Είμαι στο ιατρείο και απέναντί μου κάθονται δύο νέοι γονείς με το μωρό τους στην αγκαλιά.
Έχουν μαζί τους ένα σωρό ερωτήσεις. Για τα εμβόλια. Για τις παρενέργειες. Για το αν χρειάζονται όλα. Για το αν είναι ασφαλή. Για το εμβόλιο της γρίπης. Για κάτι που διάβασαν στο διαδίκτυο.
Κάποια στιγμή, ο μπαμπάς με κοιτάζει λίγο αμήχανα και μου λέει:
«Μην μας παρεξηγείς. Δεν είμαστε αντιεμβολιαστές. Φοβισμένοι είμαστε.»
Και τότε χαμογελάω.
Γιατί αυτή είναι ίσως μία από τις πιο ειλικρινείς φράσεις που μπορεί να ακούσει ένας παιδίατρος.
Δεν χρειάζεται ένας γονιός να είναι «αντιεμβολιαστής» για να έχει φόβους. Δεν χρειάζεται να απορρίπτει την επιστήμη για να κάνει ερωτήσεις. Και σίγουρα δεν χρειάζεται να αισθάνεται άσχημα επειδή θέλει να είναι απολύτως βέβαιος ότι αυτό που κάνει για το παιδί του είναι το σωστό.
Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι οι γονείς δεν ενδιαφέρονται
Το αντίθετο.
Οι περισσότεροι γονείς ενδιαφέρονται πάρα πολύ.
Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερη πληροφορία από ποτέ — αλλά όχι πάντα περισσότερη γνώση.
Μια αναζήτηση στο διαδίκτυο μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να μας οδηγήσει από μια επίσημη ιατρική οδηγία σε ένα προσωπικό blog, από εκεί σε ένα βίντεο στα social media και στη συνέχεια σε μια ιστορία κάποιου γονέα που περιγράφει κάτι τρομακτικό.
Και όλες αυτές οι πληροφορίες εμφανίζονται στην ίδια οθόνη.
Ο αλγόριθμος, όμως, δεν γνωρίζει ποια πληροφορία είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη. Γνωρίζει τι μας κρατάει περισσότερο χρόνο μπροστά στην οθόνη.
Και ο φόβος, η αγωνία και η εντυπωσιακή ιστορία τραβούν πολύ περισσότερο την προσοχή από μια ψύχραιμη επιστημονική εξήγηση.
Έτσι, ένας γονιός μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να διαβάσει δέκα διαφορετικές απόψεις και στο τέλος να αισθάνεται ότι δεν ξέρει πλέον τι να πιστέψει.
Γι' αυτό, στο ιατρείο μου δεν θέλω οι γονείς να φοβούνται να ρωτήσουν.
Θέλω να ρωτούν.
Να μου λένε τι διάβασαν. Τι άκουσαν. Τι τους ανησύχησε.
Γιατί ο φόβος που συζητιέται μπορεί να γίνει γνώση. Ο φόβος που μένει μόνος του, μεγαλώνει.
Γιατί κάνουμε εμβόλια;
Τα εμβόλια είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία πρόληψης που έχουμε στην παιδιατρική.
Δεν σημαίνει ότι ένα παιδί δεν θα αρρωστήσει ποτέ. Σημαίνει ότι εκπαιδεύουμε το ανοσοποιητικό του σύστημα ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει συγκεκριμένες λοιμώξεις πολύ πιο αποτελεσματικά και να μειώσουμε τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης και επιπλοκών.
Κάθε εμβόλιο έχει συγκεκριμένη ένδειξη, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και συγκεκριμένα δεδομένα ασφάλειας. Γι' αυτό δεν αντιμετωπίζουμε όλα τα εμβόλια με τον ίδιο τρόπο ούτε ακολουθούμε συμβουλές που προέρχονται από τυχαίες αναρτήσεις στο διαδίκτυο.
Ακολουθούμε το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων, το οποίο επικαιροποιείται με βάση τα επιστημονικά δεδομένα και τις συστάσεις των αρμόδιων επιστημονικών φορέων.
Και πάνω απ' όλα, συζητάμε με τον παιδίατρο που γνωρίζει το συγκεκριμένο παιδί.
Και τώρα, ας μιλήσουμε για το εμβόλιο της γρίπης
«Μα γιατρέ, χρειάζεται πραγματικά το παιδί μου αντιγριπικό εμβόλιο κάθε χρόνο;»
Είναι ίσως μία από τις συχνότερες ερωτήσεις που ακούμε αυτή την εποχή.
Η απάντηση είναι ότι ο αντιγριπικός εμβολιασμός επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, επειδή οι ιοί της γρίπης μεταβάλλονται και η προστασία που προσφέρει ο εμβολιασμός δεν διαρκεί επ' αόριστον. Η σύνθεση του εμβολίου προσαρμόζεται επίσης στις ανάγκες κάθε περιόδου.
Για την περίοδο 2026–2027, οι ελληνικές οδηγίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στον εμβολιασμό:
όλων των βρεφών και παιδιών ηλικίας από 6 μηνών έως 5 ετών
παιδιών και εφήβων μεγαλύτερης ηλικίας που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου κινδύνου, όπως παιδιά με συγκεκριμένα χρόνια νοσήματα ή ανοσοκαταστολή
καθώς και άλλων ομάδων του πληθυσμού που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ή έχουν στενή επαφή με ευάλωτα άτομα.
Πότε γίνεται;
Ιδανικά ο αντιγριπικός εμβολιασμός γίνεται από τα μέσα Οκτωβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου, ώστε να έχει προηγηθεί η ανάπτυξη ανοσίας πριν από την κορύφωση της εποχικής γρίπης.
Χρειάζονται περίπου δύο εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό για να αναπτυχθεί η επιθυμητή ανοσολογική απάντηση.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αν περάσει ο Νοέμβριος «χάθηκε η ευκαιρία». Ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει και αργότερα κατά τη διάρκεια της εποχικής περιόδου, σύμφωνα με τις οδηγίες και την εκτίμηση του γιατρού.
Πόσες δόσεις χρειάζεται ένα παιδί;
Εδώ υπάρχει συχνά σύγχυση.
Συνήθως χρειάζεται μία δόση κάθε χρόνο.
Υπάρχει όμως μια σημαντική εξαίρεση:
Παιδιά κάτω των 9 ετών που εμβολιάζονται για πρώτη φορά κατά της γρίπης —ή έχουν στο παρελθόν λάβει μόνο μία δόση— χρειάζονται δύο δόσεις, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων.
Γι' αυτό είναι σημαντικό να γνωρίζει ο παιδίατρος το προηγούμενο ιστορικό εμβολιασμού του παιδιού.
«Μα γιατρέ, το εμβόλιο της γρίπης μπορεί να προκαλέσει γρίπη;»
Όχι.
Το αντιγριπικό εμβόλιο δεν προκαλεί γρίπη.
Και αυτό είναι ένα από τα πιο συχνά πράγματα που χρειάζεται να εξηγήσουμε στους γονείς.
Το παιδί μπορεί μετά το εμβόλιο να παρουσιάσει κάποιες ήπιες και παροδικές ενοχλήσεις, όπως πόνο στο σημείο της ένεσης, πυρετό ή αίσθημα κακουχίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι «κόλλησε γρίπη από το εμβόλιο».
«Αν το παιδί μου είναι λίγο συναχωμένο, μπορώ να το εμβολιάσω;»
Δεν σημαίνει κάθε συνάχι ότι πρέπει να αναβληθεί ο εμβολιασμός.
Ωστόσο, όταν το παιδί παρουσιάζει οξεία εμπύρετη νόσο ή σημαντική λοίμωξη, ο εμβολιασμός μπορεί να χρειαστεί να αναβληθεί μέχρι να αναρρώσει.
Επίσης, υπάρχουν συγκεκριμένες αντενδείξεις και προφυλάξεις που ο παιδίατρος ελέγχει πριν από τη χορήγηση του εμβολίου, όπως σοβαρή αλλεργική αντίδραση σε συστατικό του εμβολίου ή ορισμένες ειδικές καταστάσεις υγείας.
Με άλλα λόγια:
Δεν αποφασίζουμε αν ένα παιδί μπορεί να εμβολιαστεί επειδή διαβάσαμε μια γενική συμβουλή στο διαδίκτυο. Το κρίνουμε για το συγκεκριμένο παιδί.
Και αν το παιδί μου αρρωστήσει παρόλο που έκανε το εμβόλιο;
Αυτό είναι επίσης σημαντικό να το καταλάβουμε.
Κανένα εμβόλιο δεν αποτελεί «μαγική ασπίδα» που αποκλείει κάθε πιθανότητα λοίμωξης.
Ο στόχος του αντιγριπικού εμβολιασμού είναι να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο νόσησης από γρίπη και, κυρίως, να συμβάλει στην προστασία από τη σοβαρή νόσηση και τις επιπλοκές.
Και επειδή οι ιοί της γρίπης αλλάζουν, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου μπορεί να διαφέρει από περίοδο σε περίοδο, ανάλογα με το πόσο καλά ταιριάζουν τα στελέχη του εμβολίου με αυτά που κυκλοφορούν.
Άρα, το «έκανε εμβόλιο και μετά αρρώστησε» δεν σημαίνει ότι το εμβόλιο δεν λειτουργεί.
Αυτό που θέλω περισσότερο να θυμούνται οι γονείς
Δεν περιμένω από έναν γονιό να γνωρίζει ανοσολογία.
Δεν περιμένω να διαβάσει τις επιστημονικές δημοσιεύσεις.
Δεν περιμένω να μπορεί να αξιολογήσει μόνος του κάθε πληροφορία που εμφανίζεται στην οθόνη του.
Περιμένω όμως να κάνει κάτι πολύ σημαντικό:
Να ρωτήσει.
Να πει στον παιδίατρο:
«Διάβασα αυτό και φοβήθηκα. Ισχύει;»
Και ο παιδίατρος δεν πρέπει να απαντήσει με εκνευρισμό.
Πρέπει να απαντήσει με επιχειρήματα.
Γιατί πίσω από κάθε ερώτηση ενός γονιού υπάρχει συνήθως το ίδιο πράγμα:
η ανάγκη να προστατεύσει το παιδί του.
Και αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπίζουμε με κριτική.
Είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπίζουμε με σεβασμό, επιστημονική γνώση και ειλικρινή συζήτηση.
«Δεν είμαστε αντιεμβολιαστές. Φοβισμένοι είμαστε.»
Θυμάμαι ακόμη εκείνη τη φράση των γονιών στο ιατρείο.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο σημαντική συζήτηση γύρω από τα εμβόλια.
Δεν χρειάζεται να χωρίζουμε τους γονείς σε «υπέρ» και «κατά».
Υπάρχουν γονείς που φοβούνται.
Υπάρχουν γονείς που μπερδεύονται.
Υπάρχουν γονείς που έχουν ακούσει κάτι που τους ανησύχησε.
Και υπάρχουν γονείς που χρειάζονται κάποιον να τους εξηγήσει τι γνωρίζουμε, τι δεν γνωρίζουμε και τι συστήνουμε με βάση τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.
Αυτός είναι και ο ρόλος του παιδιάτρου.
Να μην ζητά από τον γονιό να εμπιστευτεί τυφλά.
Να του δίνει τους λόγους για τους οποίους προτείνει κάτι.
Γιατί η καλύτερη σχέση γιατρού–γονιού δεν βασίζεται στο:
«Κάν' το επειδή στο λέω εγώ.»
Βασίζεται στο:
«Ρώτησέ με. Θα σου εξηγήσω.»
Και όταν πρόκειται για τα εμβόλια των παιδιών μας, αυτή η συζήτηση αξίζει πάντα τον χρόνο μας.
Κατερίνα Κουρτέση MD, MSc, PhD (c)
Παιδίατρος
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.