Μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες και έμπειρες μορφές του ελληνικού αστυνομικού ρεπορτάζ, ο Πάνος Σόμπολος, βρίσκεται στη Χίο με αφορμή την παρουσίαση του νέου του βιβλίου για τις γυναικοκτονίες που συγκλόνισαν το πανελλήνιο. Με μία δημοσιογραφική διαδρομή 45 ετών, χιλιάδες ώρες στους τόπους εγκλημάτων, δυστυχημάτων και μεγάλων καταστροφών, αλλά και οκτώ βιβλία μετά τη συνταξιοδότησή του, μίλησε στο politischios.gr για όσα είδε, κατέγραψε και διδάχθηκε μέσα από τις σκοτεινότερες υποθέσεις της σύγχρονης Ελλάδας.
Η παρουσίαση του βιβλίου θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 1 Αυγούστου 2026, στις 20:00, στο Perivoli, σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Πατάκη» και τις εκδόσεις - βιβλιοπωλείο «άλφα πι». Στόχος της εκδήλωσης, όπως ανέφερε, δεν είναι μόνο η παρουσίαση των εγκληματικών υποθέσεων που περιλαμβάνονται στην έκδοση, αλλά και η ανάπτυξη ενός ανοιχτού διαλόγου με το κοινό γύρω από την έμφυλη βία, την πρόληψη και τη στάση της κοινωνίας απέναντι στις γυναίκες που κακοποιούνται.
Ο ίδιος δεν έκρυψε, άλλωστε, τη στενή σχέση που διατηρεί με το νησί, δηλώνοντας ότι αγαπά τη Χίο και τους Χιώτες, καθώς εδώ βρίσκονται αρκετοί φίλοι και παλαιοί συνάδελφοί του.
Το νέο βιβλίο αποτελεί το όγδοο κατά σειρά έργο που έχει συγγράψει μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δημοσιογραφία. Όπως εξήγησε, ήδη από τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας είχε αποφασίσει ότι όσα βίωνε καθημερινά θα έπρεπε κάποια στιγμή να καταγραφούν, ώστε να αποτελέσουν μία παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.
«Έλεγα όταν ήμουν νεότερος ότι, όταν θα πάρω σύνταξη, αυτά που βιώνω καθημερινά θα τα αποτυπώσω σε βιβλία, για να αφήσω μία παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές», ανέφερε.
Οι υποθέσεις που παρουσιάζει δεν αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας. Πρόκειται για πραγματικά εγκλήματα, πολλά από τα οποία κάλυψε ο ίδιος ταξιδεύοντας σε ολόκληρη την Ελλάδα, από την Κρήτη και τα Ιωάννινα μέχρι την Αλεξανδρούπολη. Σε μία εποχή κατά την οποία τα δημοσιογραφικά συνεργεία χρησιμοποιούσαν ακόμη και στρατιωτικά αεροπλάνα ή ελικόπτερα, ο έμπειρος ρεπόρτερ βρισκόταν στον τόπο όπου διαδραματίζονταν τα γεγονότα.
Για τις παλαιότερες υποθέσεις, που χρονολογούνται ακόμη και από τη δεκαετία του 1950, πραγματοποίησε εκτεταμένη έρευνα σε αρχεία της Χωροφυλακής, της Αστυνομίας Πόλεων και των δικαστηρίων.
«Ό,τι γράφω είναι διασταυρωμένο και τεκμηριωμένο και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Δεν είναι μυθιστόρημα. Δυστυχώς, δεν είναι μυθοπλασία, είναι πραγματικότητα», υπογράμμισε.
Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά 42 υποθέσεις γυναικοκτονιών. Πίσω από κάθε υπόθεση, όμως, ο συγγραφέας επιχειρεί να μεταφέρει ένα συγκεκριμένο κοινωνικό μήνυμα. Το σημαντικότερο απευθύνεται στις γυναίκες που εντοπίζουν από τα πρώτα στάδια μίας σχέσης σημάδια κακοποιητικής ή χειριστικής συμπεριφοράς.
«Όποια γυναίκα γνωρίσει έναν άνδρα και διαπιστώσει από την αρχή μία κακοποιητική συμπεριφορά, έστω και ελαφράς μορφής, να φεύγει. Όσο είναι νωρίς, είναι πολύ εύκολο να φύγει», σημείωσε.
Κατά τον ίδιο, μία από τις συνηθέστερες παγίδες είναι η πεποίθηση ότι ο κακοποιητικός σύντροφος μπορεί να αλλάξει με τον χρόνο, την αγάπη ή την υπομονή.
«Πόσες φορές έχω ακούσει “θα τον φτιάξω στην πορεία, θα τον αλλάξω”. Όχι. Δεν αλλάζει ο κακοποιητής. Αυτό πρέπει να το χωνέψουν οι γυναίκες. Δεν αλλάζει με τίποτα», είπε χαρακτηριστικά.
Όπως εξήγησε, όσο η σχέση προχωρά, δημιουργούνται δεσμεύσεις, ένας γάμος ή παιδιά, με αποτέλεσμα η αποχώρηση να γίνεται δυσκολότερη. Την ίδια στιγμή, η λεκτική και σωματική κακοποίηση κλιμακώνεται και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει στο έγκλημα.
Ο Πάνος Σόμπολος παραδέχθηκε ότι αρχικά προβληματίστηκε για το εάν έπρεπε να χρησιμοποιήσει στον τίτλο του βιβλίου τον όρο «γυναικοκτονία», καθώς η γυναίκα είναι άνθρωπος και ο Ποινικός Κώδικας χρησιμοποιεί τον όρο ανθρωποκτονία.
Έπειτα, όμως, από έρευνα και συζητήσεις με εγκληματολόγους, πανεπιστημιακούς και ειδικούς, κατέληξε ότι ο συγκεκριμένος όρος είναι απαραίτητος, προκειμένου να αναδειχθεί η διάσταση της έμφυλης βίας.
«Πρέπει να βάλουμε τον όρο γυναικοκτονία για να δώσουμε έμφαση στην έμφυλη βία και στο κακό που προκαλούν αυτού του είδους οι υποθέσεις», επισήμανε.
Υποστήριξε, μάλιστα, ότι ο όρος πρέπει να θεσπιστεί νομικά και στην Ελλάδα, όπως έχει ήδη συμβεί σε άλλες χώρες, ώστε να ενισχυθεί η προσπάθεια περιορισμού των δολοφονιών με θύματα γυναίκες.
Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι η πλήρης εξάλειψη του εγκλήματος αποτελεί έναν ανέφικτο στόχο. Από την εμφάνιση του ανθρώπου, όπως ανέφερε, το έγκλημα και ο πόλεμος δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν. Εκείνο που μπορεί να επιτευχθεί είναι η μείωση των περιστατικών μέσα από την πρόληψη, την ενημέρωση και τη θεσμική παρέμβαση.
Η παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα είχε ήδη προκαλέσει πολιτικές και κοινωνικές παρεμβάσεις. Ο βουλευτής Έβρου και πρώην αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας Αναστάσιος Δημοσχάκης είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να φέρει το ζήτημα στη Βουλή, ενώ αντίστοιχο ψήφισμα είχε αποσταλεί προς την κυβέρνηση και από δημοτικό συμβούλιο.
Αναφερόμενος στα βαθύτερα αίτια των γυναικοκτονιών, τόνισε ότι δεν πρόκειται για αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά για ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Στην Ελλάδα, ωστόσο, εκτίμησε ότι η έξαρση των τελευταίων ετών συνδέεται και με την πορεία της κοινωνίας προς την πραγματική ισότητα των δύο φύλων.
Κατά τον ίδιο, ένα μέρος των ανδρών αδυνατεί να αποδεχθεί ότι η γυναίκα είναι ισότιμη, αυτόνομη προσωπικότητα και όχι ιδιοκτησία του συντρόφου της.
«Πολλοί άνδρες δεν δέχονται την ισότητα. Λένε “εγώ είμαι ο κυρίαρχος στο σπίτι και η γυναίκα θα κάνει ό,τι της λέω”. Σκοτώνει τη γυναίκα επειδή τη θεωρεί κτήμα του. Όχι, άνθρωπέ μου, δεν την κάνεις ό,τι θέλεις. Η γυναίκα είναι ίση με σένα», ανέφερε.
Μέσα από τις 42 υποθέσεις του βιβλίου, όπως επισήμανε, διαπιστώνεται ότι αρκετά εγκλήματα πυροδοτήθηκαν από φαινομενικά ασήμαντες αφορμές. Πίσω από αυτές, όμως, βρισκόταν η αντίληψη ότι ο άνδρας διαθέτει δικαίωμα ελέγχου πάνω στη ζωή, τις αποφάσεις και τις επιλογές της γυναίκας.
Έπειτα από δεκαετίες επαφής με δολοφόνους, ληστές, απατεώνες και ανθρώπους που θεωρούνταν υπεράνω υποψίας, ο Πάνος Σόμπολος αποφεύγει τις απόλυτες εκτιμήσεις.
«Δεν μπορώ να αποκλείσω τίποτα. Δεν μπορώ να πω ότι ένας άνθρωπος είναι άγιος και δεν θα κάνει ποτέ κάτι. Οι δολοφόνοι, οι απατεώνες και οι ληστές δεν έχουν κέρατα για να τους ξεχωρίζεις. Είναι σαν εσένα, σαν εμένα, σαν όλους μας», ανέφερε.
Ιδιαίτερα οι επαγγελματίες απατεώνες, όπως εξήγησε, μπορούν να παρουσιάζουν μία απολύτως πειστική και καθησυχαστική εικόνα, ακριβώς επειδή γνωρίζουν πώς να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων τους.
Ο ανθρώπινος χαρακτήρας, πρόσθεσε, διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις αρχές που λαμβάνει το παιδί μέσα στην οικογένεια, αργότερα από το σχολείο, τις παρέες και συνολικά την κοινωνία. Η ανθρώπινη φύση μπορεί να ρέπει προς το κακό, όμως μπορεί επίσης να τιθασευθεί και να μεταβληθεί μέσω της ανατροφής και της παιδείας.
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε για το ελληνικό ποινικό και σωφρονιστικό σύστημα, εκτιμώντας ότι οι ποινές που επιβάλλονται για ειδεχθή εγκλήματα δεν λειτουργούν πάντοτε αποτρεπτικά.
«Δεν τιμωρούνται όπως πρέπει να τιμωρούνται. Καταδικάζεται ο άλλος σε ισόβια και σε δέκα ή δώδεκα χρόνια είναι έξω. Αυτά δεν είναι ισόβια», τόνισε.
Διευκρίνισε ότι η ισόβια κάθειρξη δεν είναι απαραίτητο να σημαίνει παραμονή στη φυλακή μέχρι τον θάνατο, ωστόσο θεωρεί ότι η πραγματική έκτιση της ποινής πρέπει να φθάνει τα 30 ή 40 χρόνια, ώστε ο δράστης να γνωρίζει ότι οι πράξεις του θα έχουν βαρύ και μακροχρόνιο τίμημα.
Ως χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα ανέφερε την υπόθεση του άνδρα που δολοφόνησε τη σύζυγό του όταν ανακάλυψε τις ερωτικές επιστολές της προς στενό του φίλο. Παρά την αγριότητα του εγκλήματος, το δικαστήριο, τη δεκαετία του 60 τον απάλλαξε, ενώ κατά την επιστροφή του στο χωριό έγινε δεκτός ως ήρωας.
Η υπόθεση συνδέθηκε μεταγενέστερα με τραγούδι που ερμήνευσε ο Μανώλης Μητσιάς, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, αν και υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές για το κατά πόσο το πραγματικό έγκλημα αποτέλεσε πράγματι την πηγή έμπνευσης. Ο συγγραφέας επέλεξε να συμπεριλάβει στο βιβλίο όλες τις απόψεις, αφήνοντας τον αναγνώστη να κρίνει.
Ο έμπειρος αστυνομικός συντάκτης δήλωσε σαφώς υπέρ της αυστηροποίησης των ποινών, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι η βεβαιότητα της τιμωρίας επηρεάζει τη συμπεριφορά των πολιτών.
Έφερε ως παράδειγμα τον αυστηρότερο Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, την εγκατάσταση καμερών και τον περιορισμό της δυνατότητας διαγραφής παραβάσεων. Εκτίμησε ότι τα μέτρα αυτά θα οδηγήσουν σε αισθητή μείωση των τροχαίων δυστυχημάτων, επειδή ο οδηγός θα γνωρίζει ότι η παράβαση δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες.
«Άπαξ και ο άλλος ξέρει ότι θα τιμωρηθεί, δεν θα περάσει το κόκκινο, θα φορέσει τη ζώνη που δεν φορούσε και το κράνος που αγνοούσε», ανέφερε, υπενθυμίζοντας ότι σε παλαιότερες δεκαετίες η Ελλάδα θρηνούσε κατά μέσο όρο περίπου 1.800 νεκρούς ετησίως στους δρόμους, αριθμός που αντιστοιχούσε στην απώλεια μίας ολόκληρης κωμόπολης κάθε χρόνο.
Με αφορμή τη δολοφονία της Καρολάιν στα Γλυκά Νερά, ο Πάνος Σόμπολος αναφέρθηκε στον ρόλο του δημοσιογραφικού ενστίκτου. Παραδέχθηκε ότι ένας έμπειρος ρεπόρτερ μπορεί να αντιληφθεί πως ορισμένα στοιχεία ή δηλώσεις δεν είναι πειστικά. Ωστόσο, το ένστικτο δεν μπορεί να αντικαταστήσει την απόδειξη.
«Μπορεί να σκεφτόμουν διάφορα, αλλά δεν τα έβγαζα. Έπρεπε πρώτα να διασταυρωθούν και μετά να ειπωθούν», σημείωσε.
Στην υπόθεση των Γλυκών Νερών, η Αστυνομία χρειάστηκε 37 ημέρες για να «δέσει» την υπόθεση και να συγκεντρώσει τα στοιχεία που οδήγησαν στην ομολογία του δράστη. Μέχρι τότε, ο σύζυγος του θύματος παρουσίαζε μία σκηνοθετημένη εκδοχή ληστείας και εμφανιζόταν δημόσια ως συντετριμμένος χήρος.
Ο ίδιος έχει συνομιλήσει αρκετές φορές σε τηλεοπτικές εκπομπές με ανθρώπους οι οποίοι ζητούσαν δημόσια να βρεθεί ο δολοφόνος του συντρόφου τους, για να αποδειχθεί αργότερα ότι ήταν οι ίδιοι οι δράστες.
Οι εικόνες που καλείται να διαχειριστεί ένας αστυνομικός ρεπόρτερ είναι συχνά ακραίες. Ο Πάνος Σόμπολος παραδέχθηκε ότι στα πρώτα χρόνια επηρεαζόταν βαθιά από όσα αντίκριζε. Σταδιακά, όμως, ανέπτυξε μία εσωτερική άμυνα.
«Όταν επέστρεφα στο σπίτι, έκλεινα την πόρτα και τα άφηνα έξω. Όσα είδα και όσα έζησα, αυτά τα φρικιαστικά πράγματα, έπρεπε να τα αφήνω έξω για να μπορώ να προχωρήσω στη ζωή», ανέφερε.
Η ψυχραιμία και η συναισθηματική απόσταση δεν αποτελούσαν αδιαφορία, αλλά επαγγελματική και προσωπική ανάγκη, ώστε να συνεχίσει να εργάζεται χωρίς να συνθλίβεται από το βάρος των υποθέσεων που κάλυπτε.
Απευθυνόμενος στους νέους δημοσιογράφους, χαρακτήρισε το αστυνομικό ρεπορτάζ ως το δυσκολότερο πεδίο της δημοσιογραφίας.
«Δεν ξέρεις πότε θα σκοτώσει ο άλλος, πότε θα γίνει το δυστύχημα, πότε θα ξεσπάσει η πυρκαγιά, πότε θα γίνει σεισμός ή πότε θα βουλιάξει ένα καράβι. Πρέπει να είσαι σε εγρήγορση 24 ώρες το 24ωρο και 365 ημέρες τον χρόνο», τόνισε.
Ανακάλεσε τις εποχές κατά τις οποίες τα τηλεοπτικά συνεργεία μετέφεραν κάμερες βάρους δεκάδων κιλών, ηχοληπτικό εξοπλισμό και καλώδια σε βουνά και απομακρυσμένες περιοχές, προκειμένου να στείλουν το υλικό μέσω εγκαταστάσεων του ΟΤΕ στην Αθήνα.
Σήμερα, παρά τις τεχνολογικές διευκολύνσεις, διαπιστώνει ότι αρκετοί δημοσιογράφοι περιορίζονται στο τηλέφωνο, στο γραφείο ή στην αναπαραγωγή όσων έχουν ήδη δημοσιευθεί σε άλλες ιστοσελίδες.
«Πρέπει να κάνετε ρεπορτάζ στον τόπο. Δεν γίνεται δουλειά αν δεν πας να δεις τον χώρο, να μιλήσεις με αυτόπτες μάρτυρες, με το θύμα, με τον δράστη, με τους ανθρώπους που γνωρίζουν», σημείωσε.
Μάλιστα, το πρώτο βιβλίο του, «Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα, όπως τα έζησα», δεν το αφιέρωσε σε συγγενικό του πρόσωπο, αλλά στους νεότερους συναδέλφους του, με την προτροπή να βρίσκονται πάντοτε εκεί όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα.
Συνοψίζοντας τα συμπεράσματα που έχει αντλήσει για την ανθρώπινη φύση, απέφυγε να χαρακτηρίσει τον άνθρωπο αποκλειστικά καλό ή κακό. Κάθε προσωπικότητα διαθέτει θετικές και αρνητικές πλευρές, με το ζητούμενο να είναι η επικράτηση των θετικών χαρακτηριστικών.
Καθοριστική θέση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα κατέχει, κατά τον ίδιο, η οικογένεια.
«Όλα ξεκινούν από τη μάνα και τον πατέρα. Εκεί πρέπει να ρίχνουμε το βάρος», ανέφερε, επισημαίνοντας την ανάγκη ουσιαστικής παρουσίας των γονέων στη ζωή των παιδιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανεξέλεγκτη χρήση κινητών τηλεφώνων και τάμπλετ. Η τεχνολογία έχει προσφέρει τεράστιες δυνατότητες, ωστόσο η πλήρης εγκατάλειψη ενός παιδιού μπροστά σε μία οθόνη μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.
Το ζητούμενο, όπως σημείωσε, δεν είναι η απόλυτη απαγόρευση, αλλά η θέσπιση σαφών ορίων, ιδιαίτερα μέχρι το τέλος της εφηβείας, περίοδο κατά την οποία διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό ο χαρακτήρας, οι συνήθειες και οι αξίες του νέου ανθρώπου.
Κλείνοντας τη συνέντευξη, ο Πάνος Σόμπολος συμπύκνωσε την επαγγελματική και προσωπική φιλοσοφία 45 ετών σε δύο λέξεις: ήθος και εργατικότητα.
«Η λέξη ήθος περιλαμβάνει πολλές έννοιες: ανθρωπιά, αγάπη, σεβασμό, αλληλοβοήθεια. Και μαζί χρειάζεται εργατικότητα. Αυτές τις δύο λέξεις εφάρμοσα 45 χρόνια και δεν μετάνιωσα», ανέφερε.
Το μήνυμα αυτό απηύθυνε όχι μόνο στους νέους δημοσιογράφους, αλλά σε κάθε νέο άνθρωπο που εισέρχεται στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Διότι, πέρα από τις τεχνολογίες, τα μέσα και τις εποχές που μεταβάλλονται, η αξιοπρέπεια και η προσήλωση στη δουλειά παραμένουν, κατά τον ίδιο, οι σταθερότερες βάσεις μιας διαδρομής που αξίζει να καταγραφεί.
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.