Ειδήσεις

2/1/14 18:29

τελ. ενημ.: 2/1/14 18:29

Οι Καμπάνες- τα Καμπαναριά της Χίου και το ιστορικό τους

Οι καμπάνες με την ελληνική τους ονομασία κώδωνες – ήταν γνωστοί από τους προïστορικούς χρόνους. Εχρησιμοποιούντο ως όργανα μουσικής, ως κοσμήματα και στους τάφους ως κτερίσματα. Σύμφωνα με ευρήματα ήταν ακόμη και αναθηματικοί. Είχαν διάφορα σχήματα και μεγέθη.

 Κώδωνες εχρησιμοποιούντο  στην Εκκλησία του Δήμου, στις δημόσιες συνελεύσεις  και σε άλλες εκδηλώσεις της δημόσιας ζωής  των κατοίκων του κλεινού άστεως και της υπόλοιπης Ελλάδας.

Ο Αισχύλος αναφέρει ότι οι ασπίδες των προγόνων μας  Ελλήνων ήταν εφοδιασμένες με κωδωνίσκους. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, περιγράφοντας τις προετοιμασίες για την τελετή της ταφής του λειψάνου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μνημονεύει ότι στα άκρα της αρμαμάξης, όπου  η βασιλική σορός μεταφερόταν, υπήρχε θύσανος δικτυωτός από ευμεγέθεις κώδωνες.

Οι κώδωνες ήταν γνωστοί από των αρχαιοτάτων χρόνων και στην Ανατολή. Κώδωνες συναντώνται στην Κίνα, στις Ινδίες, στην Αίγυπτο, στη Φοινίκη, στην Ασσυροβαβυλωνία  και στον Καύκασο.

Στο βιβλίο της Εξόδου της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται ότι οι ανώτατοι  ιερείς των παλαιών ιουδαïκών χρόνων έφεραν επάνω στον μανδύα τους μικρούς κωδωνίσκους από χρυσό, οι οποίοι κατά τη βάδιση εκρούοντο  με σκοπό να προκαλούν την προσοχή και τον σεβασμό των πιστών.

Επί βυζαντινής εποχής οι κώδωνες ήταν σε χρήση και στον Ιππόδρομο. Αλλά και στα αποτρόπαι, στις πολεμικές επιχειρήσεις εχρησιμοποιούσαν τους κώδωνες. Στα φάλαρα, κοσμήματα των χαλινών των πολεμικών ίππων, κρεμούσαν και κωδωνίσκους για εκφοβισμό των εχθρών ή εχρησιμοποιούντο ως περίαπτα, δηλαδή φυλακτά. Ίσως σε αυτήν την αλεξίκακο ευχή να ανάγονται και οι κωδωνίσκοι, που κρεμούν σήμερα στις προμετωπίδες ή στους χαλινούς των ίππων και των πώλων.

Κατά τους σκοτεινούς χρόνους της τουρκοκρατίας, όταν απαγορεύτηκε αυστηρά από τους κατακτητές η χρήση των κωδώνων, την ενημέρωση των χριστιανών για τη συμμετοχή τους στην κοινή λατρεία είχε αναλάβει και πάλι ο θεοδρόμος ή λαοσυνάκτης ή κράχτης, όπως και κατά την εποχή των διωγμών, αλλά και κατά την εποχή της ειδωλολατρίας.

Πότε εμφανίζονται και χρησιμοποιούνται οι κώδωνες για την κλήση των πιστών στην θεία λατρεία δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο. Οπωσδήποτε, πάντως, κατασκευάσθηκαν για πρώτη φορά τον 5ον αιώνα στην Ιταλία, στην πόλη της Καμπανίας Νώλη από τον φημισμένο χαλκό της Καμπανίας, εξ’ ου και πήραν το όνομά τους καμπάνες ή νώλες.

Την εκκλησιαστική χρήση των κωδώνων καθιέρωσε και εκτός Καμπανίας ο πάπας Σαβινιανός, όταν ήταν Επίσκοπος Ρώμης, στις αρχές του 7ου αιώνα.

Στο Βυζάντιο την εμφάνισή τους οι κώδωνες κάνουν τον 9ον αιώνα και μάλιστα με πολύ περίεργο τρόπο. Όταν οι Άραβες υποδούλωσαν την Κρήτη, απειλούσαν με σφοδρές επιδρομές τη Δαλματία. Για να απαλλάξει ο δόγης της Βενετίας Ούρσος Πατρικιανός τους Βυζαντινούς από τον κίνδυνο των ορδών τους, επιτίθεται κατά των Αράβων και τούς νικά κατά κράτος. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης τότε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ Γ΄ο Πορφυρογέννητος απονέμει στον δόγη το τιμητικό αξίωμα  του Πρωτοσπαθάριου του Βυζαντινού Θρόνου. Κι ο δόγης κατόπιν, ανταποκρινόμενος στην τιμητική αυτή διάκριση, αποστέλει στον αυτοκράτορα ως δώρο δώδεκα υπερμεγέθεις κώδωνες, οι οποίοι κατά διαταγή του Μιχαήλ αναρτήθηκαν σε ιδιαίτερο πύργο μπροστά στον εξωνάρθηκα του Ναού της Αγίας του Θεού Σοφίας στη Βασιλεύουσα.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά, που οι Βυζαντινοί έβλεπαν τόσον μεγάλους κώδωνες και μάλιστα αναρτημένους σε ιδιαίτερο πύργο.

Έκτοτε η χρήση των κωδώνων στην θεία λατρεία εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, στην Ανατολική Εκκλησία και στην Ορθόδοξη  Ρωσία.

Από την αρχή της χρήσεως των πρώτων σημάντρων και των κω-δώνων μετέπειτα,  υπήρξε αισθητή η ανάγκη μόνιμης κατασκευής  σταθερού σημείου,  όπου θα ήταν δυνατόν να αναρτηθούν.

Πού όμως να αναρτηθούν; Μήπως ήταν μία καλή λύση σαν εκείνο τον ιδιαίτερο πύργο  του αυτοκράτορα Μιχαήλ;

Από επιγραφές προκύπτει ότι η χρήση των πύργων-κωδωνοστα-σίων αρχίζει στο Βυζάντιο από τον 11ον αιώνα.

Συγκεκριμμένο σημείο για την ανέγερση των κωδωνοστασίων και πάντοτε σε σχέση με τον Ναό δεν υπήρχε. Ούτε κανόνας για το πού έπρεπε να τοποθετηθούν. Μόνον η έμπνευση των αρχιτεκτόνων  καθόριζε το σημείο ανεγέρσεώς τους.

α βυζαντινά κωδωνοστάσια συναντώνται, είτε υπό μορφή πύργου ως μεμονωμένα, τετράγωνα κυρίως οικοδομήματα, τα ανεξάρτητα ή αυτοτελή, που μπορεί να είναι τοποθετημένα σε μικρή απόσταση  από τον Ναό, παρά το Ιερό Βήμα ή στο μέσον του προστώου του Ναού ή εφαπτόμενα στις μακριές γωνίες ή στις πλευρές του Ναού. Έχουν βαρειά όψη με χοντρούς τοίχους και πολλούς ορόφους· συνήθως τρεις ή τέσσερεις. Σε κάθε όροφο  ανοίγονται μικρά παράθυρα για το ηλιακό φως, που σε περίπτωση εχθρικών επιδρομών εχρησίμευαν ως πολεμίστρες· είτε είναι στηριζόμενα επί της στέγης του Ναού, τα λεγόμενα απλά ή κιονοστήρικτα, που ανεγείρονται υπεράνω του προστώου ή του νάρθηκα ή στη θέση του τρούλου ή της λιτής του Ναού.        

Τα καμπαναριά της Χίου

Τα καμπαναριά της Χίου αποτελούν κυριολεκτικά μνημεία εκ-λεπτυσμένης λαϊκής τέχνης, απαράμιλλα σε καλλιτεχνική προσπάθεια και μεγαλοπρέπεια. Κανένα μέρος της Ελλάδος δεν έχει να επιδείξει, κατά τους αρχιτέκτονες, όχι μόνο τόσα πολλά – αφού τόσους περικαλλείς Ναούς έχει – αλλά και τόσο περίκομψα δείγματα καμπαναριών.

Ο Γερμανός θεολόγος και περιηγητής J. Wansleben, που επισκέφθηκε τη Χίο  το 1673 έμεινε κατάπληκτος από την κομψότητα και τoν πλούτο των σχεδίων των κωδωνοστασίων.

Στη χιακή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και των καμπαναριών παρατηρούνται δύο διαφορετικές παραδόσεις: η πλούσια βυζαντινή ναοδομική παράδοση με την αυστηρή έκφραση, που κύριο εκπρόσωπό της έχει τη Νέα Μονή και την αυτόνομη τοπική αρχιτεκτονική με δυτικές απαρχές, που επηρεάζει, μετά την κατάληψη της νήσου από τους Γενουάτες  το 1346, την αρχιτεκτονική και των κωδωνοστασίων. 

Η διάχυτη βυζαντινή παράδοση στους Ναούς και στα κωδωνοστάσια διαφοροποιείται τώρα από τη γενοβέζικη τεχνοτροπία και γίνεται πιο κομψή κι πιο ανάλαφρη· και με τις αναμφισβήτητες  καλλιτεχνικές αξιώσεις εδημιούργησε τη γενοβέζικη αρχιτεκτονική και τέχνη με τα μνημειώδη αριστουργήματα  των κωδωνοστασίων της Χίου.

Κύριο υλικό για την προχωρημένη αρχιτεκτονική και των κωδωνοστασίων της Χίου είναι η πέτρα των Θυμιανών. Η θυμιανούσικη πέτρα, όπως αποκαλείται, είναι λεπτόκοκκη και ομοιογενής και πρόσφορη στη λάξευση· και καλαίσθητη στην εμφάνιση. Έχει χρωματισμούς, που επιτρέπουν θαυμάσιους καλλιτεχνικούς συνδυασμούς.           

Έτσι, χάρη στον εξαίρετο πώρο της -  χρωματικά κυμαίνεται από το βαθύ ιώδες και το καθαρό κόκκινο της καρμίνας έως το ανοικτό κίτρινο της ώχρας- καρποφόρησαν οι τόσο διακοσμητικές εφαρμογές της χιώτικης αρχιτεκτονικής· κι ακόμη χάρη στο εξαίρετο ποικιλόμορφο μάρμαρο της Χίου με τις περίφημες ραβδώσεις, που κυμαίνεται  από το ανοικτό γκρίζο μέχρι το ερυθρόμορφο, αλλά κυρίως χάρη στη φαντασία και στην ευρηματικότητα των αρχιτεκτόνων και παράλληλα στη  δεξιοτεχνία των γλυπτών, των πελεκητών πέτρας και των άλλων τεχνιτών, δημιουργήθηκαν αριστουργηματικά καλλιτεχνήματα, τα κωδωνοστάσια της Χώρας, του Κάμπου και των άλλων χωριών της νήσου.

Δείτε επίσης