Κοινωνία

17/12/12 15:41

τελ. ενημ.: 18/12/12 10:17

Δεν πληρώνουμε χωρίς απόδειξη

- ΠΟΙΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΥΣ ΕΡΕΥΝΑ

 

Πενία τέχνας κατεργάζεται. Πόσο μάλλον στις μέρες που διανύουμε όπου η καταβολή φόρων αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για ουκ ολίγους μισθωτούς, επαγγελματίες, συνταξιούχους, εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες.

 

Ήταν λοιπόν περισσότερο από προφανές ότι μέσα στη χαώδη κατάσταση θα αναζητούνταν τρόπος από πολλούς για να γλιτώσουν κάποια χρήματα από τους φόρους που καταβάλουν κυρίως μέσα από τις αποδείξεις που είναι υποχρεωμένοι να αποδίδουν σε κάθε πελάτη τους και σε κάθε συναλλαγή.

 

Στη Δ.Ο.Υ. Χίου το νέο «φαινόμενο» είναι από καιρό γνωστό. Πολλοί επαγγελματίες από όλο το φάσμα της επαγγελματικής δραστηριότητας ζητούν από τον πελάτη να πληρώσει το Φ.Π.Α. προκειμένου να λάβει απόδειξη. Σε άλλες περιπτώσεις πάλι απλά δεν κόβεται απόδειξη και το κόστος της παρεχόμενης υπηρεσίας εμφανίζεται στον πελάτη αρκετά μειωμένο.

 

«Πόσες φορές έχει τύχει να σου πουν 100 με απόδειξη και 60 χωρίς απόδειξη; Πόσες φορές σου έχει τύχει να σου λέει ο επαγγελματίας ότι αν θέλεις απόδειξη θα πληρώσεις το Φ.Π.Α. Όλα αυτά είναι απολύτως γνωστά στην Οικονομική Υπηρεσία και σπεύδουμε να ξεκαθαρίσουμε ότι σε αρκετές περιπτώσεις γίνονται και κατ’ επανάληψη», τονίζει στέλεχος της Δ.Ο.Υ. Χίου στον «π», ξεκαθαρίζοντας ότι οποιαδήποτε συναλλαγή χωρίς απόδειξη είναι παράνομη και έχει επιπτώσεις και για τον επαγγελματία και για τον πελάτη.

 

«Θες απόδειξη; Πλήρωσε το Φ.Π.Α»

Συστηματική καταγραφή περιπτώσεων όπου ο επαγγελματίας δεν κόβει απόδειξη συμβαίνει περισσότερο για εργασίες μικρότερες των 100 ευρώ. Όταν ο πελάτης θα τη ζητήσει υπάρχουν δυο περιπτώσεις. Η μία είναι η άμεση  «έκπτωση» επί του κόστους εργασίας και η άλλη, η γνωστή λογική ότι για να πάρεις απόδειξη θα πρέπει να επιβαρυνθείς το Φ.Π.Α. του τιμολογίου που θα κοπεί.

 

«Αυτό είναι πέρα για πέρα παράνομο. Κανένας πελάτης δεν πρέπει να επιβαρύνεται το Φ.Π.Α. Αυτό έχει ήδη περάσει στο κόστος και δεν συμφωνείτε ξεχωριστά. Η «μόδα» που έχει ξεκινήσει θα σταματήσει πιο σύντομα από όσο νομίζουν όσοι παραβαίνουν τους κανόνες. Και αυτό διότι καταγγελίες γίνονται και οι περιπτώσεις εξετάζονται. Όμως ο κόσμος οφείλει να το γνωρίζει. Ούτε η μη απόδοση απόδειξης ούτε η πληρωμή του Φ.Π.Α. από τον πελάτη είναι νόμιμη. Δεν καλύπτεται κανείς από τους δυο. Ο μεν πρώτος αποκρύπτει το φόρο από την Οικονομική Υπηρεσία και στη συνέχεια και το Φόρο Εισοδήματος, ο δεύτερος πληρώνει κάτι που είναι υποχρεωμένος να το λάβει σε κάθε περίπτωση. Δηλαδή απόδειξη».

 

Οι καταγγελίες

Στην Εφορία φθάνουν πλέον συχνά τέτοιες περιπτώσεις. Άλλος για μια επισκευή στο ψυγείο του, άλλος για μια μικρή αγορά, οι καταγγελίες για μη απόδοση απόδειξης αργά ή γρήγορα βγαίνουν στο φως. Όμως αν και αυτό τείνει να γίνει κανόνας, υπάρχουν πολλοί επαγγελματίες, καταστηματάρχες, έμποροι και άλλοι, που τηρούν τον κανόνα της απόδειξης κατά γράμμα, γνωρίζοντας ότι η καλύτερη διαφήμιση είναι να δίνεις στον πελάτη σου την απόδειξη χωρίς... παζάρια.

 

«Δεν ζούμε αλλού. Στην ίδια κοινωνία βρισκόμαστε και ότι ξέρει ο ένας το ξέρει κι ο άλλος. Υπάρχουν περιπτώσεις ακραίες, υπάρχουν και περιπτώσεις απόλυτης συνέπειας. Είναι όμως πολύ χειρότερο να βρεθεί κάποιος εκτεθειμένος. Πλέον τα πράγματα έχουν αγριέψει. Οι Δ.Ο.Υ πιέζονται για την αύξηση των εσόδων. Και φυσικά κάθε τέτοια περίπτωση φοροδιαφυγής οφείλει να παταχθεί πρώτα από τους καταναλωτές με την απόδειξη», τονίζει το οικονομικό στέλεχος στον «π».

Πόσο συνεπείς όμως μπορούμε να γίνουμε;