Άποψη

1/6/16 11:39

τελ. ενημ.: 23/6/16 18:03

Το κενό που προκαλεί η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ

Η αδυναμία του Σύριζα να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του και να κάνει πράξη έστω και εν μέρει την αριστερή ή προοδευτική πολιτική που επαγγέλθηκε τόσο τον Γενάρη όσο και τον Σεπτέμβρη του 2015, όχι μόνο έχει δυσαρεστήσει μια μερίδα ψηφοφόρων του, αλλά έχει επιτείνει τον προβληματισμό και την αμφισβήτηση για το περιεχόμενο και τη σκοπιμότητα αυτού που προσδιορίζουμε ως αριστερά, αλλά και για τη χρησιμότητα του παραδοσιακού διαχωρισμού αριστερά-δεξιά ή του στερεότυπου δίπολου, όπως αρέσκονται να το αποκαλούν ορισμένοι, πρόοδος-συντήρηση.

Ταυτόχρονα, έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό κενό, με την έννοια ότι ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του Σύριζα που απογοητεύτηκαν κυρίως μετά από τις τελευταίες εκλογές, αισθάνονται πλέον πολιτικά άστεγοι και δεν καλύπτονται από τα υπάρχοντα σχήματα. Οι πολίτες αυτοί δεν ήταν οι λεγόμενοι παραδοσιακοί αριστεροί που ανέμεναν «σχίσιμο» των μνημονίων (όλοι αυτοί κατέληξαν ή θα καταλήξουν στα νεόκοπα ή παλαιότερα αντιευρωπαϊκά αριστερά κόμματα), αλλά ήταν πολίτες προοδευτικοί, απογοητευμένοι από την αδυναμία όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων να οδηγήσουν τη χώρα σε μία διέξοδο από την οικονομική κρίση και είχαν στηρίξει τον Σύριζα κυρίως τον Σεπτέμβρη του 2015 με την προσδοκία ότι η διαφαινόμενη τότε επιστροφή του στον ρεαλισμό θα συνοδευόταν και από ένα σοβαρό, πειστικό και συγκροτημένο σχεδιασμό που θα οδηγούσε στην έξοδο της χώρας από την κρίση.

Η πολιτική της κυβέρνησης τους τελευταίους μήνες με αποκορύφωμα την πρόσφατη συμφωνία για τα νέα περιοριστικά μέτρα, απετέλεσε τη διάψευση όλων των προσδοκιών αυτής της μερίδας πολιτών. Η αποτυχημένη διαπραγμάτευση, ενώ συνοδεύτηκε από υποχώρηση σε όλες τις μέχρι πρότινος «κόκκινες γραμμές» που η ίδια η κυβέρνηση έθετε συνεχώς, δεν συνδυάστηκε με κάποιο χειροπιαστό αντάλλαγμα ή έστω με κάποια δέσμευση κυρίως στο μείζον ζήτημα της ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους, που θα λειτουργούσε ως αντίβαρο στα σκληρά μέτρα, αλλά είχε ως κατάληξη την αποτυχημένη δημοσιονομική συνταγή που ενστερνίστηκαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις, της αύξησης δηλαδή των εσόδων μέσω της εξοντωτικής αύξησης της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών, που θα επιτείνει και θα ανακυκλώνει την ύφεση, αντί για την αποτελεσματικότερη και λιγότερο υφεσιακή επιλογή της μείωσης των δαπανών, που όμως απαιτεί πολιτική τόλμη γιατί εμπεριέχει αντιλαϊκά μέτρα περισσότερο άμεσα και προφανή. Μια κακή διαπραγμάτευση που στιγματίσθηκε επίσης με την άνευ όρων και άνευ ανταλλάγματος υποχώρηση της κυβέρνησης στην μαξιμαλιστική απαίτηση των δανειστών να έχουν τον αποφασιστικότερο ρόλο στη διοίκηση του νέου ταμείου διαχείρισης όχι μόνο της δημόσιας περιουσίας αλλά και των πλουτοπαραγωγικών πηγών, υφιστάμενων και μελλοντικών και μάλιστα για χρόνο πολλαπλάσιο της διάρκειας αποπληρωμής του τωρινού δημόσιου χρέους. Μια εξέλιξη που είναι μειωτική, αν όχι εξευτελιστική, για τη χώρα και τη θέτει σε ένα καθεστώς μόνιμης επιτροπείας και επιτήρησης αποικιακού τύπου.

Δεν είναι όμως μόνο η αποτυχημένη διαπραγμάτευση που έχει απογοητεύσει μια σημαντική μερίδα ψηφοφόρων του βασικού κόμματος της συγκυβέρνησης. Είναι οι προηγηθείσες λανθασμένες, άστοχες και σε πολλές περιπτώσεις προκλητικές αποφάσεις και πράξεις της κυβέρνησης. Ο παλαιοκομματισμός της τοποθέτησης αμιγώς κομματικών στελεχών παντού, ακόμη και σε θέσεις θεσμικού χαρακτήρα που μέχρι πρότινος τοποθετούνταν υπερκομματικά πρόσωπα από τις προηγούμενες κυβερνήσεις, οι προσπάθειες παρέμβασης στο έργο της δικαιοσύνης, η συστηματική τακτική της ελλιπούς ή παραπλανητικής ενημέρωσης για το κυβερνητικό έργο και για τις πραγματικές επιπτώσεις των μέτρων, η υποβάθμιση της βουλής με την καταχρηστική τακτική της ψήφισης νομοσχεδίων με τη διαδικασία του κατεπείγοντος και με την ενσωμάτωση την τελευταία στιγμή σε όλα τα νομοσχέδια άσχετων τροπολογιών που περιέχουν πολλές φορές φωτογραφικές διατάξεις, η διαφαινόμενη προσπάθεια ελέγχου της ενημέρωσης με τον παράλογο περιορισμό του αριθμού των τηλεοπτικών αδειών, είναι μόνο κάποιες από τις κυβερνητικές ενέργειες και αποφάσεις που προσδίδουν και σε αυτή την κυβέρνηση όλα τα χαρακτηριστικά του κομματισμού και της ευνοιοκρατίας, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις πολύ πιο έντονα σε σχέση με προηγούμενες κυβερνήσεις.

Οι όποιες κυβερνητικές προσπάθειες νομοθετικής παρέμβασης σε προοδευτική αλλά και εκσυγχρονιστική κατεύθυνση που είχαν σχέση κυρίως με κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα, παρά τον θετικό χαρακτήρα τους, δεν αποτελούν το κυρίαρχο στοιχείο της νέας διακυβέρνησης και δεν αρκούν για να επικαλύψουν την πλήρη αποτυχία στη διαπραγμάτευση με τους δανειστές και όλα τα παραπάνω αντιθεσμικά και αναχρονιστικά μέτρα και τακτικές.

Οπως όμως έχουν σήμερα τα πράγματα, δύσκολα κάποιος από τους υπάρχοντες κομματικούς σχηματισμούς θα απορροφήσει αυτή την κατηγορία απογοητευμένων ψηφοφόρων του Σύριζα, αφού τα υπόλοιπα κόμματα της αριστεράς είναι σε αντιευρωπαϊκή αριστερή κατεύθυνση, ο δε λεγόμενος χώρος της κεντροαριστεράς με κορμό το Πασοκ, δεν φαίνεται να έχει τη δυνατότητα να γίνει ελκυστικότερος, όσο και αν προχωρήσει σε συνενώσεις, οι οποίες κινδυνεύουν να καταγραφούν ως ευκαιριακές και καιροσκοπικές συμπράξεις κομματικής επιβίωσης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι, μετά την κακοποίηση του όρου αριστερά από τη σημερινή κυβέρνηση, σε ποια κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί ένας νέος σχηματισμός για να προσελκύσει αυτή την κατηγορία προοδευτικών και σκεπτόμενων πολιτών που με τα σημερινά δεδομένα, η μόνη στάση που φαίνεται να έχει είναι η αποστασιοποίηση από κάθε πολιτική έκφραση και εκπροσώπηση αλλά και η αποχή από τις προσεχείς εκλογές, που θα αφήσει χώρο για να αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα η συμμετοχή και η ψήφος όσων υποστηρίζουν τα σημερινά σχήματα.

Το ερώτημα αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο να απαντηθεί, μπορούμε όμως να πούμε ότι σίγουρα θα πρέπει να κινείται πέρα από τα ιδεολογικά στερεότυπα αριστερά-δεξιά και να έχει τα χαρακτηριστικά που απουσιάζουν όχι μόνο από την τωρινή διακυβέρνηση, αλλά και από τους υφιστάμενους κομματικούς φορείς, να είναι δηλαδή ένας σύγχρονος, σοβαρός, ευρωπαϊκός σχηματισμός στελεχωμένος από άφθαρτα και ικανά πρόσωπα, πολιτικά και μη, που δεν θα έχει σχέση με κανενός είδους λαϊκισμό, αναχρονισμό, κομματισμό και ευνοιοκρατία, που θα καταθέτει τεκμηριωμένες, συγκροτημένες και εφαρμόσιμες προτάσεις και που δεν θα διστάζει να λέει αλήθειες.

Κάτι τέτοιο δεν είναι επί του παρόντος ορατό, γιατί αντίπαλος σε κάθε παρόμοια προσπάθεια είναι κυρίως η απογοήτευση, αλλά και η αμηχανία που έχει προκαλέσει η αποτυχία της σημερινής διακυβέρνησης. Δεν είναι όμως υπερβολή να πούμε πως το βασικό σύνθημα του Σύριζα που ήταν «η ελπίδα έρχεται», έχει αντικατασταθεί στη συνείδηση αρκετών πολιτών με τη φράση «ζητείται ελπίς».




Δείτε επίσης

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση