Καθημερινά νέα παιδιά και έφηβοι χάνουν τη ζωή τους ή καταστρέφονται ανεπανόρθωτα. Κάθε φορά η κοινωνία αιφνιδιάζεται, σοκάρεται, εκφράζει την αγανάκτησή της και ύστερα επιστρέφει στην κανονικότητα, σαν να πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά. Όμως δεν πρόκειται για εξαιρέσεις. Πρόκειται για ένα διαρκώς διογκούμενο κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο η Πολιτεία αδυνατεί ή αρνείται να αντιμετωπίσει στη ρίζα του.
Η κρατική αντίδραση εξαντλείται συνήθως σε επικοινωνιακές παρεμβάσεις και στην αυστηροποίηση των ποινών. Η κυβέρνηση εμφανίζεται ως παρατηρητής, επενδύοντας σχεδόν αποκλειστικά στην καταστολή, λες και η αύξηση του αξιόποινου μπορεί από μόνη της να ανακόψει την κοινωνική βία. Όμως όταν το κράτος συναντά τον νέο πολίτη για πρώτη φορά στο αστυνομικό τμήμα ή στην αίθουσα του δικαστηρίου, τότε η αποτυχία έχει ήδη συντελεστεί.
Οι γονείς βρίσκονται εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην άρνηση και την απόγνωση. Γιατί είτε θάβεις το παιδί σου είτε το βλέπεις να χάνεται σε έναν κύκλο παραβατικότητας και φυλάκισης, ο πόνος είναι αβάσταχτος. Και η κοινωνία, αντί να λειτουργήσει προστατευτικά, συχνά παρακολουθεί παθητικά ή, ακόμη χειρότερα, μετατρέπει τη βία σε ψηφιακό θέαμα. Περαστικοί και νέοι από την παρέα καταγράφουν επιθέσεις με τα κινητά τους για λίγα likes στα κοινωνικά δίκτυα, αποτυπώνοντας με τον πιο ωμό τρόπο την ηθική αποσύνδεση της εποχής μας.
Δεν μπορούμε πια να αγνοούμε τα αίτια. Η ανεξέλεγκτη δύναμη των κοινωνικών δικτύων, η εμμονή με την ψηφιακή αποδοχή, ο κοινωνικός εγκλεισμός της πανδημίας, η αποδυνάμωση της οικογένειας και της σχολικής κοινότητας συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Όμως η διαπίστωση δεν αρκεί. Χρειάζεται πολιτική βούληση, στρατηγική και πρόληψη.
Η άμεση και καθολική στελέχωση των σχολείων με κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους δεν είναι πολυτέλεια, είναι στοιχειώδης υποχρέωση ενός σύγχρονου κράτους. Οι ειδικοί αυτοί μπορούν να εντοπίζουν έγκαιρα τις συμπεριφορές υψηλού κινδύνου, να στηρίζουν τα παιδιά και τις οικογένειές τους και να ενεργοποιούν μηχανισμούς παρέμβασης πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη. Η πρόληψη κοστίζει λιγότερο, κοινωνικά και οικονομικά, από την καταστολή.
Παράλληλα, απαιτείται η ενεργοποίηση σε κάθε δήμο μόνιμων επιτροπών πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας και της νεανικής παραβατικότητας. Επιτροπών με τη συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης, της εκπαίδευσης, της κοινωνικής πρόνοιας, της υγείας και της κοινωνίας των πολιτών. Όχι ευκαιριακών συσκέψεων, αλλά θεσμικών οργάνων με αρμοδιότητες, συνέχεια και λογοδοσία.
Το φαινόμενο δεν αφορά πλέον μόνο τις μεγάλες πόλεις. Εκδηλώνεται με την ίδια ένταση σε μικρές επαρχιακές κοινωνίες, ακόμη και σε νησιά, όπου παλαιότερα η κοινωνική συνοχή λειτουργούσε αποτρεπτικά. Το νησί μας είχε στο παρελθόν εμπειρία από μικρότερης έκτασης παρόμοια περιστατικά, τα οποία με την έγκαιρη παρέμβαση των αρχών της εποχής αντιμετωπίστηκαν και αποφύγαμε να πάρουν χειρότερη τροπή. Σήμερα όμως τα πράγματα δεν είναι ήρεμα και απαιτούν διαρκή εγρήγορση.
Η νεανική βία δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών ή πολιτικών παραλείψεων. Και όσο συνεχίζουμε να τη διαχειριζόμαστε εκ των υστέρων, τόσο θα βαθαίνει το πρόβλημα.
Το πρόβλημα πλέον δεν είναι μόνο έξω από την πόρτα μας. Ίσως είναι ήδη μέσα.
Γεώργιος Ισ. Αμέντας
Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.