Άποψη

11/12/12 18:10

τελ. ενημ.: 11/12/12 18:11

Ο μπουφές και η χαμένη αίγλη

 
Στα ναυτόσπιτα του Βροντάδου η ονομαστική γιορτή του καπετάνιου προστάτη οικογενείας ήταν ανέκαθεν ευκαιρία μοναδική να θεραπευτεί η στεναχώρια απ’ τη φυσική απουσία από τη γιορτή του ιδιοκτήτη του σπιτιού. Το επάγγελμα τον κρατούσε στη θάλασσα, μακριά απ’ την οικογενειακή θαλπωρή, το ίδιο το επάγγελμα επέτρεπε στην οικοδέσποινα να αλλάζει συχνά το σερβίτσιο, να πλουμίζει το σπίτι με στολίδια, να στρώνει τραπέζι με το πουλιού το γάλα. 
 
Ο ναυτικός θυσίασε τη χαρά να πάρει στα χέρια του εκείνος τον έλεγχο προόδου του παιδιού, να ακούσουν τα δικά του αυτιά τον καλό λόγο από το δάσκαλο, να αισθανθεί ήρεμος που εκείνος έκλεισε τα μάτια του ηλικιωμένου του πατέρα, με αντάλλαγμα να προσφέρει κάθε οικογενειακή άνεση, με ένα πορτοφόλι που δεν αναστέναζε κάθε φορά που ήθελε να ανοίξει.
 
Τη γιορτή του ναυτικού, τον Άγιο Νικόλα, είχε για χρόνια αναλάβει το Πολεμικό Ναυτικό. Τους καιρούς της ευδαιμονίας υποδέχονταν τους ξέμπαρκους και συνταξιούχους ναυτικούς στο κελί του Αϊ Νικόλα στο Νησί με την άνεση του σπιτικού σαλονιού τους. Όλα τα καλά του Θεού πάνω στο τραπέζι. Μόλις το Ναυτικό σήκωσε ψηλά τα χέρια, οι πραγματικοί οικοδεσπότες Βρονταδούσοι ναυτικοί απευθύνθηκαν στους εργοδότες τους. Οι εφοπλιστικοί οίκοι του Βροντάδου ανέλαβαν τη – μικρή για αυτούς – δαπάνη, μόνο που, μεταφρασμένη στα μέτρα της σημερινής κοινωνίας, έχει λάβει θεόρατη διάσταση. Οι προπέρσινες «απόλυτα φυσιολογικές» γαρίδες, έγιναν φέτος «είδος πολυτελείας» στα μάτια πολλών, που, επίσης δικαιολογημένα, μετρούν πολλά με τη στενάχωρη μεζούρα του 2012.
 
Μα, αν στερήσουμε κι απ’ το ναυτικό του μηνιάτικου των 10.000 ευρώ τη χαρά να σκορπάει, μήπως, άθελα μας, παντρευόμαστε τη μιζέρια; Μήπως, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, στερούμε από την αγορά μας τη μόνη ελπίδα της να ανατάξει;
 
Μια δεύτερη σκέψη στην υπόθεση που συζητήθηκε όσο λίγες τα προηγούμενα εικοσιτετράωρα ίσως καθιστά επιβεβλημένη την καταλαγή από όλες τις πλευρές. Αν η εκδήλωση είχε διοργανωτή το Σωματείο Συνταξιούχων ΝΑΤ του Βροντάδου και δε σκορπούσε την αίσθηση ότι χρηματοδοτείται από μια Εκκλησιαστική Επιτροπή, με διαφορετικούς σίγουρα σκοπούς, οι τόνοι της κριτικής θα ήταν σαφώς χαμηλότεροι.
 
Μια τρίτη σκέψη απευθύνεται στους ίδιους τους ναυτικούς. Ήρθε η στιγμή να συμβάλλουν στη στήριξη της χιώτικης κοινωνίας διοχετεύοντας τον πλούτο τους στην παραγωγική αλυσίδα του τόπου περισσότερο από ότι στις κομποφανείες. Και να πείσουν τους καραβοκύρηδες ότι, αν θέλουν να τους ευγνωμονεί πραγματικά η κοινωνία, καλό θα είναι και από την πλευρά τους, αντί χορηγιών σε μπουφέδες και παιδικές χαρές, να ξεπληρώσουν το γραμμάτιο στην πατρογονική γη με επιμονή για επενδύσεις. Για αυτές διψά σήμερα η χιακή γη και λιγότερο για γαλλικές σαμπάνιες με εντυπωσιακό αφρό.