Άποψη

26/3/12 17:20

τελ. ενημ.: 26/3/12 17:20

Χίος: τριάντα χρόνια πριν

 
Παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον την εκπομπή Πρωταγωνιστές του Σταύρου Θεοδωράκη το βράδυ της Κυριακής. Θέμα της το εντυπωσιακό φαινόμενο χρήσης και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από νέους και ανήλικους στη Χίο, σε κλίμακα που ξεπερνά αυτό που γίνεται σε άλλες επαρχιακές περιοχές της Ελλάδας.
Στην εκπομπή, που θα συνεχιστεί την επόμενη Τετάρτη, γίνεται σε βάθος συζήτηση με όλους του εμπλεκόμενους παράγοντες και φορείς, όπως γονείς, αστυνομία, κοινωνικοί φορείς κλπ., για το πώς οδηγήθηκαν αυτά τα νέα παιδιά στη χρήση ουσιών και στο ποιο είναι το μέλλον τους. Εντυπωσιακή η έκφραση ανακούφισης πολλών γονέων για το γεγονός της σύλληψης και προσωρινής φυλάκισης των παιδιών τους, πράγμα που κατά την κρίση τους έβαλε μία, αν όχι οριστική, τουλάχιστον προσωρινή διακοπή στην καταστροφική πορεία αυτών των νέων παιδιών. Άλλοι γονείς πάλι ανησυχούν και λένε ότι στη φυλακή η διακίνηση συνεχίζεται με την ίδια αν όχι μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι  έξω.
Το θέμα είναι πολύ μεγάλο και περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον να παρακολουθήσω τη συνέχεια της εκπομπής την επόμενη Τετάρτη. Έχοντας σύζυγο από τη Χίο, πέρασα μια σειρά από συνεχόμενα καλοκαίρια τις διακοπές μου εκεί με την μικρή τότε κόρη μας, λόγω ύπαρξης κατάλληλης υποδομής (σπίτι, παππούδες, γιαγιάδες).
Έτσι πιστεύω ότι μπορώ κι εγώ να προσθέσω μερικές ψηφίδες στο θέμα στο οποίο αναφέρεται η εκπομπή του Σταύρου. Η Χίος είναι ένα νησί πολύ διαφορετικό από τα άλλα. Είναι ένα νησί, που πριν από τριάντα χρόνια στα οποία αναφέρομαι εγώ, η, αν όχι,  μοναδική, τουλάχιστον κυρίαρχη οικονομική δραστηριότητα ήταν η ναυτιλία. Μεγάλα και τρανταχτά τα ονόματα των εφοπλιστών στο νησί. Όλοι αυτοί στα πλοία τους είχαν χιώτες ναυτικούς. Οι καπεταναίοι όλων των βαθμίδων, οι μηχανικοί όλων των βαθμίδων, οι λοστρόμοι, οι μάγειροι, οι θαλαμηπόλοι και οι απλοί ναύτες, ήσαν κατά κανόνα όλοι χιώτες. Δεν υπήρχε οικογένεια και σπίτι που ένα τουλάχιστον από τα ενήλικα ανδρικά της μέλη να μην είναι σε «μπάρκο» όπως έλεγαν τότε. Έτσι, με λίγες εξαιρέσεις, όλο το νησί στριφογύριζε γύρω από τη ναυτιλία. Το σύστημα αυτό είχε διπλό καλό. Οι πλοιοκτήτες είχαν στα καράβια τους ξαδέρφια, ανίψια κλπ., και συνεπώς ήλεγχαν καλύτερα το προσωπικό των πλοίων τους, οι δε νέοι χιώτες δεν είχαν την αγωνία εύρεσης εργασίας, μια και όλοι θα μπάρκαραν κάποια στιγμή σε κάποιο πλοίο συγγενούς ή γνωστού τους εφοπλιστή. Με άλλα λόγια, σχεδόν όλο το νησί αποτελούνταν από μια μεγάλη ναυτιλιακή οικογένεια.
Στο οικονομικό επίπεδο η βασική συνέπεια ήταν να κυκλοφορεί άφθονο χρήμα στο νησί. Μην ξεχνάμε ότι, ειδικά εκείνα τα χρόνια, ο μισθός ενός απλού ναύτη (που κατά κανόνα είχε-δεν-είχε τελειώσει το Λύκειο) ήταν κατά πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι ενός ας πούμε δημόσιου υπαλλήλου με πανεπιστημιακές σπουδές. Η διαφορά ήταν ακόμη μεγαλύτερη στο επίπεδο των αξιωματικών ενός πλοίου, καπεταναίων και μηχανικών, των οποίων οι απολαβές ήσαν διπλάσιες και τριπλάσιες από των αντίστοιχων στεργιανών. Την εποχή που σας περιγράφω, τέλος 70’ αρχές 80’, είναι ζήτημα αν υπήρχε π.χ. ένα βίντεο σε κάθε δέκα σπίτια της Αθήνας. Στη Χίο υπήρχαν δύο βίντεο σε κάθε σπίτι. Αναπτύχθηκε λοιπόν ένας έντονος νεοπλουτισμός και μία απαξίωση της έννοιας των γραμμάτων και των σπουδών μια και χωρίς αυτές οι χιώτες τα «κατάφερναν μια χαρά».
Στο κοινωνικό επίπεδο, πολλές, μα πάρα πολλές, οικογένειες ήσαν στην ουσία μονογονεϊκές, μια και οι πατεράδες έλειπαν για μεγάλα διαστήματα στα καράβια. Η πεθερά μου, μου διηγιόταν χαρακτηριστικά ότι όταν το μπάρκο του άντρα της ήταν στη Μαύρη Θάλασσα, τότε τόσο στην άνοδο όσο και στην κάθοδο ο καπετάνιος άντρας της περνούσε όσο μπορούσε πιο κοντά από τον Βροντάδο της Χίου, απ’ όπου καταγόταν. Όλες οι οικογένειες των ναυτικών που ήσαν στο πλοίο, μανάδες, παιδιά, παππούδες, γιαγιάδες, φορούσαν τα κυριακάτικά τους και πήγαιναν σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο απ’ όπου με τα μαντήλια τους χαιρετούσαν τους δικούς τους το δε πλοίο ανταπέδιδε τους χαιρετισμούς με τη σειρήνα του.
Είναι φανερό ότι τέτοιες καταστάσεις δεν είναι φυσιολογικές και ότι η μακρόχρονη απουσία του πατέρα σε μία οικογένεια δεν είναι χωρίς συνέπειες.
Αυτά πριν τριάντα χρόνια. Ας έρθουμε στο σήμερα όμως. Σήμερα, οι εφοπλιστές έχουν σημαντικά απομακρυνθεί από τον τόπο τους. Έχουν διεθνοποιηθεί, έχουν τα γραφεία τους στο City του Λονδίνου και στη Νέα Υόρκη, και όχι πια στον Πειραιά. Τα σύγχρονα πλοία έχουν αυτοματοποιηθεί και χρειάζονται όλο και λιγότερο προσωπικό για τη λειτουργία τους. Ταυτόχρονα, οι Έλληνες εφοπλιστές χρησιμοποιούν όλο και περισσότερους αλλοδαπούς ναυτικούς (π.χ. Φιλιππινέζους) που είναι φτηνότεροι. Όλα τα παραπάνω, μαζί και με τη διεθνή κρίση, είχαν πολύ σημαντικές συνέπειες στην οικονομία της Χίου. Το παλιό αυτονόητο επάγγελμα του ναυτικού, έπαψε να είναι αυτονόητο και το νησί κατελήφθη εξαπίνης δημιουργώντας έτσι τριγμούς στην οικονομική και κοινωνική του υπόσταση.
Πιστεύω πως, ίσως, εδώ βρίσκεται μια από τις βαθύτερες αιτίες του φαινομένου που μελετάει η εκπομπή του Σταύρου.
ΑΠΟ: PROTAGON.GR
Σ.Σ.: Ο Αλέκος Λασκαράτος γεννήθηκε το 1948 στην Αίγυπτο. Το 1960 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και Φυσική Ωκενογραφία στο Παρίσι. Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στην ειδικότητα αυτή στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου της Αθήνας.