Δέκα χρόνια συμπληρώνονται από την κοινή δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τουρκίας, που τέθηκε σε εφαρμογή στις 20 Μαρτίου 2016, αλλά σφράγισε πολιτικά την περίοδο που άνοιξε με τη συμφωνία της 16ης Μαρτίου, εγκλωβίζοντας στην πράξη χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου. Για τη Χίο, η εξέλιξη αυτή δεν αποτέλεσε απλώς μία νέα φάση της μεταναστευτικής κρίσης, αλλά την απαρχή μίας μακράς περιόδου πίεσης, κοινωνικών εντάσεων και διαρκών ανακατατάξεων, με το νησί να μετατρέπεται από πέρασμα σε τόπο πολύμηνης ή και πολυετούς αναμονής.
Η εικόνα που είχε διαμορφωθεί στη Χίο ήδη από το 2015 ήταν ασφυκτική. Καθημερινές αφίξεις από τα απέναντι τουρκικά παράλια, πρόχειρες δομές, απουσία οργανωμένου σχεδίου και εκατοντάδες άνθρωποι σε καθεστώς αβεβαιότητας συνέθεταν ένα σκηνικό που γρήγορα ξέφυγε από τα όρια διαχείρισης των τοπικών αρχών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι εκείνη την περίοδο είχαν στηθεί άτυποι καταυλισμοί στο δημοτικό κοιμητήριο του Μερσινιδίου, στον Δημοτικό Κήπο, ακόμη και πέριξ της Αστυνομικής Διεύθυνσης Χίου, όπου πρόσφυγες και μετανάστες συγκεντρώνονταν προκειμένου να διεκπεραιώσουν τις στοιχειώδεις διοικητικές διαδικασίες για την παραμονή και τη μετακίνησή τους.


Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κρίθηκε αναγκαία η δημιουργία οργανωμένου χώρου καταγραφής και ταυτοποίησης στη ΒΙ.ΑΛ.. Οι διαδικασίες είχαν ήδη κινηθεί από το τέλος του 2015, όταν ο Δήμος Χίου, με τη συνδρομή του τότε υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννη Μουζάλα, προχώρησε στην αγορά του ακινήτου από ιδιώτη, προκειμένου να δημιουργηθεί η νέα δομή. Η επιλογή παρουσιάστηκε τότε ως μία ρεαλιστική απάντηση σε μία έκτακτη συνθήκη, με τον Γιάννη Μουζάλα να υποστηρίζει από το βήμα της Βουλής ότι επρόκειτο για μία λογική απόφαση του Δήμου, σημειώνοντας μάλιστα ότι, μετά το πέρας της κρίσης, το ακίνητο θα αποτελούσε «προίκα» για τους Χιώτες.



Στις 11 Δεκεμβρίου 2015 ξεκίνησαν οι πρώτες εργασίες διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου, με τη συνδρομή της 96 ΑΔΤΕ “Χίος”. Η έναρξη των παρεμβάσεων στη ΒΙ.ΑΛ. αποτύπωνε την πίεση εκείνης της περιόδου, αλλά και την προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα σημείο ελέγχου και προσωρινής παραμονής για τις συνεχείς αφίξεις. Ωστόσο, πολύ γρήγορα, η λειτουργία της δομής συνδέθηκε όχι με τη σύντομη καταγραφή και αναχώρηση, αλλά με τη σταδιακή μονιμοποίηση ενός μηχανισμού περιορισμού.



Μέχρι τις αρχές του 2016, η Χίος, όπως και τα υπόλοιπα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, λειτουργούσε κυρίως ως ενδιάμεσος σταθμός. Οι νεοεισερχόμενοι καταγράφονταν και στη συνέχεια συνέχιζαν το ταξίδι τους προς την ελληνική ενδοχώρα και από εκεί προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η κοινή δήλωση Ε.Ε. – Τουρκίας ανέτρεψε βίαια αυτήν την πραγματικότητα.


Από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι η ελεύθερη μετακίνηση από τα νησιά προς την ηπειρωτική Ελλάδα δεν θα ήταν πλέον δεδομένη, χιλιάδες άνθρωποι αντιλήφθηκαν ότι η Χίος δεν ήταν πια απλώς ένα πέρασμα, αλλά ένας τόπος αναγκαστικής παραμονής. Η αλλαγή αυτή δεν είχε μόνο διοικητική ή νομική διάσταση. Είχε άμεσο, καθημερινό και βαθιά ανθρώπινο αποτύπωμα, τόσο για τους ίδιους τους πρόσφυγες και μετανάστες όσο και για τις τοπικές κοινωνίες που κλήθηκαν να διαχειριστούν μία νέα, ασφυκτική πραγματικότητα.
Η πολιτική του γεωγραφικού περιορισμού εφαρμόστηκε στην πράξη ως μηχανισμός αποτροπής και ανάσχεσης των ροών. Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η περίοδος εκείνη συνοδεύτηκε από την ουσιαστική αποδυνάμωση της λογικής της Σένγκεν, καθώς αρκετά κράτη επανέφεραν ελέγχους και περιόρισαν τη διέλευση προσφύγων και μεταναστών στα εσωτερικά σύνορα της Ένωσης. Έτσι, ο εγκλωβισμός στα ελληνικά νησιά δεν αποτέλεσε μεμονωμένη ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά τμήμα μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Οι πρώτες ημέρες μετά την εφαρμογή της συμφωνίας συνοδεύτηκαν από σύγχυση, αβεβαιότητα και αυξανόμενη ένταση. Πρόσφυγες και μετανάστες που έως τότε θεωρούσαν ότι η παραμονή τους στη Χίο θα ήταν σύντομη, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μία νέα πραγματικότητα, χωρίς σαφή ενημέρωση για το μέλλον τους. Όταν, στα τέλη Μαρτίου του 2016, επιχειρήθηκε ο ουσιαστικός περιορισμός τους εντός της ΒΙ.ΑΛ., η κατάσταση οξύνθηκε ραγδαία.



Στις 2 Απριλίου 2016 σημειώθηκε μία από τις πλέον χαρακτηριστικές στιγμές εκείνης της περιόδου. Πρόσφυγες και μετανάστες έσπασαν τις πόρτες του Κέντρου Υποδοχής και Ταυτοποίησης και κινήθηκαν οργανωμένα προς την πόλη, πραγματοποιώντας πεζή διαμαρτυρία με τελικό προορισμό το λιμάνι της Χίου. Στόχος τους ήταν να καταστήσουν ορατό το αίτημά τους για άμεση αποχώρηση από το νησί και να πιέσουν τις αρχές μπροστά σε μία συνθήκη που οι ίδιοι θεωρούσαν αδιέξοδη και άδικη.




Η παραμονή τους στο λιμάνι διήρκεσε μέχρι τις 8 Απριλίου 2016. Για ημέρες, η κεντρική πύλη της Χίου μετατράπηκε σε χώρο διαμαρτυρίας, προσωρινής εγκατάστασης και έντονης πολιτικής φόρτισης. Η εικόνα εκατοντάδων ανθρώπων στο λιμάνι, ανάμεσα σε σκηνές, αποσκευές και αυτοσχέδιες δομές, αποτύπωσε όσο λίγες εικόνες το πέρασμα από την κινητικότητα στον εγκλωβισμό.
Η απομάκρυνσή τους στις 8 Απριλίου πραγματοποιήθηκε βίαια, με τις αρχές να επικαλούνται αφενός λόγους ασφαλείας και αφετέρου την ανάγκη απρόσκοπτης πρόσδεσης του πλοίου της γραμμής. Εκείνες τις ημέρες, υπενθυμίζεται ότι το επιβατηγό πλοίο δεν προσέγγιζε το κεντρικό λιμάνι, αλλά το λιμάνι των Μεστών, λόγω της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί στην πόλη.
Παράλληλα με τη λειτουργία της ΒΙ.ΑΛ., η Χίος έζησε και τη μακρά, ταραχώδη πορεία του άτυπου καταυλισμού της Σούδας, στο κάστρο της πόλης. Η Σούδα λειτούργησε ως ένας από τους πιο εμβληματικούς, αλλά και πιο προβληματικούς χώρους φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών, κάτω από ένα καθεστώς διαχείρισης στο οποίο κυρίαρχο ρόλο είχαν μη κυβερνητικές οργανώσεις και διεθνείς ανθρωπιστικοί φορείς.


Ο καταυλισμός βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο της τοπικής και διεθνούς επικαιρότητας. Οι συνθήκες διαβίωσης, η γειτνίαση με τον αστικό ιστό, οι εντάσεις, τα επεισόδια, αλλά και οι διαρκείς αντιπαραθέσεις γύρω από τον ρόλο των Μ.Κ.Ο., ανέδειξαν τη Σούδα σε σημείο αναφοράς μιας αποσπασματικής και συχνά αντιφατικής μεταναστευτικής πολιτικής.


Η σταδιακή αλλαγή της ευρωπαϊκής χρηματοδοτικής πολιτικής και η απόφαση περιορισμού της ροής πόρων προς τις Μ.Κ.Ο., σε συνδυασμό με την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να επανακτήσει τον έλεγχο αρμοδιοτήτων που είχαν σε σημαντικό βαθμό εκχωρηθεί στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ και στους συνεργάτες της, σήμαναν την αρχή του τέλους και για τη συγκεκριμένη δομή. Ο καταυλισμός της Σούδας έκλεισε οριστικά το πρωί του Σαββάτου 21 Οκτωβρίου 2017, ολοκληρώνοντας έναν κύκλο που είχε αφήσει βαθύ αποτύπωμα τόσο στη ζωή των διαμενόντων όσο και στη συλλογική μνήμη της πόλης.

Δέκα χρόνια μετά, η κοινή δήλωση Ε.Ε. – Τουρκίας εξακολουθεί να αξιολογείται όχι μόνο ως εργαλείο διαχείρισης, αλλά και ως σημείο καμπής για τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Για τη Χίο, η συμφωνία σήμανε την παγίωση ενός καθεστώτος παρατεταμένης επιβάρυνσης, με διαδοχικές κρίσεις, κοινωνική κόπωση, πολιτικές εντάσεις και ένα διαρκές αίσθημα προσωρινότητας που, τελικά, κράτησε χρόνια.
Το φωτογραφικό αρχείο του «Πολίτη» αποτυπώνει με ενάργεια αυτήν ακριβώς τη μετάβαση: από τις πρώτες αφίξεις και τους άτυπους καταυλισμούς του 2015, στη δημιουργία της ΒΙ.ΑΛ., στις διαμαρτυρίες του λιμανιού, στη συνύπαρξη με τη Σούδα και, τελικά, στη μακρά φάση του εγκλωβισμού. Πίσω από τις πολιτικές αποφάσεις και τους διπλωματικούς όρους, καταγράφεται μία δεκαετία κατά την οποία η Χίος βίωσε στο πεδίο τις συνέπειες μιας ευρωπαϊκής επιλογής με βαθιά τοπικό, κοινωνικό και ανθρωπιστικό αποτύπωμα για να καταλήξει τελικά στην παγίωση της ΒΙ.ΑΛ. στο πολύπαθο Χαλκειός, που συνεχίζει να επωμίζεται το βάρος για λογαριασμό της υπόλοιπης Χίου.
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.