Άποψη

18/10/16 18:11

τελ. ενημ.: 18/10/16 18:11

Τι είδα στην εξεταστική επιτροπή

Η συμμετοχή μου στην Εξεταστική Επιτροπή για τη δανειοδότηση των κομμάτων και των ΜΜΕ είναι ιδιαίτερα σημαντική εμπειρία. Όχι γιατί είναι η πρώτη εξεταστική επιτροπή στην οποία συμμετέχω, αλλά γιατί τα ζητήματα που έχουν τεθεί στο τραπέζι –και αφορούν τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και των Μέσων Ενημέρωσης– είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος για τον οποίο η Νέα Δημοκρατία ψήφισε υπέρ της σύστασης της Επιτροπής.

Με αυτό το άρθρο δεν προτίθεμαι να προκαταλάβω το έργο της Eπιτροπής. Δεν είναι στις προθέσεις μου, από σεβασμό στο γεγονός ότι ακόμα δεν έχουν ολοκληρωθεί οι σχετικές διαδικασίες. Δεν θα το κάνω, παρά το γεγονός ότι οι βουλευτές της συγκυβέρνησης, στο ανώτατο μάλιστα επίπεδο, μιλάνε ήδη στην Ολομέλεια και στα τηλεοπτικά κανάλια (της διαπλοκής;) ως να έχει ήδη βγει πόρισμα!

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν πρέπει να φωτιστούν περισσότερο κάποια επιμέρους σημεία και στοιχεία που έχουν ανακύψει.

Όπως τις αγωνιώδεις ερωτήσεις των προερχομένων από την πλειοψηφία μελών της Επιτροπής για τον ρόλο της Τραπέζης της Ελλάδος κατά την τραπεζική κρίση. Που οδήγησαν στην αποκάλυψη από τον κ. Στουρνάρα ότι ζητούσε από υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ να μαζέψουν τον κ. Βαρουφάκη, κάτι που τελικά δεν έκαναν και το πλήρωσε ακριβά η ελληνική οικονομία και, βέβαια, η κοινωνία.

Οι ίδιοι βουλευτές που παγίως κατηγορούν την ΤτΕ και τον διοικητή της για παρεμβάσεις στο έργο της κυβέρνησης έλεγαν στην επιτροπή ότι η ΤτΕ έπρεπε να κάνει περισσότερα για να αποφευχθούν τα capital controls!

Και αυτή φυσικά δεν είναι η μόνη αντίφαση. Μονίμως οι εκπρόσωποι της πλειοψηφίας κινούνται σαν το εκκρεμές. Όπου στο ένα άκρο είναι οι «αυστηρότεροι κανόνες» και στο άλλο η ανάγκη «ευρύτερης θεώρησης». Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σχετική επιστολή που απέστειλε ο κ. Τσίπρας στην Εθνική Τράπεζα ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Παράλληλα ζητάνε από τις τράπεζες να προστατέψουν θέσεις εργασίας (π.χ. Μαρινόπουλος), αλλά την ίδια ώρα στην Επιτροπή καταδικάζουν όσους τραπεζίτες δεν τράβηξαν την πρίζα νωρίτερα (π.χ. στα ΜΜΕ).

Κάποιοι θα χαρακτήριζαν αυτό το φαινόμενο ως μια κλασσική περίπτωση διγλωσσίας. Προσωπικά θα μιλούσα για άγνοια και υποκρισία.

Η άγνοια αφορά ακόμα και τους βασικούς κανόνες λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος. Η συμπολίτευση πρέπει να αποφασίσει. Θέλει οι τράπεζες να δανείζουν; Θέλει να δανείζουν μόνο με εμπράγματες εγγυήσεις; Και σε αυτήν την περίπτωση να προχωράνε άμεσα σε λουκέτα; Αν όχι, τι νόημα έχουν οι εγγυήσεις;

Η υποκρισία σχετίζεται με την άποψη που ευδοκιμεί στον ΣΥΡΙΖΑ ότι για τους «δικούς μας» όλα επιτρέπονται. Ακόμα και οι ευρωπαϊκές - κυπριακές «offshore». Ακόμα και οι αθρόες χρηματοδοτήσεις και δανειοδοτήσεις των εκλεκτών εργολάβων.

Στο θέμα των κομμάτων οι απαντήσεις είναι πιο σύνθετες. Πράγματι τα κόμματα σήμερα είναι υπερχρεωμένα, αν λάβουμε υπόψη τις συνθήκες της Οικονομίας. Ενώ κατά τον χρόνο λήψης των δανείων, όπως προκύπτει, τα δάνεια ήταν σύννομα και εντός της τραπεζικής τακτικής. Και η Ν.Δ. ως κυβέρνηση πήρε τη γενναία απόφαση να μειώσει τις κρατικές επιχορηγήσεις, ζημιώνοντας την ίδια, αλλά βάζοντας μπροστά το συμφέρον της χώρας.

Το τι θα έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ αν ήταν στη δική μας θέση όλοι το αντιλαμβάνονται. Ό,τι κάνει και τώρα που αυξάνει τις τοποθετήσεις ημετέρων σε όλους τους κρατικούς οργανισμούς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί στην Επιτροπή, το σύνολο των «κόκκινων», μη εξυπηρετούμενων δανείων σήμερα, είτε αυτό αφορά επιχειρήσεις, είτε αφορά ιδιώτες, ανέρχεται σε εκατόν οκτώ (108) δισεκατομμύρια ευρώ. Από αυτά, 290 εκατομμύρια είναι των κομμάτων και για τα ΜΜΕ είναι σε καθυστέρηση 317 εκατομμύρια. Ασχολείται δηλαδή η Εξεταστική Επιτροπή με το 0,5% των «κόκκινων» δανείων και όχι με το 99,5%!

Άρα, το πρώτο και μόνο (αυτονόητο) συμπέρασμα που μπορεί κανείς να εξάγει είναι ότι η κυβέρνηση θεωρεί το συγκεκριμένο θέμα ως «προνομιακό» για την ίδια πεδίο και εκεί θέλει να παίξει το παιχνίδι των εντυπώσεων. Αυτό άλλωστε είναι και το τελευταίο χαρτί που της έχει απομείνει. Γιατί αν η επιθυμία της ήταν να ενισχύσει τη διαφάνεια και τη Δημοκρατία, θα συνέχιζε την Εξεταστική για τα Μνημόνια και θα αποδεχόταν το αίτημα της Ν.Δ. προκειμένου να πέσει άπλετο φως στο πως φτάσαμε στο κλείσιμο των τραπεζών και τα capital controls.

Όσο δεν το πράττει, αποδεικνύει ότι το μόνο που την ενδιαφέρει είναι οι μικροπολιτικές σκοπιμότητες και η αλλαγή της ατζέντας από τα μεγάλα προβλήματα της χώρας.

Δείτε επίσης