα κυλά και τη ζεσταίνει τόσο, που ολημερίς κι ολονυχτίς πια πάει κι έρχεται κι αυτή κι αναστενάζει ξαναμμένη ερωτικά κι απέ, παίρνει αγκαλιά τις ήσυχες τις αμμουδιές, τους απόκρυφους κόλπους, τα βράχια τ’ άγρια και τ’ ακρωτήρια τα θυμωμένα και τα μερώνει με χάδια και φιλιά, κάμνει τα χοχλιδάκια και τα νιάτα να τραγουδούν ασταμάτητα και προκλητικά, κι αναμεταξύ τους να τρίβονται αγκρισμένα και να ρωτεύονται αδιάντροπα, εκεί, στην άκρη του γιαλού, μαζί με τα ξελογιασμένα τα τολμηρά χταπόδια και τ’ άτακτα καβουράκια.
Μα και τα δάση, τα ρουμάνια κι οι ολόδροσες οι ρεματιές ,κάτω απ΄ του ήλιου την επίμονη πολιορκία, αμέτοχα κι αδιάφορα να μείνουνε δεν δύνανται. Παίρνουν λοιπόν, βαθιές και βουερές ανασαιμιές, καθώς να δροσιστούνε προσπαθούν κι ο αχός από τους αναστεναγμούς τους και τα ψιθυρίσματα, ξυπνάει τα νιόβγαλτα πουλάκια στις φωλιές τους πριν χαράξει κι αρχίζουν να γκρινιάζουν στις μανάδες τους να βγούνε στο κυνήγι του επιούσιου. Σηκώνουνε τον αητό και το γεράκι για να κατέβουνε απ’ τις απάτητες κορφές κι από το άγριο τους γιατάκι, στου κάμπου να ψάξουνε την απλωσιά το μερδικό τους, τις πέρδικες, τα κουνάβια, τους λαγούς, τις αλεπούδες και τους σκίουρους, που, αγουροξυπνημένα κι αυτά, απ τα λαγούμια τους ξετρυπώνουν και πάνε να νιφτούνε και να πιούν, ανυποψίαστα, πρωτού τ’ ανθρώπου η ανοησία τα εξαφανίσει. Μ’ αυτή τη φασαρία όμως και τα τρεχάματα, να που και τα τζιτζίκια, ενοχλημένα, αρχίζουνε το γκρι-γκρι-γκρι πρωινιάτικα κι είναι γνωστό σε όλους πως, σαν η φλυαρία τους πάρει μπροστά, σταματημό δεν έχει.
Ε, πε μου, έτσι πώς να κοιμηθεί κανείς; Πώς να ημερέψει και να ξαποστάσει; Πώς να δροσιστεί και ν’ ανακουφιστεί και πώς να βρει την ησυχία και τη σωτηρία της ψυχής του, από τ’ Αυγούστου τούτα τα καμώματα;

Δείτε επίσης