Κοινωνία

24/4/14 17:27

τελ. ενημ.: 24/4/14 17:27

Στο σπίτι τους οι κατηγορούμενοι εάν υπάρχει διαφωνία ανακριτή και εισαγγελέα

Σε  περίπτωση  διαφωνίας  ανακριτή και εισαγγελέα για την προσωρινή κράτηση κατηγορούμενου, τότε θα επιβάλλεται κατ΄ οίκον περιορισμός του κατηγορουμένου, μέχρι την επίλυση της διαφωνίας από το δικαστικό συμβούλιο, ενώ παράλληλα θα κατάσχονται   το διαβατήριο του και κάθε άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο.

Αυτό προβλέπει μια από τις τέσσερεις τροπολογίες που κατέθεσε ο υπουργός Δικαιοσύνης Χαράλαμπος Αθανασίου στην Βουλή.

Ειδικότερα, σε  περίπτωση  διαφωνίας  ανακριτή και εισαγγελέα για την προσωρινή κράτηση, θα επιβάλλεται με διάταξη του ανακριτή, ο κατ΄ οίκον περιορισμός του κατηγορουμένου, μέχρι την επίλυση της διαφωνίας από το δικαστικό συμβούλιο, προκειμένου να εξασφαλισθεί αποτελεσματικά η παρουσία του κατηγορουμένου στην χώρα μας. Η διάταξη αυτή τέθηκε για να αποτρέπεται ο περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών.

Παράλληλα, με διάταξη του ανακριτή θα επιβάλλεται ο κατ΄ οίκον περιορισμός του κατηγορουμένου, η αφαίρεση διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου του και η απαγόρευση εξόδου του από τη χώρα. ¨Έτσι πλέον, μέχρι να αποφανθεί το δικαστικό συμβούλιο  δεν θα εκδίδεται εντάλμα σύλληψης σε βάρος του κατηγορουμένου κάτι που συνεπάγεται την προσωρινή κράτησή του στο Αστυνομικό Τμήμα.

Με άλλη δεύτερη τροπολογία επεκτείνεται η μετατροπή (σε χρηματική)  των ποινών φυλάκισης έως και τα πέντε έτη (από τρία) που είχαν επιβληθεί αμετάκλητα μέχρι τη δημοσίευση του νόμου 4093/2012.

Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει  όσους είχανε καταδικαστεί αμετάκλητα πριν την έναρξη εφαρμογής του νόμου 4093/2012.

Για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική αποφασίζει το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου.

Η ρύθμιση προτείνεται για λόγους ίσης μεταχείρισης των καταδικασθέντων. Και αυτό, γιατί  στην πράξη παρατηρήθηκε διχογνωμία στα δικαστήρια (λόγω έλλειψης μεταβατικής διάταξης στο Ν. 4093/2012). Δηλαδή, αν μπορούν ή όχι να μετατραπούν τις ποινές αυτές, δεδομένου ότι ο επίμαχος νόμος  καταλάμβανε τις υποθέσεις που δεν είχαν εκδικαστεί αμετάκλητα.

Εάν ο κατηγορούμενος δεν έχει το απαιτούμενο ποσό για την μετατροπή της ποινής του, τότε μπορεί η ποινή να μετατραπεί σε εναλλακτική, δηλαδή να εργαστεί για παράδειγμα σε κάποιον Δήμο.

Παράλληλα, σύμφωνα με άλλη τρίτη  τροπολογία, από το νέο δικαστικό έτος, που αρχίζει την 16η  Σεπτεμβρίου 2014, θα λειτουργήσει στο Εφετείο Αθηνών ιδιαίτερο Ποινικό Τμήμα.

Στο νέο αυτό Τμήμα θα εκδικάζονται όλες οι ποινικές υποθέσεις του Εφετείου Αθηνών.  Σκοπός της ρύθμισης είναι η επιτάχυνση της εκδίκασης των εν λόγω υποθέσεων από δικαστές (προεδρεύοντες και μέλη), οι οποίοι θα απασχολούνται αποκλειστικά με ποινικές υποθέσεις.

Στο επίμαχο Ποινικό Τμήμα  θα υπάγονται όλες οι ποινικές υποθέσεις αρμοδιότητας του Πενταμελούς Εφετείου, του Μικτού Ορκωτού Εφετείου και των Τριμελών και Μονομελών Εφετείων, καθώς και του Συμβουλίου Εφετών.

            Οι δικαστές του Ποινικού Τμήματος θα ορίζονται για μια διετία με απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών, αφού προηγουμένως  γίνει τροποποίηση του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας του Εφετείου, ενώ η θητεία των δικαστών θα μπορεί να παραταθεί, με απόφαση της ίδιας Ολομέλειας, για ένα ακόμη έτος.

 Ακόμη, η Ολομέλεια του Εφετείου μπορεί να ανανεώσει τη θητεία των δικαστών για τη συγκρότηση του Ποινικού Τμήματος για μια επιπλέον διετία, εφόσον υπάρχει συναίνεση των δικαστών.  Στην τελευταία αυτή περίπτωση η συνολική συνεχόμενη θητεία στο Ποινικό Τμήμα δεν μπορεί να υπερβεί τα τέσσερα έτη.

 Μετά τη θητεία των δικαστών στο Ποινικό Τμήμα, μπορούν να οριστούν και πάλι σε αυτό,  μετά την πάροδο τουλάχιστον δύο ετών.

Τέλος, επανέρχεται στο παλαιό καθεστώς ο τρόπος επιλογής των δικαστών στις θέσεις των προέδρων, αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, του γενικού επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του γενικού επιτρόπου της Επικρατείας των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

¨Έτσι πλέον δεν θα ισχύει ο «νόμος Καστανίδη» που προέβλεπε ότι πριν την επιλογή των προσώπων (προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, κ.λπ.) από το υπουργικό συμβούλιο έπρεπε να προηγηθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, μετά από ακρόαση των υποψηφίων δικαστών.

Οι επιλογή στις ηγεσίες των Ανωτάτων Δικαστηρίων θα γίνεται από το υπουργικό συμβούλιο, μετά από πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης.

Υπενθυμίζεται ότι η επίμαχη διάταξη του «νόμου Καστανίδη» είχε κριθεί αντισυνταγματική  από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Δείτε επίσης

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση