Ιστορίες

27/10/17 10:20

τελ. ενημ.: 20/2/18 18:53

Η απαγωγή της Ευγ. Λίναρη μέσα από τα χέρια των Γερμανών

Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΚΟΡΥΦΑΙΑΣ ΣΤΙΓΜΗΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ από τον Δημήτρη Κουσκουσάκη, μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου του Γ. Πριόβολου «Στοιχεία από το περιθώριο της Ιστορίας».

Ο Δημ. Κουσκουσάκης γεννήθηκε το 1923 στη Χίο. Πρόσφυγες οι γονείς του από το Ρεϊς Ντερέ, της Μικράς Ασίας.

Ο Γιάννης Πριόβολος τον συνάντησε σπίτι του στο Λατόμι,  ένα σούρουπο του 2005. Ένας ογδοντάχρονος τότε άντρας, γεροδεμένος που δεν του φαινόταν τα χρόνια. Οικοδόμος στο επάγγελμα, συνταξιούχος τώρα. Αγωνιστής στην κατοχή, είδε τη σκλαβιά και είπε: «Τι; Θα κάτσομε με δεμένα τα χέρια;» Έβαλε τη ζωή του πολλές φορές σε κίνδυνο.

 Κι όμως μετά την Κατοχή, ανταμείφθηκαν άλλοι. «Οι Γερμανοπροδότες, όλοι οι ρουφιάνοι», κατά την έκφραση του.

Στο βιβλίο «Στοιχεία από το περιθώριο της Ιστορίας» διηγείται πως απελευθερώθηκε από τα χέρια των Γερμανών η σύζυγος του γιατρού Σωτ. Λίναρη, Ευγενία, η οποία προορίζονταν για εκτέλεση από τους Γερμανούς.

«Είχαμε πιάσει δύο - τρία καΐκια, τα είχαμε κατασχέσει και τα ’χαμε πάρει εμείς, η Οργάνωση. Πήγαιναν τα καΐκια απέναντι και φέρνανε πράγματα, τα ξεφορτώναμε τη νύχτα. Θυμάμαι μια φορά εδώ στη Μουριά στο Βελονά, φυλάγαμε με ένα άλλο παιδί από το Βροντάδο, το Βενιζέλο τον Κωστάλα. Άμα ήρθε το καΐκι από το πέλαγος, καμιά δεκαπενταριά άτομα που περιμένανε εκεί κρυμμένοι, το ξεφορτώσανε στο λεπτό. Αλλά φωνάζανε αυτοί του καϊκιού, κάτι φωνές να δεις! «Ρε μη φωνάζετε», τίποτα οι καπεταναίοι. Νύχτα τώρα, απαγορευότανε κάθε κίνηση. Άμα σ’ έβλεπε Γερμανός θα σε σκότωνε. Ευτυχώς, το ξεφορτώσαμε και τα πράγματα τα μοιράζαμε στον κόσμο. Ρεβίθια, σύκα, σταφίδες.

Αφότου οργανώθηκε καλά η υπόθεση μας αντιληφθήκανε οι Γερμανοί και πάνε και πιάνουνε τη γυναίκα του οδοντογιατρού του Λίναρη. Ο γιατρός ήτανε οργανωμένος, ήτανε πολύ δραστήριος άντρας, πολύ παλληκάρι. Πήγαν να τον πιάσουν αλλά τους ξέφυγε. Και πιασαν τη γυναίκα του. Με κάποιο κόλπο των γιατρών ξεγελάσαμε τους Γερμανούς και την πήγανε στο νοσοκομείο. Είχαμε εμείς το μέσον με τους γιατρούς γιατί ήταν όλοι οργανωμένοι, ο Πασπάτης, ο Ζύμαρης…

Αφού την πήγανε στο νοσοκομείο έπρεπε να την πάρουμε γιατί θα την πηγαίνανε για εκτέλεση.  Επήγαμε μια βραδιά, μας είπανε «είναι κάποιοι μέσα, δεν μπορείτε να μπείτε απόψε». Πήγαμε άλλο βράδυ, το ίδιο. Ήταν ο Καλαμπόκας αρχηγός. Από την κύρια πόρτα λοιπόν δε μπορούσαμε να μπούμε μες το νοσοκομείο. Τους  λέγω εγώ                       «ακούστε, θα μας φέρει ο Βαγγέλης ο Σπυράκης που  είναι εδώ το περιβόλι του, μια σκάλα να πάμε από της θάλασσας την πάντα, θα τη βάλουμε πάνω στον τοίχο και από εκεί θα κατέβουμε μέσα». Κι έτσι κάναμε.

Ήρθε κι ο Λίναρης εκείνο το βράδυ.  Είχε βάλλει το οπλοπολυβόλο εκειδά στου Καρδασιλάρη, ξέρεις στα βυρσοδεψεία.  Εκεί πέρα ήταν ένα σπιτάκι κι είχε βάλλει το οπλοπολυβόλο μοναχός του, να αντιμετωπίσει τους  Γερμανούς, ναι, θηρίο! Ήταν κι άλλοι για ενίσχυση καμιά δεκαριά παιδιά με τα όπλα να φυλάνε την κύρια είσοδο.

Μες το νοσοκομείο ήταν πέντε έξι χωροφύλακες «άνευ θητείας», εκείνοι που είχανε πάρει οι Γερμανοί και τους εξυπηρετούσανε. Εγώ με τον Καλαμπόκα, επειδή ήξερα τον τόπο του νοσοκομείου,  επήγαμε μέσα από κάτι στάρια που ήτανε σπαρμένα στον περίβολο του νοσοκομείου, εκεί που είχε μια στέρνα ένα γύρο και είχε νερό κι από πάνω μια δάφνη. Είχαμε βάλλει και κομμάτι μαύρο στο πρόσωπο να μη γνωριζόμαστε. Μόλις φτάσαμε « αλτ!» φωνάζει ο χωροφύλακας και πατά το κινητό ουραίο του όπλου του. Τσιτά από πίσω ο Καλαμπόκας, τον αρπά έτσι δα, του δίνει μια και πάει μες τα νερά.  Ο άλλος, ήτανε ένας Λως ταξιτζής  και τότε στην κατοχή ήτανε χωροφύλακας, έκανε τον καμπόσο. Τον αρπά ο Καλαμπόκας, του δίνει δύο χαστούκια και του λέει «κάτσε κειδά, μην ξαναμιλήσεις».

Μπαίνει μέσα ο Καλαμπόκας, εν τω μεταξύ η Ηρώ Βατάκη, που ήταν αρχινοσοκόμα του νοσοκομείου, μας είχε δώσει σχεδιάγραμμα που την είχαν για να μην ψάχνουμε. Η Βατάκη μας κατατόπισε και είχαμε και αντικλείδι και δεν σπάσαμε την πόρτα, την ανοίξαμε, την είχαν κλειδωμένη μέσα αυτήν, εγώ την άρπαξα μέσα στην αγκαλιά μου, έτρεμε, βγαίνουμε από την κύρια πόρτα και μαζί με τους άλλους  που φύλαγαν απόξω, ερχόμαστε στο σταυροδρόμι, δω’ πέρα στο Φόρο, εκεί που τώρα είναι του Λεβίδη. Τη βαστούσαμε τη γυναίκα αγκαζέ, ήτανε μαζί μας μια ομάδα ενόπλων με καμιά δεκαριά παλληκάρια από τους Νερόμυλους, ο Μπουμπούλης, ο Μπουρμπούτσης, ο Μαυράκης,  που ήτανε αρχηγός του ΕΛΑΣ, της ΟΠΛΑ.                       Την πήραν αυτοί τη γυναίκα και την πήγαν απ’ τις Καρυές πάνω στην Ελίντα και την άλλη μέρα τη βγάλαμε και έφυγε από το νησί, μαζί και ο άντρας της ο Λίναρης. Τη σώσαμε, έτρεμε στα χέρια μου η γυναίκα σαν πουλάκι και δεν σκεβόμουνα ύστερα που κατέβαινα μοναχός για το σπίτι, δύο η ώρα τη νύχτα, ότι μπορεί να με θερίζανε, γιατί ήτανε απαγορευμένη η ώρα. Δεν υπολόγιζα, είχα μια χειροβομβίδα Μιλς, κι ένα μπιστολάκι. Ε, και πήγαινα»…

Ο μόνος επιζών

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο 95χρονος πια Δημήτρης Κουσκουσάκης είναι ο μόνος που ζει από την ομάδα Καλαμπόκα – Καρασούλη.

Ήταν παρόν στην πρόσφατη εκδήλωση της παρουσίασης  του βιβλίου του Νίκου Καρασούλη στη Βιβλιοθήκη. Η κόρη του Σοφία Καρασούλη Μίλομπαρ, τον αγκάλιασε τρυφερά και δάκρυσε λέγοντας «ο μόνος από την ομάδα που ζεις…»

«Ναι» απάντησε ο Δημήτρης καταφατικά με νεύμα του κεφαλιού του, γιατί από τη συγκίνηση είχε βουρκώσει και δεν μπορούσε να μιλήσει…

Δείτε επίσης

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση