Άποψη

15/4/13 21:24

τελ. ενημ.: 17/4/13 20:01

Και ένα πλοίο που το έλεγαν «ΕΛΠΙΣ»

(ή «Το πρώτον της ζωής μου ταξείδιον» - Γεώργιος Βιζυηνός)

Αφορμή για να γράψω το πιο κάτω κείμενο έδωσε μια τυχαία συνά-ντηση με κάποιον άγνωστο, έξω από το ιατρείο μου (κοντά στον «Ευαγγε-λισμό»). Απογευματάκι λοιπόν (Μάρτιος 2013) και περπατώντας βιαστικά, το μάτι μου παίρνει κάποιον καλοντυμένο κύριο, κάποιας ηλικίας (70-80 ετών) με άψογο κοστούμι και με… ναυτικό πηλήκιο. Αμέσως χτύπησε η καρδιά μου: Δικός μας είναι, σκέφθηκα (νησιώτης, ναυτικός). Η… «διά-γνωση» ήταν μισή, όμως! Νησιώτης ναι, ναυτικός όχι (αρχιτέκτων ήταν ο άνθρωπος…). Με δυο κουβέντες, ο πάγος έσπασε και συστηθήκαμε: Πρί-ντεζης εκ Σύρου, μου συστήθηκε και μου άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι του, εξηγώντας μου ότι δεν βγάζει τα γάντια του διότι πάσχει από «νόσο του Raynaud». Πάνω σ’αυτή τη νόσο έχω κάνει το Ντοκτορά μου (1976), δηλ. τη Διδακτορική μου Διατριβή!...
Ακούγοντας λοιπόν το όνομα Πρίντεζης το μυαλό μου γύρισε πολλά χρόνια πριν:
Ήταν άνοιξη(;) του 1946. Ο πατέρας μου ταξίδευε (Καπετάνιος) με ένα μικρό σχετικά βαπόρι της Εταιρείας «Πεζάς-Πρίντεζης», 3.500 τόνων περίπου, το οποίο το είχε επιτάξει η Ελληνική Κυβέρνηση. Τα ταξίδια ήταν μικρού βεληνεκούς, εντός της Μεσογείου και γι’αυτό το πλοίο περ-νούσε τακτικά από τον δίαυλο Χίος-Τσεσμές με αποτέλεσμα οι οικογέ-νειες των ναυτικών (δεν ήταν μόνο η δική μας) να είμαστε κυριολεκτικά κρεμασμένοι στα τοιχογύρια του Αγ. Νικολάου, πάνω από τα βράχια, κουνώντας πολύχρωμα σεντόνια ή κουβέρτες και χτυπώντας την καμπά-να της εκκλησίας μας! Το πλοίο «απαντούσε» με χαρούμενους συριγμούς, οι δε φωνές μας διασταυρώνονταν με τις φωνές των ναυτικών μας (τα νερά στο «μπογάζι» είναι βαθιά και ως εκ τούτου το πλοίο ήταν κοντά στη στεριά). Αυτό γινόταν πολύ τακτικά διότι, ίσως, το βαπόρι είχε πολλά ταξίδια προς τα πάνω (Β. Αιγαίο ή/και Μαύρη Θάλασσα).
Κάποια στιγμή ο πατέρας μου σκέφθηκε να πάρει τη σύζυγό του και μητέρα μου και τον… μονογενή υιόν του, δηλ. εμένα, στο ταξίδι του… (ήμουν μοναχογιός μεταξύ 3 θηλέων, ο μικρότερος αδελφός μου «ήλθε» 11 χρόνια μετά). Το πλοίο είχε ναυλωθεί να μεταφέρει… χαρούπια (κου-ντουρούδια τα λέμε στον τόπο μου) από το Ηράκλειο της Κρήτης στο Λι-βόρνο της Ιταλίας. Κάπου οι αναμνήσεις μου «μπερδεύουν» και το μυαλό μου θολώνει. Θυμάμαι ότι υποπλοίαρχος ήταν ο γείτονας και κουμπάρος μας Απόστολος Π. και καμαρότος κάποιος από τον Βολάκο (φυσιογνω¬μία θυμάμαι, δεν θυμάμαι όμως τα στοιχεία του).
Η ζωή στο βαποράκι ήταν καλή: Είχαμε και «του πουλιού το γάλα». Το κρέας μας (ζωντανά πρόβατα), τις κότες μας και… τα αυγά μας. Φθά-νοντας στο Ηράκλειο, το μόνο που θυμάμαι, ήταν ναυάγια… πολλά ναυά-για, από τους βομβαρδισμούς των πλοίων μέσα στο λιμάνι! Το σπίτι του θείου μου του Σταύρου του Μπουρλώτου (του γνωστού ιδρυτού και πρώτου Διευθυντού της Ακαδημίας Ηρακλείου Κρήτης) ήταν τρυπημένο από τη στέγη μέχρι το υπόγειο από βόμβα ριγμένη από αεροπλάνο, η οποία ευ-τυχώς, δεν έσκασε (πέρασε δηλ. σκεπή – 1ο όροφο – ισόγειο και… ανα-παύθηκε στο υπόγειο!...).
Κατά τη διάρκεια της ολιγοημέρου παραμονής μας επισκεφθήκαμε (πλην βέβαια της πόλεως του Ηρακλείου) κάποια κατεστραμμένη περιο¬χή (χωριό) που μια «πλάκα» υπενθύμιζε στους περαστικούς ότι «ΕΔΩ ΗΤΑΝ Η ΚΑΝΔΑΝΟΣ» (μεγάλη, πονεμένη ιστορία από τα αντίποινα των «φίλων» μας των Γερμανών, οι οποίοι έδειξαν τον πολιτισμό και τον ανδρισμό τους αξαφανίζοντας χωριά με γέροντες, αναπήρους και γυναι-κόπαιδα – οι άνδρες ήταν στα βουνά και τους πολεμούσαν!...). Εκτός από αυτήν την εικόνα που έμεινε στο παιδικό μυαλό ανεξίτηλη, βλέποντας από πρώτο χέρι τις κτηνωδίες των «πολιτισμένων» Γερμανών, θυμάμαι σαν σε όνειρο την επίσκεψή μας σε ένα χωριό γεμάτο περιστέρια και… κου¬τσουλιές. Όταν επιστρέψαμε στο πλοίο, θυμάμαι 5-6 περιστέρια σε ένα κλουβί που καθημερινά… λιγόστευαν (και κάθε φορά που τα μετρούσα και τα έβρισκα λιγότερα... έκλαιγα, αλλά ευτυχώς ή δυστυχώς αυτά από¬τελούσαν μέρος της διατροφής μου).
Φορτωμένοι πλέον με το πολύτιμο φορτίο μας (από τα χαρούπια βγαίνει χαρουπάλευρο και ένα είδος σιροπιού (ή σοροπιού), και από τα κουκούτσια ένα είδος καφέ) ταξιδέψαμε χωρίς παρατράγουδα (δηλ. είχα-με καλό ταξίδι) μέχρι το Λιβόρνο της Ιταλίας. Αυτό (το μόνο) που θυμάμαι από το Λιβόρνο είναι Αμερικανοί στρατιώτες (μαύροι οι περισσότεροι – πρώτη φορά που είδα μαύρους) με κάποια ηλεκτρονικά εργαλεία να κα-θαρίζουν τα ναρκοπέδια που είχαν εγκαταστήσει οι αντίπαλοί τους (Ιταλοί ή Γερμανοί, δεν γνωρίζω). Ακόμα δεν γνωρίζω πώς βρέθηκα στην εντυ-πωσιακή Γένοβα και στο ακόμα πιο εντυπωσιακό νεκροταφείο της, το οποίο όμως βρωμούσε απαίσια, πτωμαΐνη…
Το άγραφο παιδικό μυαλό μου έχει (είχε) καταγράψει αρκετά πράγ-ματα, όμως ο «πανδαμάτωρ χρόνος» έχει σβήσει τα πιο πολλά. Ένα από τα ενθύμια (κειμήλια) από το ταξίδι μας στην Ιταλία, ήταν έναν γραμ-μόφωνο που κουρντιζόταν με ένα μικρό λεβιέ. Μαζί με το γραμμόφωνο αγοράσαμε και δίσκους βινυλίου με κλασική μουσική (Γκιουζέπε Βέρντι – τραγούδι ο τενόρος Μάριο Λάντσα). Ήταν τα πρώτα μου ακούσματα και τα αγάπησα, όπως τώρα όλοι μας αγαπάμε κάποια σύγχρονη μουσική, ανάλογα με καταγωγή, κουλτούρα και αναμνήσεις…
Σε κάποιο άλλο γραπτό μου θα αναφερθώ στο πώς βρέθηκα σε ένα παλιοβάπορο (το 1952) κατασκευής του 1914 ή 1924 με φορτίο ποτάσα από την Κύπρο για Φιλιππίνες και Φορμόζα (σημερινή Ταϊβάν). Πώς οι τότε ναυτικοί ταξίδευαν ελέω Θεού!...
Τα πιο πάνω κείμενα ίσως ερμηνεύουν το πώς ο πατέρας μου κατά¬φερε να μην γίνω ναυτικός.
Και μια ερμηνεία για την αφιέρωσή μου στη μνήμη του αειμνήστου θείου μου Σταύρου Μπουρλώτου: Εκτός από την πολυσχιδή δράση του σε διαφόρους τομείς (πνευματικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς, επιστημο¬νικούς κλπ.) για τους οποίους αναφέρομαι ενδελεχώς στο πόνημά μου «Συμβολή προς Γνώσιν της Χίου και της Ιστορίας της» υπό Dr. Ernst Fried¬rich Poppo 1822, μετάφραση Σταύρου Μπουρλώτου, επιμέλεια δική μου , κάτι που δεν τόνισα ιδιαιτέρως είναι η συμμετοχή του στην απαγωγή του Στρατηγού Φον Κράουπε (άλλη μεγάλη ιστορία).
Μέσα… στις ανθρώπινες αδυναμίες του ήταν και… το κυνήγι. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς του μαζί με τον Καραθοδωρή (τον γνωστό μαθηματικό και δάσκαλο του Αϊνστάιν) της ιδρύσεως και λειτουργίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Σμύρνη και της διδασκαλίας του στη «Σεβα-στοπούλειο» Σχολή Σμύρνης, πηγαινοερχόταν (ο «αθεόφοβος») στην πα-τρίδα του (μας) τη Χίο, για κυνήγι περδικών (ένα-δυο μήνες μετά ακο-λούθησε η καταστροφή της Σμύρνης!). Φαίνεται ότι, ή οι ειδήσεις ήταν καλές, ή οι «ντόπιοι» (= κάτοικοι Σμύρνης και ο θείος μου μαζί) ζούσαν στον κόσμο τους!...
Προς επίρρωση των γραφομένων μου, επισυνάπτω σε φωτοτυπία την «ΑΔΕΙΑ ΟΠΛΟΦΟΡΙΑΣ ΠΡΟΣ ΘΗΡΑΝ» του αειμνήστου θείου μου, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1922! (ηλικία 38, κόμη-μύσταξ, μέλανα…).
Αξέχαστε Θείε Σταύρο Μπουρώτε, Αιωνία σου η Μνήμη!
 

Δείτε επίσης