Ιστορίες

2/1/18 8:34

τελ. ενημ.: 3/1/18 11:17

Αφιερωμένοι στα εκατοντάχρονα του Βροντάδου οι μπουναμάδες του Ιακ. Μπριλή

Το τελευταίο διάστημα το χρόνο του Ιακ. Μπριλή απορρόφησε η προσπάθεια καταγραφής, από πηγές, της σύγχρονης Βρονταδούσικης ιστορίας, καθώς το 2018 συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ένωση Βορείου και Νοτίου Βροντάδου. Η δραστηριότητα του αυτή ενέπνευσε τον Ιακ. Μπριλή και, παρεκκλίνοντας του εθίμου των ευχών στις αρχές, διαμόρφωσε τους μπουναμάδες του αφιερωμένους αποκλειστικά στη σημαντική τοπική επέτειο του Βροντάδου. Περισσότερα στο υπό έκδοση βιβλίο του. Και του χρόνου!

 

                    Πρωτοχρονιά ξημέρωσε.  Καλή χρονιά, υγεία

                    σ΄ όλους μαζί να ευχηθώ πριν πάω στην ουσία.

                    Φέτος το αποφάσισα, δεν γράφω μπουναμάδες

                    μα γράφω διαφορετικά πιο κάτω πέντε αράδες.          

                    Στους άρχοντες μας δεν θα πω, ευχές σ΄ έναν προς έναν

                    μα θα τους δώσω δυο ευχές με τη φτωχή μου πέννα.

                    Τους εύχομαι από καρδιάς υγεία και κουράγιο

                   να ‘χουν μαζί τους τον Χριστό, όπως και κάθε Άγιο.         

                   Τη Χίο να κοιτάζουνε σαν πλουμιστό ζαφείρι

                   να γίνει το δεκαοκτώ του Αιγαίου το στολίδι.

                   Να τρέχουν στην Κυβέρνηση, να μην τους βρίσκει  ύπνος

                   αν θέλουν να ευημερεί ο ένας μας ο Δήμος.

                   Μονάχα με τους πρόσφυγες πρέπει να γίνει κάτι

                   πριν μεγαλώσει η ΒΙΑΛ και φτάσει στο Κοντάρι.

                   Μα σταματάω ως εδώ γιατί δεν ειν΄ η μέρα

                   να γράψω τα οικονομικά, τα χάλια εδώ πέρα.

                   Για τον Βροντάδο μας θα πω, σ΄ αυτόν ευχές θα δώσω

                   σ΄ αυτόν και θα  αναφερθώ, μ΄ αυτόν και θα τελειώσω.                       

                   Πρωτοχρονιά του ΄18 κι ειν΄τα γενέθλιά σου

                  Βροντάδε κλείνεις τα εκατό, βάλε τα γιορτινά σου.      

                  Ήτανε τότε πού ‘χες γιό τον Γιώργη Ανδρεάδη

                  και σε ΄βγαλε στο ξέφωτο, μακριά απ΄ το σκοτάδι.

                  Άναψε δάδα ομόνοιας, δάδα αδελφοσύνης

                  και Δήμο σε ανέδειξε, κι έτσι να παραμείνεις.

                  Δυό δημαρχεία έχτισε, το ένα ειν΄το σχολείο

                  με γέφυρα σε ένωσε κι άξιζε το βραβείο.

                   Στο δρόμο τότε του γιαλού έδωσες τ΄ονομά του

                   και «ΑΝΔΡΕΑΔΕΙΟ» το σχολείο να δουν και τα παιδιά του.

                   Οι Βρονταδούσοι βγήκανε με φτιάρια και τσαπιά

                   και δρόμους τσάμπα ανοίγανε νέοι, γέροι, παιδιά.        

                   Κι ο Ανδρεάδης σκέφθηκε  νερό πρέπει να  στάξει

                   το είπε στο Μιχαληνό  κι αυτός του ‘πε εντάξει.

                    Κι έστειλε ο Μιχαληνός στον Ανδρεάδη λίρες

                    τρέξε Γιωργό να έχουμε  νερό  σε λίγους μήνες.  

                    Ο Δήμαρχος μας ο Ξενιός μαζί με τον Κωστάλα

                    Άγιο Δημήτρη και Κλειδού εψάχναν για μια στάλα…                    

                    Δεξαμενή εγίνηκε εδώ μέσα στ΄ Αλώνια

                    και τρέχαν όλοι για νερό στις βρύσες με μπετόνια.                                    

                    Ήσουν Βροντάδε σκοτεινός, όλοι ΄χαν  καντηλάκι

                   τη λάμπα με πετρέλαιο, φουφούδες, μαγκαλάκι.

                   Φτώχεια υπήρχε μπόλικη, και με τα γαϊδουράκια

                    ο κόσμος σου τριγύριζε μέσα στα χωραφάκια.

                    Κι ήλθε ο πόλεμος φρικτός κι ήλθαν τα πάνω-κάτω

                    κι η πείνα σε  εθέριζε κι ειν΄αδειανό το πιάτο.

                    Βροντάδε τότε έχασες τα τέκνα σου σε μάχες

                   σε θάλασσα και σε κορφές στης Πίνδου άγριες ράχες.

                   Στην Εθνική Αντίσταση κι εκεί είχες παιδιά σου

                   που και αυτά προσπάθησαν να ‘ρθει η λευτεριά σου.             

                    Άνοιξε το Γυμνάσιο μεσ΄το σαρανταένα

                    πρώτα με λίγους μαθητές μ΄ ανδρώθηκε ολοένα.

                   Έγινε ο ενωτικός ο κρίκος της ύπαρξης σου

                   ζύμωσε Βόρειους –Νότιους κι άλλαξε η ζωή σου.     

                   Και στο ‘50 φτάνοντας ανάψανε τα φώτα

                   κι οι ναυτικοί σου βγήκανε σ΄όλα της γης τα πόρτα.    

                   Βροντάδε, πόλη όμορφη, πόλη ευλογημένη

                   έγινες απ ΄τους ναυτικούς στον κόσμο ξακουσμένη. 

                    Πλούτο πολύ σου φέρανε κι άλλαξε η μορφή σου

                    σπίτια και αυτοκίνητα γεμίσαν την αυλή σου.

                    Και οι  τριάντα σου εκκλησιές, τον Ύψιστο κοιτάζουν

                    την ευλογία του Θεού σε όλους μας μοιράζουν.                          

                    Τα σωματεία μη ξεχνάς πολλά έχουν προσφέρει

                    πολιτισμό κι αθλητισμό φέρνει απ΄εκεί τ΄αγέρι.             

                    Απέκτησες  εφοπλιστές κι αυτοί θα σε κοσμήσουν

                    Όρμος του Λω,  Φαφάλειο κι άλλα πολλά θ΄αφήσουν.

                    Φέτος και το Φαφάλειο κλείνει χρόνους σαράντα

                     τα πάνω κάτω σου έφερε στ΄αθλητικά συμβάντα.

                     Μα μη ξεχνάς  τ΄άλλο παιδί  Στρατή τον Ανδρεάδη

                     τα έργα του πατέρα του συνέχισε με χάρη.

                     Και  άλλο τέκνο σου, εκλεκτό  Σταμάτης Κριμιζής

                     στα άστρα σε ανέβασε να μας παρατηρείς.

                     Διώδορο Καρίβαλη, τέκνο σου Πατριάρχη

                     και Μάρκο, τον δεσπότη μας, τις εκκλησίες άρχει. 

                     Τέσσερις είχες βουλευτές δεν ξέρω αν το θυμάσαι

                     φαντάζομαι στα όνειρα τους βλέπεις σαν κοιμάσαι.              

                     Οι δεκαπέντε δήμαρχοι  με τα συμβούλιά τους

                     έργα πολλά σου έφτιαξαν που βλέπεις πια μπροστά σου.

                     Άλλος πιο λίγο, άλλος πολύ κατά τη συγκυρία

                     με αγωνία έτρεχαν και χάραζαν πορεία.            

                      Κι εγώ μικρός κι αδύναμος περνώ απ΄ της γης το διάβα

                     κι ευγνωμονώ τον Ύψιστο που ζω μαζί σου αντάμα.          

                    Στο Αίπος όταν ανεβώ και φτάσω στο Μνημείο

                    ο νους μου τότε σταματά, βλέποντας το τοπίο.

                    Ένα τοπίο χωριστό, λουσμένο στο γαλάζιο

                   του Ουρανού της θάλασσας σαν κρύσταλλο καθάριο.

                    Η πόλη Χίος  δεξιά  κι Οινούσσες στα ζερβά μου

                    κι η Μικρασία απέναντι, γεμίζουν την καρδιά  μου.

                    Ξάφνου ακούω από ψηλά απαγγελία Ομήρου

                    νοιώθω, απογειώθηκα στα βάθη ενός ονείρου. 

                    Κοιτάζω προς Ρημόκαστρο, κοιτάζω προς το Φλώρι

                    ποιμένες βλέπω  Κοιλανούς μπρος απ΄τον Άη Γιώργη

                    και κατεβαίνουν το βουνό μπαίνουνε στις Ερείθες

                    γεννιέται ο Βροντάδος μας , και φτάνει… ως τον είδες!        

                    Οσμή από αίμα έφθασε κι οι βράχοι εδώ αχνίζουν

                   και των σφαγέντων οι ψυχές τον τόπο πλημμυρίζουν.

                   Κι ανάμεσα τους οι νεκροί, του Αίπους τα λιοντάρια

                   πέφτοντας για τη λευτεριά, της Χίου τα καμάρια.

                   Ο χρόνος πλέον έπαυσε κι ας τρέχει το ρολόι

                   στην ηρεμία του βουνού, άκουσα  μοιρολόι

                    από τη Σμύρνη το ‘φερε τ΄ αγέρι μεσ΄ τα αυτιά μου

                    μαζί με την δροσούλα του χαδεύει τα μαλλιά μου… 

                    Βλέπω και κάτι πιο ισχνές ψυχές απ΄ το ΄40

                    που από  πείνα πέθαναν, σε κάποια έρμη στράτα…

                     Άνδρες γυναίκες τέκνα σου  που ΄ναι ψηλά   στ΄αστέρια

                    εσέ κοιτούν Βροντάδε μας  χειμώνες, καλοκαίρια.

                    Γιατί η ψυχή δεν χάνεται κι αγάλλεται και χαίρει

                    που έζησε πάνω στη Γή στα όμορφά σου μέρη…    

                     

                     Ιστορικό  το χρέος μας όλοι εδώ που ακούτε

                     και να θυμάστε πως κανείς πλέον δεν δικαιούται

                     τον τόπο μας να αγνοεί και να περιφρονήσει

                     γιατί ο Βροντάδος σαν γροθιά θα βγει να τον τσακίσει!

                     Η ιστορία ας μη χαθεί, να μη κερδίσει η λήθη

                     αυτό κι εμένα οδηγεί, αυτό με έχει ωθήσει.

                     Και προσπαθώ νέα, παλιά πια να καταγραφούνε

                     ώστε την ιστορία του κι οι νέοι να κρατούνε… 

                     Χρόνοι περάσαν εκατό, Βροντάδε με  ομόνοια

                     κι εύχομαι  έτσι πια να ζεις, ελεύθερος αιώνια.

                     Κι όταν θα φτάσει η στιγμή  εσύ να τα χιλιάσεις

                    Εύχομαι μόνο ένδοξες σελίδες να συνάξεις.

                     Να έχεις τέκνα άξια και τέκνα διαλεγμένα

                     να σ΄ αγαπούν, να νοιάζονται παντοτινά για σένα.

                   

.      

Δείτε επίσης

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση