Εκλογές 2014

1/5/14 21:21

τελ. ενημ.: 1/5/14 21:21

Η θυσία του Ν. Σουκατζίδη και το σημερινό επίκαιρο μήνυμα της πρωτομαγιάς

Στην παρακαταθήκη που έχουν αφήσει οι αγωνιστές που θυσίασαν την ζωή τους ανήμερα των ιστορικών αγώνων για την πρωτομαγιά αναφέρθηκε στο χαιρετισμό της η υποψήφια περιφερειάρχης Β. Αιγαίου Αγλαΐα Κυρίτση κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου του Σπύρου Τζόκα «Ο κύκλος των “μάταιων” πράξεων».

Στην τοποθέτησή της, η επικεφαλής της παράταξης «Βόρειο Αιγαίο – Γόνιμη Γραμμή», πραγματοποίησε μια σύντομη ιστορική αναδρομή στους αγώνες που έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της πρωτομαγιάς στην Ελλάδα, συνδέοντας αυτούς τους αγώνες με το περιεχόμενο του βιβλίου και τον πρωταγωνιστή του, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη ο οποίος ήταν ανάμεσα στους 200 αγωνιστές που εκτελέστηκαν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής την 1η Μαΐου του 1944.

Οι δεκάδες πολίτες, που γέμισαν την αίθουσα εκδηλώσεων της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, καθηλώθηκαν από την ομιλία του Μανώλη Γλέζου ενώ παρακολούθησαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την αντίστοιχη του συγγραφέα Σπύρου Τζόκα.

Την εκδήλωση, που συνδιοργάνωσαν ο εκδοτικός οίκος «Εύμαρος», ο ραδιοφωνικός σταθμός «Στο Κόκκινο» και η παράταξη «Βόρειο Αιγαίο – Γόνιμη Γραμμή», συντόνιζε ο διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού, Κώστας Αρβανίτης. 

Χαιρετισμό απεύθυνε και ο εκπρόσωπος των εκδόσεων, Πέτρος Κακολύρης ενώ το «παρών» στην εκδήλωση έδωσε και ο Στράτος Γεωργούλας, υποψήφιος δήμαρχος Λέσβου με την παράταξη «Ο Άλλος Δρόμος».

 

Η ομιλία της Αγλαΐας Κυρίτση:

 

Μια μέρα σαν την αυριανή, για την οποία γίνεται και αυτό το αφιέρωμα, η χώρα μας, γνώρισε πολλές. Πολλές «ματωμένες» Πρωτομαγιές.

Η πρώτη το 1924, στη πλατεία Κοτζιά, σε συγκέντρωση που πραγματοποιήθηκε παρά την απαγόρευση της κυβέρνησης Παπαναστασίου, όπου σε επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας, έχασε τη ζωή του ο εργάτης Σωτήρης Παρασκευαΐδης και δεκάδες άλλοι τραυματίστηκαν.

Δεύτερη, το Μάη του '36 στη Θεσσαλονίκη, όταν πνίγηκαν στο αίμα οι απεργιακές κινητοποιήσεις των καπνεργατών.

 Η εικόνα της μάνας που σπαράζει πάνω από το άψυχο κορμί του γιου της, Τάσου Τούση, συγκλονίζει και εμπνέει στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο τον Επιτάφιο, που γράφεται μέσα σε μία νύχτα και δημοσιεύεται την επόμενη μέρα, στο Ριζοσπάστη της εποχής.

Ημερομηνία-σταθμός όμως για την Πρωτομαγιά στην Ελλάδα, η 1η του Μάη του '44, όταν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από τα γερμανικά πολυβόλα πέφτουν νεκροί 200 αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, κομμουνιστές. 170 πρώην κρατούμενοι στην Ακροναυπλία και οι υπόλοιποι, πρώην εξόριστοι στην Ανάφη.

Αιτία; η άνανδρη – όπως αποκάλεσαν οι Γερμανοί κατακτητές- δολοφονία τρεις μέρες πριν στους Μολάους , ενός Γερμανού στρατηγού, τριών συνοδών του, τραυματίζοντας παράλληλα, δεκάδες Γερμανούς στρατιώτες.

Για μια ακόμη φορά οι αντιστασιακές οργανώσεις καλούνταν, να πληρώσουν βαρύ φόρο αίματος για την επιλογή τους να οργανώσουν τη λαϊκή αντίσταση κατά του κατακτητή.

Μια τεράστια λαϊκή κινητοποίηση ξεδιπλώθηκε για την αποτροπή της σφαγής.

Την 1η του Μάη του 1944, ο ΕΛΑΣ της Αθήνας ήταν στο πόδι και μαζί του ο λαός της ηρωικής Καισαριανής.

Οι πρώτες προσπάθειες που έγιναν να σωθούν οι 200 αγωνιστές κομμουνιστές , από τις δυνάμεις της αντίστασης στοίχισαν πολύ ακριβά... Κείνη τη μέρα οι καμπάνες της Καισαριανής χτυπούσαν πένθιμα. Γιατί έπεφταν από τις φασιστικές σφαίρες 200 παλληκάρια. Και δεν ήταν λίγοι αυτοί που κλαίγαν γιατί έζησαν για χρόνια, μαζί με τους συντρόφους τους στην Ακροναυπλία. Το κλάμα όμως αυτό ξαλάφρωνε τη καρδιά και πείσμωνε συνάμα και θέριευε τη θέληση για αγώνα, για την απελευθέρωση της πατρίδας από το μίασμα του χιτλερικού φασισμού, για να φτιαχτεί μια καινούργια Ελλάδα της δουλειάς και της λευτεριάς.

Στο Γ' Νεκροταφείο προσμένανε διακόσιοι τάφοι για να δεχτούν αυτούς που τραγούδαγαν τον εθνικό ύμνο την ώρα που τους εκτελούσαν. Στον κατάλογο των θυμάτων, με τον αριθμό 71, υπήρχε το όνομα του Ακροναυπλιώτη Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Ένας νέος άνθρωπος, μορφωμένος που 'ταν η ψυχή των κρατουμένων στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου.

Ήταν τόσο σπουδαίος άνθρωπος ο Σουκατζίδης, που είχε υποχρεώσει ακόμη και τους Γερμανούς να τον σέβονται: «Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή, με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλο κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!», απάντησε μόλις του είπαν ότι μπορεί αν θέλει να μην πάει στο απόσπασμα

Μα ο εχθρός δεν είχε σκοπό να κάνει τέτοια χάρη. Στο εκτελεστικό απόσπασμα έπρεπε να οδηγηθούν 200 κομμουνιστές. Ο Σουκατζίδης πήρε το δρόμο των συντρόφων του.

Ο Ναπολέων πήρε το δρόμο προς το θάνατο, κερδίζοντας να ζει αιώνια στις καρδιές του ελληνικού λαού σαν ένας από τους ήρωές του.

Οι 200 μελλοθάνατοι κομμουνιστές οδηγήθηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής - στο «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς», όπως το ονόμασε ο λαός αργότερα - το πρωί της Πρωτομαγιάς του '44. Λίγο πριν αντικρίσουν το εκτελεστικό απόσπασμα, κατά τη μεταφορά τους στο Σκοπευτήριο, πολλοί από τους μελλοθάνατους κατάφεραν να γράψουν μερικές λέξεις στα δικά τους αγαπημένα πρόσωπα και να πετάξουν τα σημειώματα στους δρόμους της Αθήνας.

Λέξεις γεμάτες ανθρωπιά, πόθο για τη ζωή, λέξεις γεμάτες ιδανικά: ο 14χρονος Ανδρέας Λικουρίνος από την Καλλιθέα :«Πατέρα Μη λυπάστε! πάω για εκτέλεση, Πεθαίνω για τη Λευτεριά και την Πατρίδα».

ο 19χρονος Λευτέρης Κιοσές, από το Χαλάνδρι :«Δεν τρέμω καθόλου, αλλά γράφω όρθιος. Αναπνέω για τελευταία φορά τον μυρωμένο ελληνικό αέρα. Χαίρε Ελλάδα, πατρίδα ηρώων. Ζήτω η πατρίδα!»
ο 28χρονος Μανώλης Λίτινας από την Κρήτη:

 «Σήμερα το πρωί τουφεκιζόμεθα. Πέφτουμε για την πατρίδα, με γέλιο στα χείλη για τη Λευτεριά. Πέφτουμε για τη Λευτεριά. Να είστε περήφανοι».

κι ο Ιάκωβος Μακρής από το Γύθειο :

«Έχω πολύ, μα πάρα πολύ θάρρος και αντιμετωπίζω την κατάσταση γελαστός. Να είστε υπερήφανοι. Κρατήστε ψηλά-ψηλά τη σημαία και θάψτε τον αιμοβόρο φασισμό, ξένο και ντόπιο. Το σώμα μας ας γίνει ολοκαύτωμα για τη λαοκρατία, θυσιάζοντάς το στο βωμό της Λευτεριάς».
Κι ο Μήτσος Ρεμπούτσικας από την Αχαγιά Πάτρας :

«Αγαπημένοι μου, ο θάνατός μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει, αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για την πάλη που γίνεται. Σφίξτε τις καρδιές σας και βγείτε παλικάρια από τη νέα δοκιμασία. Έτσι θα μας τιμήσετε καλύτερα. Όταν ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του για ανώτερα ιδανικά, δεν πεθαίνει ποτέ».

Τσάτσου Δήμητρα, 24 χρόνων, από τη Λάρισα:

«Αγαπημένες μου φίλες, συντρόφισσες στον αγώνα για την Ελευθερία, πεθαίνω άξια και τιμημένα, σαν Ελληνίδα. Όμως μη λυπάστε. Άλλες θα ξεφυτρώσουν μετά το θάνατό μου, χιλιάδες. Μανούλα, χάνεις μια κόρη που δεν σου ανήκει, γιατί ανήκει πριν απ' όλα στην Ελλάδα. Με το θάνατό μου γίνονται κόρες σου όλες οι κόρες της Ελλάδας κι εσύ γίνεσαι μάνα όλου του κόσμου και όλων των λαών που πολεμούν για τη Λευτεριά, τη δικαιοσύνη και την ανθρωπότητα. Είμαι περήφανη, ώστε δεν περίμενα τέτοια τιμή να πεθάνω εγώ, ένα φτωχό κορίτσι του λαού, για ιδανικά τόσο ωραία και υψηλά. Θα ήθελα η εκτέλεση μου να γίνει σ' ανοιχτό χώρο για να ρίξω μια τελευταία ματιά μου στον Όλυμπο και στα βουνά όπου κατοικεί η αξία κι η ελπίδα της Ελλάδας. Στον τάφο μου φέρνετε, αν μπορείτε, κόκκινα λουλούδια. Τίποτε  άλλο. Και χτυπάτε με κάθε μέσο τη βαρβαρότητα».
Χριστοδούλου Χρήστος:

«Η βραδιά πέρασε όλο με τραγούδια πατριωτικά. Γλυκιά μου μάνα, φεύγω. Το κορμί μου πια δεν υπάρχει. Μην κλαις, ηρωικιά Ελληνίδα. Άσε τα δάκρυα. Γέρο, κουράγιο. Σφίξε τα δόντια. Σπύρο. άγριε! Να κάθεσαι ήσυχα και ξέρε ότι οι τσολιάδες με σκοτώνουν μια, κι ήθελες και συ να γίνεις τέτοιος. Θάρρος, κουράγιο! Πεθαίνω και βλέπω τη Λευτεριά να γλυκοχαράζει».

Τα σημειώματα αυτά ανήκουν στην ιστορία την Ελληνική, γραμμένη με το αίμα των κομμουνιστών της Ακροναυπλίας, του Χαϊδαρίου και της Ανάφης. Η θυσία τους, για την οποία σήμερα συζητάμε, επαναφέρει με τον πιο εμφατικό τρόπο την δυστυχώς ξεχασμένη έννοια του αριστερού και του κομμουνιστή της προσφοράς και της θυσίας.

 Και αυτό που επισημαίνω δεν είναι σχηματικό, είναι ουσιαστικό. Ο λαός σήμερα στέκεται αμήχανος και επιφυλακτικός επειδή έχει δει και κυρίως έχει βιώσει πολλά, που έχουν ενσταλάξει στο συλλογικό, πολλές αμφιβολίες, δυστυχώς και για την αριστερά και για τους αριστερούς.

Η δύναμη του παραδείγματος και ο σεβασμός που ενέπνεαν αγωνιστές σαν τον Σουκατζίδη, ακόμα και στους εκτελεστές τους, είναι όχι μόνο επίκαιρο, αλλά διαρκές ζητούμενο, ειδικά σήμερα που η κοινωνία βιώνει μια πρωτοφανή καταστροφή.

Οι 200 της Καισαριανής και ο Σουκατζίδης με το παράδειγμά τους, με τη ζωή τους, με τη θυσία τους και όχι με τα μεγάλα λόγια τους, άφησαν παρακαταθήκες, μίλησαν στην ψυχή του λαού.

Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό να αναφερθώ -κοιτώντας στα μάτια το Μανώλη Γλέζο- σε μια σημαντική κληρονομιά των πιο φωτεινών σελίδων της ΕΑΜικής μας παράδοσης, που ειδικά σήμερα επιβάλλεται να έχουμε ως πυξίδα: Και αναφέρομαι στον αριστερό, στον δημοκρατικό πατριωτισμό.

Μιλάμε για τον πατριωτισμό του Άρη Βελουχιώτη που πήγαινε χέρι-χέρι με τον αντιφασιστικό και αντιναζιστικό αγώνα, ενώ ταυτόχρονα ενωνόταν με τα αντιφασιστικά κινήματα όλων των άλλων λαών.

Ο πατριωτισμός χέρι-χέρι με τον διεθνισμό της εργατικής τάξης όπου καμία ξενοφοβία και κανένας ρατσισμός δεν έχει θέση..

Σήμερα, σε συνθήκες απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, ο εθνικισμός συνεπικουρούμενος από το ρατσισμό, σερβίρεται ως μια επικίνδυνη ξαναζεσταμένη σούπα από το σύστημα, ταυτόχρονα με τον υφέρποντα φασισμό, ως δήθεν απάντηση στον κοσμοπολιτισμό της παγκοσμιοποίησης που δείχνει να έχει εξαντλήσει την επιρροή του στα λαϊκά στρώματα όχι μόνο της Ελλάδας αλλά και της Ευρώπης.

Ειδικά σήμερα, η μελέτη της ΕΑΜικής μας παράδοσης αποκτά επείγοντα χαρακτήρα. Όχι για να αντιγράψουμε το παρελθόν. Όχι για να απαντήσουμε στο σήμερα με έτοιμες συνταγές. Αλλά για να ξαναπιάσουμε το κομμένο νήμα, για να ξαναδώσουμε σε έννοιας και ορισμούς το χαμένο τους περιεχόμενο. Εάν απομακρυνθούμε από την ΕΑΜική αντίληψη, εάν κι εμείς αμφισβητούμε την έννοια του αριστερού, του δημοκρατικού πατριωτισμού και δεν την αναδείξουμε στο λαό, «που πατρίδα εννοεί τα πεζούλια του», όπως έλεγε κι ο Άρης,

 μπορεί εν αγνοία μας, να σπρώχνουμε τα φτωχά κυρίως στρώματα, στην «θαλπωρή της ακροδεξιάς ρητορείας» και τη φασιστική σφηκοφωλιά.

Έχουμε να μάθουμε πολλά από αυτή τη στρατηγική στην οποία κινήθηκε η μεγάλη μερίδα της ελληνικής Αριστεράς: από τον Γληνό και τον Άρη της Κατοχής, στον Μπελογιάννη και τον Πλουμπίδη,  τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μανώλη Γλέζο του σήμερα, και τους χιλιάδες αγωνιστές πατεράδες μας.

Σήμερα, με το βλέμμα στραμμένο στο αύριο, χωρίς, όμως, να ξεχνάμε τίποτα από το χτες, μπορούμε έχοντας στο νου και την καρδιά όλους τους αγωνιστές, να τους υποσχεθούμε ότι ο ηρωισμός τους, η θυσία τους είναι η δικιά μας παρακαταθήκη για να παραδώσουμε τη σκυτάλη που μας έδωσαν στα παιδιά μας και να τους τιμήσουμε, επαναλαμβάνοντας, σαν όρκο τιμής και αξιοπρέπειας σαν ξέσπασμα της ψυχής και του νου, τους στοίχους του Φώτη Αγγουλέ «Στους συντρόφους που δε γυρίσανε πίσω»:

 

Ας μην ήρθατε πίσω

κι ας μην φτάσατε πουθενά.

Ο δρόμος μας αρχινά

από ΄κει που ο δικός σας τελειώνει.

Μέσα στο κάτασπρο χιόνι

μια ματωμένη γραμμή το δρόμο μας δείχνει,

ας ρίχνει σκοτάδι τριγύρω η νύχτα, ας ρίχνει...

Δείτε επίσης