Κοινωνία

15/4/13 14:27

τελ. ενημ.: 17/4/13 11:28

Συντροφιά στον Άγιο Μάμμα

• ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ Η ΨΥΧΗ ΤΗΣ 87ΧΡΟΝΗΣ ΒΙΒΗΣ ΚΟΥΤΣΟΔΟΝΤΗ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΜΟΝΙΜΗΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥ ΤΩΝ ΑΦΡΟΔΙΣΙΩΝ

Η απάντηση της την πρώτη φορά που τη συνάντησα στο ερώτημα γιατί δεν φεύγει κι εκείνη απ’ τα Αφροδίσια, να μη μένει μόνη το χειμώνα, ηλικιωμένη γυναίκα, δεν άφηνε περιθώρια επανεξέτασης. «Και ποιος θα ανάβει το καντήλι στον Άγιο Μάμα;»

«Αμίσθωτη καντηλανάφτρα» προσδιόριζε, χαριτολογώντας, το ρόλο της, ίσως σαν επέκταση της προσήλωσης της σε έναν άλλο Μάμμα, το σύντροφο της ζωής της, που είχε χάσει ήδη από το 2001. Έκτοτε αφοσιώθηκε στον Άγιο Μάμμα, ήταν η ψυχή των Αφροδισίων, η κυρά των Αφροδισίων, όπως την ήξεραν στα βορειόχωρα, πρόσωπο – σύμβολο για μια περιοχή που πεισματικά αρνείται να κλείσει τα μάτια της.

Τα μάτια της κυρά Βιβής Κουτσοδόντη όμως έκλεισαν οριστικά στο τέλος της περασμένης εβδομάδας και μαζί της η δυνατότητα των Αφροδισίων να χτυπά μια ανθρώπινη καρδιά στο χωριό όλο το χρόνο, χωρίς διακοπές. Τα Αφροδίσια είναι εδώ και λίγα εικοσιτετράωρα ορφανά, ο Άγιος Μάμμας θα περιμένει τα παιδιά του να έρθουν απ’ τη Χώρα τις κρύες νύχτες του χειμώνα για να του ανάψουν το καντήλι. Είναι βέβαιο όμως ότι θα συνοδεύει τη Βιβή Κουτσοδόντη στα περβόλια του ουρανού, ανταποδίδοντας την αγάπη που πρόσφερε στον Άγιο και τα περβόλια της βορειοδυτικής Χίου.

Ως ελάχιστη συνεισφορά στη μνήμη της ο «π» αναδημοσιεύει σήμερα τμήμα από το αφιέρωμα στη ζωή της από το περιοδικό «Νέμεσις» ενός ρεπορτάζ του Δ. Μυωτέρη. Τότε που ο εκδότης του, Γ. Μπαχάς, είχε εκτοπίσει συνέντευξη από γυναίκα επιχειρηματία των Αθηνών, υποκλινόμενος κι εκείνος στην ανεξάντλητη δύναμη της κυράς των Αφροδισίων. Όσοι τη γνώρισαν σίγουρα δεν θα την ξεχάσουν.

«Να ‘ρθετε όλοι στα χρόνια μου!»

Τον χειμώνα σε αυτό το απομονωμένο βοριοχώρι,  που απέχει γύρω στα 60 χιλιόμετρα από τη Χώρα, δεν  ακούγεται η ανάσα παρά μόνο τριών-τεσσάρων ψυχών.

Και ακόμη χειρότερα το καταχείμωνο, μετά από το μάζεμα των ελιών, από το Δεκέμβρη ως και το Φλεβάρη, μέσα στα παγωμένα σοκάκια, μόνο μία κατάμαυρη σκιά φανερώνει ότι υπάρχει ζωή.

Αυτή η γερμένη σκιά που στηρίζει σε μία μαγκούρα την ύπαρξή της δεν είναι άλλη από την κυρά Βιβή, που πεισματικά αρνείται να εγκαταλείψει τον τόπο της και να βρει τη θαλπωρή στη φιλοξενία των συγγενών της, κάτω στην πόλη, αφού ο Θεός δε θέλησε να δώσει τη χαρά ενός παιδιού σ’ εκείνη και στο σύντροφό της, τον Μάμμα, που ήταν μαζί από το 1949 ως το 2001.

Η συντροφιά

«Έχω την καλύτερη παρέα, τον Άγιο Μάμμα. Του ανάβω το καντηλάκι πρωί και βράδυ και δεν έχω ανάγκη τίποτα άλλο», λέει και το πιστεύει.

Παρά τα χρόνια της, τα πόδια της είναι πιο γερά από 20χρονης και δεν τη φτάνουμε στην ανηφόρα για την χωριοεκκλησιά, τον Άγιο Μάμμα.

 Eκεί που πιθανόν, σύμφωνα με τους ιστορικούς της Χίου Ζολώτα και Βίο, πρέπει να υπήρχε ο αρχαίος ναός της Αφροδίτης, από τον οποίο πρέπει να πήρε και το όνομά του το χωριό.

«Όπως τον αγαπούσαν τα λιοντάρια και δεν τον έφαγαν, αλλά τον φιλούσαν όταν τον έριξαν οι ειδωλολάτρες για να τον φάνε, έτσι τον αγαπώ κι εγώ», λέει την ώρα που έχει ανάψει το καντήλι του και τον θυμιατίζει.

Το απολυτίκιο

Για να μάθει το απολυτίκιό του, έμαθε γράμματα τώρα στα γεράματά της.

«Μαρτύρων αγλάισμα και πολιούχε ημών πρεσβείαις σου άγιε ταις προς  Θεόν  και λιταίς, Μάμμα αοίδημε, φύλαττε εκ κινδύνων, συμφορών τε και νόσων πάντας τους σε τιμώντας και την μνήμην τελούντας πολλήν γάρ, μάρτυς, προς Χριστόν την παρρησίαν πλουτείς».

Σε άπταιστη καθαρεύουσα, παρακαλώ, η απαγγελία.

Το σχολείο

Κατηφορίζοντας για το σπιτικό του αδελφού της, του Σπύρου, εκεί που θα μας μιλούσε για τη ζωή της, μου δείχνει ένα χάλασμα.

«Το βλέπεις τούτο; Είναι το παλιό σχολειό. Δεν έχω βγάλει ούτε την Τρίτη τάξη. Από το πολύ ξύλο που τρώγαμε από το δάσκαλο, μίσησα και κείνον και τα γράμματα μαζί μ’ αυτόν. Τώρα έμαθα να διαβάζω, που ήθελα να μάθω το τροπάρι του Άγιου μας.

Μας έδερνε με ένα χοντρό χάρακα σαν την παλάμη μας. Αυτός ήταν σαδιστής, δεν ήταν δάσκαλος. Αλλά ήταν και δύο κουμάσια καλοί μαθητές που τους έλεγε να του φέρνουν τις βέργες και εκείνοι του ‘φερναν ακακίες με τα αγκύλια, για να ματώνουμε και να γελούνε.

Γι’ αυτό και γώ δεν το ήθελα το σχολείο. Έφευγα το πρωί και πήγαινα στη βρύση, αλλά αυτός έστελνε έναν συμμαθητή μου και με έφερνε με το ζόρι στο σχολείο, και το ξύλο που ’τρωγα. Μια φορά δεν ήθελα να μπω μέσα και με πέταξε από το παράθυρο», λέει και γελάει τώρα με τα κλάματα που έριχνε τότε.

Το τραγούδι

Κι από φτώχεια; Ασ’ τα να πάνε. Στα χωράφια έφαγαν τη ζωή τους ο κυρ Σαράντης η κυρά-Ανθίτσα και τα πέντε αδέλφια της, όπως όλοι τότε.

Την αγάπη για την εκκλησία την κληρονόμησε από τον ψάλτη πατέρα της, όπως και την καλή φωνή, όλα τα αδέλφια. Μόνο που ήταν ντροπαλή και δεν τραγουδούσε μπροστά στον κόσμο. Μόνο μέσα στο φορτηγό που την κατέβαζε στη Χώρα κελαηδούσε, για να περάσει η ώρα. Θυμάται ένα τραγουδάκι ακόμη τώρα -ποιος ξέρει γιατί- και δε διστάζει να το τραγουδήσει.

«Της αγάπης το βοτάνι πού να ψάξω να το βρω, την καρδιά μου να μου γιάνει, για να πάψω να πονώ».

Παραδουλάκι

Το γιατί κατέβαινε στη Χώρα είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα.

«Έντεκα χρονών ήμουν όταν από τη φτώχεια με έστειλαν παραδουλάκι στη Φάρκαινα, στου Γιάννη του Τσακουμή, καλή του ώρα. 50 χρόνια δουλικό ήμουνα, αλλά δε θα ξεχάσω δύο πράγματα. Την πρώτη φορά που με πήγαιναν από το χωριό στη Χώρα ένας θείος μου  ήταν πάνω στον γάδαρο και εγώ με τα πόδια, ξυπόλυτη να τρέχω. “Τρέχα, μωρή Βιβή, τρέχα και θα σου πάρει άλλη τη δουλειά”, μου ’λεγε κι εγώ όλο έτρεχα μέσα από τον ποταμό, γιατί δεν υπήρχε τότε ο σημερινός  δρόμος. Κι ήταν τόσος ο φόβος μου μη χάσω τη δουλειά, που ξέχασα να φάω και ένα αυγό που μου ’χε δώσει η μάνα μου για το δρόμο». Δεν μετάνιωσε όμως για τους κόπους που έκανε.

«Εκεί πέρασα πολύ καλά, σαν βασίλισσα με ‘χανε, έκατσα πολλά χρόνια. Μετά πήγα και σε άλλα πλουσιόσπιτα. Εκεί, πέρασα του Χριστού τα πάθη. Τύρανοι ήτανε. Πιο καλά είχαν τα σκουπίδια από τις δούλες τους. Κλέφτες γινόμασταν για να φάμε ένα κομμάτι ψωμί».

Έτσι ξαναγύρισε στου κυρ Γιάννη και έφυγε από εκεί μόνον το 1983, που, παρασυρμένοι από το φευγιό όλου του κόσμου, είπαν και εκείνοι μαζί με τον άντρα της να δοκιμάσουν την τύχη τους στην Αθήνα.

Έξι μήνες άντεξε μόνο στο Καλαμάκι και έπεισε τον άντρα να γυρίσουν πίσω. Ξανά και πάλι στου Τσακουμή.

Στα Αφροδίσια

Στο χωριό γύρισαν μόνιμα το 1992 και ασχολήθηκαν με τα χωράφια και την εκκλησία. Επίτροπος ήταν ο Μάμμας, μέχρι το 2001, που έφυγε για τον ουρανό, αλλά πάντα εκείνη ήταν «αμίσθωτη καντηλανάφτρα», όπως αποκαλεί γελώντας τον εαυτό της.

Κάτι που δεν έχει παραλείψει να κάνει ούτε μία μέρα από τότε.

Άγιες μέρες

Το καλοκαίρι δεν είναι μόνη της, αλλά ο χειμώνας είναι δύσκολος. «Για τους άλλους, όχι για μένα, εγώ και ο Άγιος είμαστε πολύ καλά», επαναλαμβάνει με πείσμα.

Κι όμως. Όσο και αν δε θέλει να το παραδεχτεί, είναι πολύ σκληρό να είσαι μόνη σου σε έναν άγριο τόπο, παραμονή και ανήμερα της Πρωτοχρονιάς. «Την Πρωτοχρονιά δεν ακουγόταν φωνή μέσα στα σοκάκια. Έχω συνηθίσει όμως και τα βρίσκω με τον εαυτό μου και τη μοναξιά μου».

Οι βεγγέρες

Θυμάται ότι παρά το ότι ήταν φτωχοί, γλεντούσαν πολύ συχνά. Σε κάθε σπίτι που τύχαινε να έλθει κάποιος με ένα όργανο, μετά από λίγο ήταν εκεί όλο το χωριό και γινόταν βεγγέρα και γλέντι τρικούβερτο μόνο με καρύδια, στραγάλια και σούμα.

«Μήπως το ίδιο δεν γινόταν και στα χωράφια; Στα διαλείμματα από το σκάψιμο το πανηγύρι ήταν μόνιμο, γι’ αυτό και δεν καταλάβαιναν τις δυνάμεις τους και έσκαβαν τα χωράφια μάνι μάνι».

Ο πολιτισμός

Μετά ήλθε το ραδιόφωνο, που κάπως ένωσε το χωριό τους με τον άλλο κόσμο, αλλά δεν αλλοίωσε την καθημερινότητά τους.

«Η τηλεόραση τα άλλαξε όλα. Κλείστηκαν μέσα οι άνθρωποι, χάθηκαν οι βεγγέρες, άλλαξε ο κόσμος. Ήλθε ο δρόμος, το ρεύμα, το τηλέφωνο και έφυγαν οι άνθρωποι. Αυτό κατάφερε ο πολιτισμός, με τις νέες ανάγκες της ζωής που έφερε. Αλλά θα ’ρχόταν αναπόφευκτα. Έτσι είναι η ζωή, όλα έρχονται και παρέρχονται και αλλάζουν τα πάντα, μέχρι και τους ανθρώπους», λέει και ποιος μπορεί να πει ότι δεν τα λέει σωστά με τη σοφία των χρόνων που κουβαλάει και τον περίσσιο χρόνο που έχει για να σκέπτεται μέσα στη μοναξιά της.

«Καλά που ‘ναι και αυτός ο Μάμμας» -κι άλλος Μάμμας- «ο Σιταράς, που έρχεται  και βλέπει αν ζω…».

Ως επιμύθιο, κρατάμε την ευχή της «Να ’ρθετε όλοι στα χρόνια μου!» Ώρα καλή κυρά-Βιβή.

Σχόλια άρθρου: 0
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση