Άποψη

17/2/17 12:00

τελ. ενημ.: 17/2/17 12:00

Η τραγικότητα του θανάτου κατά τους αρχαίους Έλληνες

 

Η ζωή των νεκρών είναι η ανάποδη όψη

του θανάτου των ζωντανών

(Δημ. Λιαντίνης)

 

Με το κείμενο αυτό δεν θέλω να απαντήσω στην ερώτηση του Φάουστ στο υπαρξιακό του ταξίδι και στην ερώτηση που θέτει με σχεδόν παιδική αφέλεια «πιστεύεις στον Θεό;» και ο ίδιος απαντά «ποιος τολμάει να ειπεί πιστεύω στο Θεό;» ή δεν πιστεύω… Η  άγνοια είναι αναγκαίο να οδηγεί στην έρευνα που προσφέρουν όχι μόνο οι θετικές επιστήμες, αλλά και η κριτική φιλοσοφία. Το ερώτημα όμως παραμένει, ότι για την Καινή Διαθήκη δεν είναι η ίδια η φυσική ζωή που μετράει, αλλά η ζωή που ο Θεός μεταδίδει χωρίς να μπορεί να υπάρξει διάλογος πάνω σ’ αυτό▪. Ουσιαστικά κατά την περίοδο του χριστιανισμού η αλήθεια αναζητείται εκτός των ορίων των φυσικών γνωστικών δυνάμεων του ανθρώπινου νου καθ’ ότι «ο Θεός ούτε ψηλαφείται ούτε υπό ανθρωπίνων χειρών θεραπεύεται» (Πραξ. 17, 25-29). Έτσι «βρίσκεται» μακριά από τις πρακτικές ανάγκες και ουσιαστικά του αισθήματος της φυσικής αλήθειας, αλλά με βάση την θεία αποκάλυψη την οποία ενίσχυσε η επαφή του Ελληνικού πνεύματος και η επικοινωνία με τους Ανατολικούς λαούς(1).

Ας δούμε όμως τι πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες σχετικά με τον θάνατο∙ λέγοντας πως

το ερώτημα του θεού οφείλουμε να το αναγνωρίζουμε ως την αιώνια απορία, η οποία κατά τον Αριστοτέλη είναι το αεί ζητούμενον και αεί απορούμενον που μας καλεί να αναζητήσουμε.

Ο Ασκραίος Ησίοδος υποστηρίζει πως ο ύπνος και ο θάνατος θεωρούνται αδέλφια και ο θάνατος είναι καλοδεχούμενος όταν έρχεται στην ώρα του καθώς δεν δωροδοκείται, διότι είναι ο μόνος από τους θεούς ο οποίος «ου δώρων ερά». Σχετικά με τον θάνατο λέει ο μάντης Τειρεσίας στον Οδυσσέα προλέγοντας τα τέλει της ζωής του βλ. (Οδ. λ 134-137 [σε νεοελληνική απόδοση του καθ. Δημ. Μαρωνίτη]).

Ο θάνατος σού λέω θα σε ‘βρεί απόμακρα απ’ τη θάλασσα,

Ήσυχος και γλυκός, τέτοιος θάρθει για να σε σβήσει

σε βαθιά, μεστά γεράματα και γύρω σου λαοί,

όλοι θα ζούν ευτυχισμένοι.

Αυτός ο λόγος μου, είναι αλάνθαστος και αληθινός.

Και ο ίδιος ο Όμηρος χαρακτηρίζει τον Ύπνο και τον Θάνατο ως δίδυμα αδέλφια,  καθώς στον  στ.  Π 672 της Οδύσσειας γράφει «Ύπνω και Θανάτω δυδιμάωσιν».

Ο θάνατος αποτελεί μια τομή, ίσως την κυρίαρχη τομή, στη ζωή αλλά και στη σκέψη του ανθρώπου. Την τομή αυτή την χαράζει αρχικά η γνώση η οποία ξεχωρίζει τους ανθρώπους από ζώα πληρώνοντας όμως (ο άνθρωπος) ακριβό αντίτιμο στη γνώση του θανάτου(2) μια και δεν μπόρεσε να σταθεί αλύγιστος και υπέκυψε στη δειλία του αφού απομακρύνθηκε από το γνώθι σαυτόν αφήνοντας την άγνοια και τις εσωτερικές  αγωνίες και αναμονές να κυβερνούν τη ζωή του. Έτσι μπροστά στο φόβο και στο πρόβλημα του θανάτου που στήθηκε επί του ιδεολογικού πεδίου, εκεί παίχτηκε η μάχη του ορθολογισμού με τη θεοκρατία και συνακόλουθα την τυφλή υποταγή στην άγνοια, απέναντι στη φιλοσοφία και τη διαλεκτική μέθοδο∙ αλλά και της ελευθερίας με τη δουλεία, της αλήθειας με το ψέμα, του πολιτισμού με τη βαρβαρότητα. Στο πεδίο αυτό (το μεταφυσικό) κινείται και ο «φόβος Κυρίου» όπως και ο φόβος του θανάτου με αποτέλεσμα να εκμεταλλεύονται τις ανθρώπινες αδυναμίες και ατέλειες, αλλά και να κατατρομοκρατούν τους ανθρώπους με την κόλαση και τους κολασμούς.

Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος αποτελούν το δίπολο της ψυχικής πίεσης που ασκείται στους πιστούς καθώς ο θάνατος είναι μία φυσική έννοια και όχι θεοκρατική διαστρέβλωση.

Δεν υπάρχει ο Κάτω κόσμος∙ γιατί κανείς νεκρός δεν γύρισε να μας πει πως είναι. Όμως ο φόβος μπροστά στο θάνατο είναι η αιτία που έπλασε ο άνθρωπος τον Κάτω κόσμο και τον Άδη και τον προσδοκώμενο εσχατολογικό λυτρωμό. Και ο καθηγητής* τελειώνει λέγοντας: «στην Ελληνική αρχαιότητα η τραγωδία είναι που γεννήθηκε πρώτη, το ρομάντζο ήρθε μετά». Και ο νοών νοείτω…

Ο Πλούταρχος θεωρούσε τις αντιλήψεις για μεταθανάτιες ανταμοιβές ή τιμωρίες «ανόητες δεισιδαιμονίες». «Για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής προς το επέκεινα, κάνοντας το φόβο πιο μακροχρόνιο από τον βίο, συνδέοντας με το θάνατο την αντίληψη περί κακών αθανάτων, και θεωρώντας  τη στιγμή που απαλλάσσεται από τα δεινά ότι τότε μπαίνει στα βάσανα, που δεν έχουν τελειωμό». Βλ. Πλουτ. «Περί δεισιδαιμονίας» (166F-167Α). Για το ίδιο θέμα ο Ηράκλειτος έλεγε, πως τα σκυλιά γαυγίζουν σ’ αυτούς που δεν γνωρίζουν∙ το ίδιο ισχύει και για το πρόβλημα του θανάτου, αφού κανένας δεν γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Καθ’ ότι το Σύμπαν – ο Κόσμος δεν αποτελεί δημιούργημα κάποιου θεού, αλλά ήταν, είναι και θα είναι «πυρ αείζωον».   Οι αρχαίοι Έλληνες αντιμετώπιζαν το πρόβλημα του θανάτου ως φυσική εξέλιξη της ζωής καθώς θεωρούσαν τον άνθρωπο μέρος του Σύμπαντος, μέσα στο οποίο ενυπάρχουν τόσο η ζωή όσο και ο θάνατος**. Στην εποχή μας ο φόβος για το θάνατο, χτίζεται μέρα με τη μέρα και στο τέλος δικαιολογεί την ύπαρξή του. Ο τρόμος αυτός  εισέβαλε από την Ανατολή, και σ’ αυτόν βασίστηκαν οι θρησκείες.  Έτσι το πρόβλημα του θανάτου, όταν αντιμετωπίζεται σαν φόβητρο, γίνεται αντικείμενο ιδεολογικού εμπορίου από την εξουσία (θρησκευτική ή πολιτική).

Σήμερα ζούμε στην οντολογική λήθη μακριά από την α-λήθεια στην οποία μας καταδικάζει η μέριμνα. Είμαστε της στιγμής, τι είναι, τι δεν είναι κανείς∙ ενώ ο άνθρωπος είναι σκιάς όναρ (ίσκιος ονείρου).

Επί του θέματος θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε τη γνώμη τού Αντιφώντα*** ο οποίος μας λέει σχετικά: «Εισί τινές οι τον παρόντα μεν βίον ου ζώσιν, αλλά παρασκευάζονται πολλή σπουδή, ως έτερον τινά βίον βιωσόμενοι, ου τον παρόντα, και εν τούτω παραλειπόμενος ο χρόνος οίχεται.» (η ερμηνεία θεωρείται πλεονασμός!). Αυτό που έχει νόημα, είναι να μάθει να ζη κανείς, «γήινα, μέτρια, και εξαγνισμένα» γιατί, όταν θα έλθει η ώρα του θανάτου, αυτή θα είναι η ώρα του απόλυτου και ο καθένας περιέρχεται αυτόματα στην ίδια κατάσταση που βρίσκεται εκείνος που δεν γεννήθηκε ποτέ. 

Δεν πρέπει λοιπόν κανείς να είναι ούτε Πεισιθάνατος****, ούτε ερασιθάνατος (εραστής του θανάτου). Να ρουφάς την κάθε μέρα σου δίχως όμως να φτάνεις στην ύβρι, γιατί ξέρεις ότι θα ’ρθει μια στιγμή που δεν θα είσαι πια.  Η γνώση του θανάτου αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός κόσμου ελλόγου, ελεύθερου και αληθινού∙ καθώς μία από τις συνέπειες του είναι η τραγικότητα η οποία προκαλεί  μεγάλη συγκίνηση και πόνο έχει δε σοβαρές συνέπειες στη ζωή του ανθρώπου.

Ολοκληρώνοντας (προς το παρόν) να πούμε πως ο θάνατος είναι η αναπόφευκτη μοίρα μας∙ και επειδή αυτή είναι αναπόφευκτη «ου δώρων ερά» δηλ. δεν θέλει δώρα! Η αθανασία μας βρίσκεται σε ό,τι αφήνουμε πίσω μας, δηλ. στα έργα και τις ημέρες μας βλέποντας τη ζωή όχι υπό το πρίσμα του συναισθήματος, αλλά υπό το πρίσμα του νου που οδηγεί στην ενδοκοσμική αθανασία.

 

Σημειώσεις – διευκρινήσεις - συμπληρώματα

Καταλαβαίνει κανείς πως η έρευνα των Γραφών και η φιλοσοφία αποτελεί άλλης τάξεως θέμα∙ γιατί οι Γραφές στηρίζονται σε θέσφατα, ενώ η φιλοσοφία στον έρωτα για το στοχασμό, την αναζήτηση της αλήθειας και μέσα από αυτήν καταλήγει στη γνώση… Το να γνωρίζει κανείς τι είναι φιλοσοφία είναι κάτι∙ το να μη γνωρίζει όμως τίποτα ουσιαστικό για την αρχαία Ελλάδα είναι πληγή που δεν κλείνει με τίποτα, έστω και αν πολλοί είναι ανοιχτές εγκυκλοπαίδειες στο άκουσμα τού Μωϋσή, του Αβραάμ, του Ησαΐα, του Ιορδάνη, της Γαλιλαίας κ.α. όπως και το να θεωρεί τον Θεοδόσιο μέγα και αντίθετα τον Ιουλιανό Παραβάτη(!). Στην επιφάνεια λοιπόν και στο όνομα είμαστε Έλληνες, στην ουσία όμως; Απόδωτε  λοιπόν τα των ανθρώπων τοις ανθρώποις και τα του Θεού τω Θεώ. Αν και αυτό οδηγεί στην υπακοή στην κάθε εξουσία∙ πράγμα που δεν είναι ούτε της παρούσης, αλλά ούτε και στις προθέσεις του γράφοντος.

(1) Μήδοι, Πέρσες, Φοίνικες, Εβραίοι, Χετταίοι, Σουμέριοι, Αιγύπτιοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι. Απ’ αυτούς, οι Εβραίοι καλλιέργησαν τη γη της πίστης στους Έλληνες, ενώ οι Έλληνες της γνώσης.

Όσο για τη σχέση του Ελληνισμού προς τον Χριστιανισμό, το θέμα είναι μεγάλο και πολυσχιδές ως εκ τούτου εκφεύγει του παρόντος.

(2) Η γνώση ήταν αυτή που τύφλωσε τον Οιδίποδα και σκότωσε την Ιοκάστη, που παντρεύτηκε τον γιό της από άγνοια, αυτή που μετέτρεψε τον Αδάμ και την Εύα σε ανθρώπους από ζώα για να γνωρίσουν αργά ή γρήγορα τι σημαίνει να πεθάνεις… Έτσι λοιπόν βλέπουμε πως την τομή και για τον θάνατο τη χαράζει τη γνώση.

* Γιατρομανωλάκης Γιώργης∙ καθηγητής φιλολογίας στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

** Κατά τον Σωκράτη η φιλοσοφία οδηγεί στην υπέρβαση του θανάτου και γι’ αυτό έλεγε πως ο φόβος του θανάτου είναι ανανδρία και αφροσύνη των ανθρώπων∙ και σ’ αυτό (δηλ. στον θάνατο) αναφερόταν όταν έλεγε «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» με αποτέλεσμα την καταδίκη (δηλ. τον θάνατο), όπως το «ου γαρ οίδασι» του Ιησού ακολούθησε τον σταυρό. Το τραγικό στην καταδίκη του Σωκράτη δεν βρίσκεται στη δικαστική πλάνη ενός λαού που δεν ήξερε∙ αλλά στην τραγική σοφία ενός ανθρώπου που ήξερε.

*** βλ. Antiphontis orations et fragmenta σελ.140, §127 εκδ. Lipsiae για την Ελλάδα Παπαδήμας. Ο Αντιφών ήταν σοφιστής μέγας ρήτωρ και ποινικολόγος∙ γιός του Σωφίλου από τον δήμο του Ραμνούντος (ράμνος = αγκαθωτός θάμνος) της Αττικής, περιοχή που βρίσκεται κοντά στον Μαραθώνα & το Γραμματικό.  

**** Πεισιθάνατος ονομαζόταν ο φιλόσοφος Ηγησίας ο οποίος εδίδασκε την απαισιοδοξία στην Αλεξάνδρεια επί Πτολεμαίου Α΄ στρατηγού και μέλλους της σωματοφυλακής του Μ. Αλεξάνδρου. Μετά από κάθε ομιλία του επείθοντο κάποιοι να πεθάνουν και αυτοκτονούσαν…

 

                                                                                                   knafpl@hotmail.com

Σχόλια άρθρου: 0
Διαφήμιση
Διαφήμιση
300x250
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση