Παρελθόν

6/8/19 14:05

τελ. ενημ.: 6/8/19 14:20

Γιάννης Ψυχάρης: «Το Έθνος πρέπει να μεγαλώνει τα σύνορά του και τη φιλολογία του»

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από το βιβλίο του Έλληνα γλωσσολόγου και γαλλοτραφή Γιάννη Ψυχάρη (15 Μαΐου 1854 – 29 Σεπτεμβρίου 1929) «Το ταξίδι μου». Για τις θέσεις του στο συγκεκριμένο βιβλίο έχει χαρακτηριστεί ως εθνικιστής, όμως θα πρέπει να είναι κανείς φειδωλός όταν τοποθετεί ετικέτες σε πρόσωπα, εάν δεν συνεκτιμά την εποχή, τη χρονική στιγμή που διατυπώθηκαν, τον περιβάλλοντα χώρο και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το πλαίσιο γενικά μέσα στο οποίο ο χαρακτηριζόμενος εκτίθεται και τοποθετείται.

Ο Παλαμάς για τον Ψυχάρη

Ο δημιουργός του «Δωδεκάλογου του Γύφτου» Κωστής Παλαμάς έγραψε για τον πατριάρχη του δημοτικισμού τα εξής:

«Ο Ψυχάρης θρησκολάτρης πια εθνικιστής αντιμπολσεβικιστής φανατικός, τη δηλώνει την εγκάτων του την πίστη: «Ο μεγάλος πόλεμος μας άλλαξε τις νοοτροπίες μας». Όμως παράλληλα διατύπωνε:

«Ο Ψυχάρης είναι αυτός που είχε το θάρρος να ανασηκώση από τον εξευτελισμό και να καθήση πάλι στο χρυσό το θρόνο της τη Μεγάλη μας Ιδέα, με τα λόγια ετούτα: «Με την Ιδέα τη μεγάλη έγινε κι ο μεγάλος, ο άγιος ο Σηκωμός του 1821. Σηκώθηκε τότες η Ρωμιοσύνη όλη για να πάρη όχι την Αθήνα μονάχα, μα για να πάρη την Πόλη. Μ’ άλλα λόγια σηκώθηκε για μια Ιδέα. Και νίκησε. Την Πόλη δεν την πήρε, μπορεί μάλιστα και ποτέ της να μην την πάρη. Και τι σημαίνει: Την Ιδέα πάντα την έχει… Εγώ θαρρώ, κι ας με πούνε παράξενο, πως εκεί θα κατασταλάξη ο Ρωμιός και πως η Πόλη δική του είναι. Άλλοι θα πούνε πως πολύ άδικα βάνει τέτοια όνειρα με το νου του. Όσο θέλεις. Αν όμως, κι από τα 1821 δεν τον οδήγαε Ιδέα μεγάλη, και τα μικρά που κατώρθωσε, δεν θα τα κατώρθωνε ποτέ του».

Έθνος και γλώσσα

Γράφει ο Ψυχάρης: «Όποιος με διαβάσει θα καταλάβει με τι σκοπό έγραψα το «Ταξίδι μου». Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική τη γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί πάτρης.

Η ζωή μου είναι της Γαλλίας. Ό,τι είμαι, στη Γαλλία το χρωστώ. Την αγαπώ σα μητέρα και σαν πατρίδα. Έγινα παιδί της στην ώρα της δυστυχίας και της θλίψης· πώς να μην τη λατρέβω; Γεννήθηκα όμως Ρωμιός και δεν μπορώ να το ξεχάσω· έχω χρέη και στην Ελλάδα. Θέλησα να της το δείξω. Αφού δεν μπορεί να της είμαι χρήσιμος στον πόλεμο, τουλάχιστο πολεμώ για την εθνική μας γλώσσα. Ένα έθνος, για να γίνει έθνος, θέλει δυο πράματα· να μεγαλώσουνε τα σύνορά του και να κάμει φιλολογία δική του. Άμα δείξει πως ξέρει τι αξίζει η δημοτική του γλώσσα κι άμα δεν ντρέπεται γι’ αφτή τη γλώσσα, βλέπουμε πως τόντις είναι έθνος. Πρέπει να μεγαλώσει όχι μόνο τα φυσικά, μα και τα νοερά του τα σύνορα. Γι’ αφτά τα σύνορα πολεμώ.»

Ενώ αλλού:

«Σιχαίνουμαι τον πατριωτισμό, γιατί κάτι νομίζουνε πως λένε όσοι για πατριωτισμό σου μιλούνε. Σιχαίνουμαι τους φαφλατάδες, τους φωνακλάδες τους μισώ! Μ’ αρέσει δουλειά, όχι ρητορική και φωνές.»

«Όποιος θυσιάζεται για την πατρίδα και δουλέβει για το έθνος, όποιος φανεί μεγάλος, όποιος υψωθεί, μήτε πατέρα, μήτε μάνα, μήτε παιδιά, μήτε φίλους πρέπει να ’χει. Αλάκαιρο τον παίρνει η πατρίδα. Τον έχει μοναχή της, με σιδερένιο χέρι τον αρπάζει και τον κάνει δικό της — ίσα με τον τάφο και παρέκει… Τι κρύο, τι ψυχρό, τι έρημο πράμα που είναι η δόξα!».

(Έχει διατηρηθεί στο ακέραιο η ορθογραφία όλων των κειμένων)

 

Σχόλια άρθρου: 0
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση