Μία ιδιαίτερα απαιτητική περίοδος ξεκινά για τις αεροπορικές συνδέσεις της Χίου με την Αθήνα, καθώς οι ήδη υφιστάμενοι περιορισμοί στο αεροδρόμιο του νησιού, εξαιτίας των έργων επέκτασης και αναβάθμισης του διαδρόμου, έρχονται πλέον να συνδυαστούν με τα μεγάλης κλίμακας έργα στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος».
Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζονται ταυτόχρονα τα επιχειρησιακά περιθώρια τόσο στην Αθήνα όσο και στη Χίο, δημιουργώντας μία σύνθετη εξίσωση για τις αεροπορικές εταιρείες που εκτελούν τη γραμμή. Η μικρότερη χωρητικότητα του αεροδρομίου της Αθήνας αυξάνει τον κίνδυνο καθυστερήσεων και περιορισμών στη ροή των πτήσεων, την ώρα που στο αεροδρόμιο της Χίου τα αεροσκάφη ήδη επιχειρούν υπό ειδικούς περιορισμούς ως προς το διαθέσιμο μήκος του διαδρόμου και το μεταφερόμενο βάρος.
Περιορίζεται σημαντικά η χωρητικότητα στην Αθήνα
Η πρώτη ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει. Από τις 17 έως και τις 22 Σεπτεμβρίου 2026, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών έχει χαρακτηριστεί προσωρινά ως πλήρως συντονισμένο αεροδρόμιο, Level 3, εξαιτίας των εργασιών στον διάδρομο.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Συντονισμού Πτήσεων, για τη συγκεκριμένη περίοδο η διαθέσιμη χωρητικότητα περιορίζεται μέχρι τις 17 αφίξεις και συνολικά τις 32 κινήσεις ανά σταθερή ώρα, όταν υπό κανονικές συνθήκες ο αριθμός των συνολικών κινήσεων μπορεί σε ορισμένες χρονικές ζώνες να φθάσει έως και τις 66. Για να προσαρμοστεί το πρόγραμμα στη μειωμένη χωρητικότητα, έχει ήδη προηγηθεί διαδικασία ακύρωσης ή ανακατανομής χρονοθυρίδων των αεροπορικών εταιρειών.
Το έργο, ωστόσο, δεν ολοκληρώνεται στις 22 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν καταχωριστεί στο Airport Corner της EUROCONTROL, από τις 23 Σεπτεμβρίου έως τις 4 Νοεμβρίου ο δυτικός διάδρομος 03L/21R θα λειτουργεί με περιορισμούς και θα εξυπηρετεί μόνο αναχωρήσεις αεροσκαφών έως κατηγορίας ICAO Code C. Από τις 5 Νοεμβρίου έως και τις 18 Δεκεμβρίου ο ίδιος διάδρομος θα κλείσει πλήρως, με το «Ελευθέριος Βενιζέλος» να περνά σε λειτουργία ενός διαδρόμου για τις αεροπορικές κινήσεις.
Παράλληλα, για τη χειμερινή περίοδο 2026-2027 το αεροδρόμιο της Αθήνας έχει χαρακτηριστεί προσωρινά ως Level 3 λόγω των εργασιών, ενώ οι αρμόδιοι φορείς έχουν προχωρήσει σε ειδικό συντονισμό των διαθέσιμων αεροπορικών slots.
Η Χίος έχει ήδη χάσει μέρος της διαθέσιμης χωρητικότητας
Για τη γραμμή Χίου – Αθήνας, η νέα πραγματικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή έρχεται να προστεθεί στους περιορισμούς που ήδη ισχύουν στο Κρατικό Αερολιμένα Χίου «Όμηρος».
Από τον Μάρτιο του 2026 βρίσκεται σε εξέλιξη το μεγάλο έργο επέκτασης, βελτίωσης και αναβάθμισης του πεδίου ελιγμών και του διαδρόμου του αεροδρομίου. Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας είχε εξαρχής γνωστοποιήσει ότι, κατά τη διάρκεια των εργασιών, το αεροδρόμιο θα παραμείνει επιχειρησιακά ανοικτό, με τις πτήσεις όμως να πραγματοποιούνται με ελικοφόρα αεροσκάφη και με περιορισμένο αριθμό επιβατών, εξαιτίας των αναγκαίων περιορισμών ασφαλείας.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι αεροπορικές εταιρείες δεν έχουν την ίδια ευχέρεια ως προς το συνολικό βάρος απογείωσης ενός αεροσκάφους από τη Χίο. Το μικρότερο διαθέσιμο επιχειρησιακό μήκος του διαδρόμου, σε συνδυασμό με τις εκάστοτε καιρικές συνθήκες, τη θερμοκρασία, τον άνεμο, το βάρος καυσίμων, των αποσκευών και των επιβατών, επηρεάζει τον υπολογισμό του μέγιστου επιτρεπόμενου βάρους για κάθε πτήση.
Σε αυτήν ακριβώς την εξίσωση έρχεται πλέον να προστεθεί η μειωμένη χωρητικότητα της Αθήνας.
Τι είναι το CTOT και γιατί αφορά τη γραμμή της Χίου
Κεντρικό ρόλο στη διαχείριση των καθυστερήσεων μπορεί να αποκτήσει το CTOT, δηλαδή το Calculated Take-Off Time ή Υπολογισμένος Χρόνος Απογείωσης.
Πρόκειται για την ώρα απογείωσης που αποδίδεται σε μία πτήση στο πλαίσιο της διαχείρισης ροής εναέριας κυκλοφορίας, όταν η ζήτηση είναι μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη χωρητικότητα ενός αεροδρομίου ή ενός τμήματος του εναέριου χώρου.
Στην Ευρώπη, ο συγκεκριμένος μηχανισμός διαχειρίζεται κεντρικά από τον Network Manager της EUROCONTROL. Ένα αεροσκάφος στο οποίο έχει αποδοθεί CTOT πρέπει, κατά κανόνα, να απογειωθεί μέσα σε χρονικό παράθυρο από πέντε λεπτά πριν έως δέκα λεπτά μετά την καθορισμένη ώρα. Εφόσον δεν μπορέσει να ανταποκριθεί στο συγκεκριμένο παράθυρο, απαιτείται επανυπολογισμός της θέσης του στη ροή της κυκλοφορίας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετη καθυστέρηση.
Σημαντικό είναι, πάντως, ότι το CTOT δεν σημαίνει ότι το αεροσκάφος περιμένει υποχρεωτικά στον αέρα. Αντίθετα, το σύστημα έχει σχεδιαστεί ώστε μεγάλο μέρος της αναμονής να πραγματοποιείται πριν από την απογείωση, στο έδαφος, αποφεύγοντας άσκοπη κατανάλωση καυσίμου σε κύκλους αναμονής πάνω από το αεροδρόμιο προορισμού.
Περισσότερα καύσιμα μπορεί να σημαίνουν λιγότερους επιβάτες
Η πίεση για τις πτήσεις από τη Χίο προκύπτει από έναν διαφορετικό, αλλά άμεσα συνδεδεμένο παράγοντα.
Όταν οι επιχειρησιακές συνθήκες στην Αθήνα δημιουργούν αυξημένη πιθανότητα καθυστερήσεων, holding ή άλλων αλλαγών στην κανονική ροή, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός μιας πτήσης μπορεί, ανάλογα με τα δεδομένα της συγκεκριμένης ημέρας, να απαιτήσει μεγαλύτερο απόθεμα καυσίμου.
Το πρόσθετο καύσιμο έχει βάρος. Σε ένα αεροδρόμιο στο οποίο δεν υπάρχει περιορισμός μήκους διαδρόμου, το επιπλέον βάρος μπορεί να μην αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα. Στην περίπτωση της Χίου, όμως, όπου οι εργασίες έχουν ήδη οδηγήσει σε περιορισμούς του ωφέλιμου φορτίου των αεροσκαφών, κάθε πρόσθετο κιλό αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Εφόσον, επομένως, ο επιχειρησιακός υπολογισμός απαιτήσει περισσότερα καύσιμα και το αεροσκάφος φθάνει στα όρια του επιτρεπόμενου βάρους απογείωσης για το διαθέσιμο μήκος του διαδρόμου, η εταιρεία θα πρέπει να μειώσει βάρος από κάπου αλλού.
Αυτό μπορεί να σημαίνει μικρότερο αριθμό επιβατών, περιορισμό αποσκευών ή διαφορετικό επιχειρησιακό σχεδιασμό της πτήσης. Δεν πρόκειται για αυτόματη συνέπεια κάθε CTOT, αλλά για ενδεχόμενο που εξαρτάται από τον τύπο του αεροσκάφους, τις συνθήκες της ημέρας και τους υπολογισμούς ασφαλούς εκτέλεσης κάθε δρομολογίου.
Ο κίνδυνος του «ντόμινο» στα δρομολόγια
Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά τη διαδοχή των πτήσεων μέσα στην ίδια ημέρα.
Το ίδιο αεροσκάφος δεν εκτελεί συνήθως μόνο το δρομολόγιο Αθήνα – Χίος – Αθήνα, αλλά μπορεί να συνεχίζει αμέσως μετά προς άλλο προορισμό. Μία καθυστέρηση, επομένως, δεν σταματά απαραίτητα στην πρώτη πτήση.
Εάν ένα αεροσκάφος αναχωρήσει με μεγάλη καθυστέρηση, αυτή μπορεί να μεταφερθεί στην επόμενη πτήση του, στη μεθεπόμενη και συνολικά στο υπόλοιπο ημερήσιο πρόγραμμά του. Οι εταιρείες διαθέτουν επιχειρησιακά περιθώρια για να απορροφούν ένα μέρος αυτών των καθυστερήσεων, όμως όταν αυτές γίνουν μεγάλες ή επαναλαμβανόμενες, οι δυνατότητες περιορίζονται.
Σε μία τέτοια περίπτωση μπορεί να απαιτηθούν αλλαγές ωρών, αντικατάσταση αεροσκάφους, αναδιάταξη δρομολογίων ή, στο δυσμενέστερο σενάριο, ακύρωση κάποιας πτήσης ώστε να επανέλθει το πρόγραμμα σε λειτουργική ισορροπία.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση που να προαναγγέλλει ακυρώσεις στη γραμμή Χίου – Αθήνας εξαιτίας των συγκεκριμένων έργων. Το ενδεχόμενο, όμως, αποκτά επιχειρησιακή βάση όταν περιορισμοί σε δύο διαφορετικά αεροδρόμια λειτουργούν ταυτόχρονα και ένα μεγάλο μέρος των καθημερινών πτήσεων εξαρτάται από τη δυνατότητα του ίδιου αεροσκάφους να συνεχίσει έγκαιρα το πρόγραμμά του.
Μία δύσκολη εξίσωση μέχρι τον Δεκέμβριο
Οι επόμενοι μήνες δημιουργούν, συνεπώς, μία πρωτόγνωρη για τη γραμμή Χίου – Αθήνας επιχειρησιακή συνθήκη.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται το αεροδρόμιο της Χίου, όπου οι εργασίες επέκτασης του διαδρόμου έχουν ήδη περιορίσει τον αριθμό των επιβατών που μπορούν να μεταφέρουν τα αεροσκάφη υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Από την άλλη βρίσκεται ο μεγαλύτερος αεροπορικός κόμβος της χώρας, ο οποίος μπαίνει σε διαδοχικές φάσεις περιορισμένης χωρητικότητας, με αποκορύφωμα την περίοδο από τις 5 Νοεμβρίου έως τις 18 Δεκεμβρίου, όταν προβλέπεται λειτουργία ενός διαδρόμου.
Το κρίσιμο στοιχείο για το επιβατικό κοινό της Χίου θα είναι το κατά πόσο οι αεροπορικές εταιρείες θα καταφέρουν να απορροφήσουν τις καθυστερήσεις χωρίς νέες περικοπές στη διαθέσιμη χωρητικότητα της γραμμής.
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.