#Θάνατος

«Η Σιωπή Κρεμασμένη στον Τοίχο»

Για εκείνον που υπήρξε η πυξίδα μου στις άγνωστες θάλασσες

Το φως σου δεν έσβησε, απλά έγινε ουρανός

Μπήκα στο ερείπιο ένα απόγευμα που το φως έγερνε κουρασμένο πάνω στα σπασμένα κεραμίδια. Το σπίτι είχε πια παραδοθεί στη σιωπή. Οι πόρτες έτριζαν σαν να παραπονιούνται, το πάτωμα υποχωρούσε ελαφρά κάτω από τα βήματα, ενώ ο αέρας έσταζε υγρασία και νοσταλγία περασμένων χρόνων.. Οι συγγενείς των νεκρών ενοίκων είχαν περάσει πριν από μένα· είχαν πάρει τα πάντα. Έπιπλα, οικοσκευή, μικροαντικείμενα, ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί και να αποτιμηθεί. Ένα σπίτι αδειανό ένα κουφάρι. Κι όμως, στον τοίχο του σαλονιού, ανάμεσα σε ξεφτισμένους σοβάδες και ρωγμές που θύμιζαν ρυτίδες, κρεμόταν ακόμη η φωτογραφία τους.

Δύο πρόσωπα ακίνητα μέσα στο κάδρο, με βλέμμα καθαρό και περήφανο. Ίσως να ήταν ένα ζευγάρι που έχτισε το σπίτι με κόπο και όνειρα. Ίσως να ήταν αδέλφια, σύντροφοι μιας ζωής κοινής και ταπεινής. Το χαμόγελό τους δεν ήταν επιδεικτικό· είχε εκείνη τη γαλήνη των ανθρώπων που έζησαν απλά, που έβαλαν ψωμί στο τραπέζι, που μεγάλωσαν παιδιά, που άντεξαν δυσκολίες χωρίς θόρυβο.

Πώς γίνεται να πάρθηκαν τα τραπέζια και να έμεινε η μνήμη; Να διασώθηκαν τα ξύλα και να εγκαταλείφθηκαν τα βλέμματα;

Η φωτογραφία δεν είχε καμία χρηματική αξία. Δεν πουλιέται η ανάμνηση σε παζάρι. Δεν μπαίνει σε φορτηγό η ευγνωμοσύνη. Μα είναι παράξενο πώς οι ζώντες, τόσο πρόθυμοι να μοιράσουν τα αντικείμενα, ξεχνούν να περισώσουν εκείνο που δεν ζυγίζεται, την τιμή.

Οι αποθανόντες δεν ζήτησαν πολλά. Και δε μπορούν πια να ζητήσουν τίποτα. Μονάχα μια θέση σε ένα ράφι, ένα κερί σε μια γωνιά, ένα βλέμμα. Μια σιωπηλή υπόσχεση ότι ο κόπος τους δεν θα σβήσει μαζί με τον ασβέστη του τοίχου.

Η εγκαταλελειμμένη φωτογραφία ήταν σαν κατηγορία. Όχι με φωνή, αλλά με σιωπή.  «Τόσο λίγο άξιζε η ζωή μας; Μόνο ό,τι μπορούσε να μεταπωληθεί;»

Δεν γνωρίζω τις ιστορίες των συγγενών. Ίσως να υπάρχουν πίκρες, παρεξηγήσεις, χρόνια αποξένωσης. Μα ό,τι κι αν προηγήθηκε, ο θάνατος έχει έναν παράξενο τρόπο να καθαρίζει τους λογαριασμούς. Μπροστά του, μικραίνουν οι εγωισμοί. Κι όμως, εδώ, μέσα σε αυτό το ερείπιο, έμοιαζε να είχαν επιβιώσει.

Η φωτογραφία έμενε εκεί, σαν τελευταίος φρουρός μιας ζωής που κάποτε γέμιζε το σπίτι με φωνές σαν κερί που δεν έσβησε, μα κανείς δεν το φρόντισε. Οι τοίχοι μπορεί να καταρρεύσουν, τα πατώματα να σαπίσουν, μα εκείνη η φωτογραφία αποτύπωνε μια άσβεστη ομορφιά κρατώντας ακόμα το φως δύο ανθρώπων.

Ίσως τελικά, το πιο θλιβερό δεν είναι ότι το σπίτι έγινε ερείπιο. Τα σπίτια γκρεμίζονται. Το πιο θλιβερό είναι όταν ερειπώνεται η μνήμη μέσα στις καρδιές των ζωντανών. Γιατί οι νεκροί δεν χρειάζονται τα έπιπλα. Χρειάζονται δικαίωση στη μνήμη μας. Χρειάζονται μια πράξη μικρή, σχεδόν ασήμαντη: να μην τους αφήσουμε να μείνουν κρεμασμένοι σε έναν τοίχο που κανείς δεν επισκέπτεται πια.

Κι έφυγα από το σπίτι με την αίσθηση ότι εκείνοι οι δύο, μέσα στο ξεχασμένο κάδρο, ήταν οι μόνοι που δεν είχαν εγκαταλείψει τίποτα. Δυο ψυχές που οι ανάσες τους έγιναν χάδι στην ουράνια σκόνη. Οι ζωντανοί είχαν πάρει τα αντικείμενα. Οι νεκροί όμως είχαν τον πραγματικό θησαυρό. Αυτοί ήταν η πυξίδα. Αυτοί ήταν το φως.

Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.

Ειδήσεις σήμερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ