Άποψη

19/11/13 11:40

τελ. ενημ.: 19/11/13 11:40

Είκοσι πέντε και σαράντα

Πριν λίγες μέρες γιορτάσαμε την επέτειο του Πολυτεχνείου. Θυμάμαι καλά εκείνο το τριήμερο. Ψάχναμε να μάθομε μέσα από την παραμορφωμένη γκρίζα εικόνα της τηλεόρασης και τα λογοκριμένα λόγια του παρουσιαστή, την αλήθεια. Η ελεύθερη φωνή του ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου δεν έφτανε έως εδώ. Η τηλεφωνική επικοινωνία ήταν προτέρημα λίγων. Έτσι προσμέναμε το βράδυ στις εννιά να πιάσομε στα βραχέα το σήμα της «Ντόυτσε Βέλλε»  κι από τη γνώριμη φωνή του Παύλου Μπακογιάννη να μάθουμε την αλήθεια.

 Ήμουνα είκοσι πέντε χρονών, αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι και να κρίνω. Πέρασαν σαράντα χρόνια από τότε. Γυρίζεις πίσω να δεις τον δρόμο που σ’ έφερε ως εδώ. Βήμα, βήμα, ψάχνεις το λάθος. Λεωφόρο πήραμε, σε στενό και αδιέξοδο βγήκαμε.

Η δική μου γενιά ήταν αυτή του Πολυτεχνείου. Συμμαθητές μου αυτοί που φώναζαν «ψωμί παιδεία ελευθερία». Συνομήλικοι αυτοί που αντιμετώπισαν τα τανκς του Παττακού και το πιστόλι του  Ντερτιλή, δυο μέτρα μπόι σημάδευε παιδιά και τα δολοφονούσε. Ο Σύλλογος Χίων φοιτητών πρώτος και καλλίτερος στα δρώμενα εκείνων των ημερών.

Αυτή η χαρισματική γενιά, η γενιά του Πολυτεχνείου και της μεταπολίτευσης, μπήκε φουριόζα, με ορμή, με όνειρα, με δύναμη και κατέκλυσε τη δημόσια ζωή. Σαράντα χρόνια αυτή η συγκεκριμένη γενιά πρωταγωνιστούσε στον δημόσιο βίο.  Σ’ αυτή τη γενιά αποδίδεται δικαίως ή αδίκως η σημερινή χρεωκοπία της χώρας. Η ετυμηγορία ισοπεδωτική, συνοπτική και απόλυτη ρίχνει το φταίξιμο και το ανάθεμα πάνω της.

Ψάχνεις το λάθος, που μας ξεστράτισε. «Άραγε θα φτάσομε ποτέ εκεί που ονειρευτήκαμε ή οδεύοντας θα πούμε πως χαθήκαμε;» Ακόμη αντηχεί η βραχνή φωνή του Γεννηματά που αναρωτιόταν. Άραγε τι να έβλεπε το διορατικό του μάτι;

Τελικά χαθήκαμε;

«Ποτέ μη μετανιώνεις για ό,τι έκανες. Αν είναι καλό, είναι υπέροχα! Αν είναι κακό, είναι εμπειρία! Συνέχισε! Είναι ένα κεφάλαιο στο παρελθόν. Μη κλείσεις το βιβλίο, απλά γύρνα τη σελίδα. . .» 

Αν χρεωθεί αυτή η γενιά με τη χρεωκοπία πρέπει και να πιστωθεί με την ευημερία που περάσαμε. Έστω κι αν αυτή η ευημερία είχε τα λάθη της. Αυτά να ψάξομε αυτά να βρούμε για να μη τα ξανακάνουμε.

Έχομε να διηγηθούμε πολλά σπουδαία πράγματα, γιατί ζήσαμε ωραία. «Σαν τα τζιτζίκια» μου είπε μια φίλη καθηγήτρια. Μπορεί. Δεν διδαχτήκαμε κι ας είχαμε γράψει αμέτρητες φορές την έκθεση για το τζιτζίκι και το μυρμήγκι.

 

Επί σαράντα χρόνια το ίδιο σύνθημα «ψωμί παιδεία ελευθερία» «κάτω η χούντα του . . . ». Κάθε επέτειο στο ίδιο έργο θεατές. Λες κι είχε παγώσει η γκρίζα εικόνα της αποφράδας νύχτας. Τι υπερβολή, τι υποκρισία! Ανικανοποίητοι κι ας δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα. Ο παραλογισμός στα κάγκελα, τα κάγκελα πάντα επίκαιρα. Όλα θυσία στο όνομα της Δημοκρατίας και της ελευθερίας. Άραγε ποιάς Δημοκρατίας ποιάς ελευθερίας; Ποιός όρισε ότι η Δημοκρατία θα πει κάνω ότι γουστάρω; Η ασυδοσία, η σπατάλη θεμιτή, αρκεί η αριστερή επένδυση της. Το νοικοκύρεμα ψόγος και συντηρητική πολιτική, ο έλεγχος και η αξιολόγηση χουντικά κατάλοιπα. Έτσι τα είχαμε κατατάξη.

Με τον φόβο μήπως και χαρακτηρισθούμε αυταρχικοί αφήναμε τα πράγματα να εξελιχτούν με όποια κατάληξη. Πώς παρασυρθήκαμε και δεν αντισταθήκαμε στις οργανωμένες συντεχνίες, στα εγώ του φιλόδοξου, στη διαπλοκή του δικού μας, στα τρωκτικά, στους επίορκους, στα άνομα συμφέροντα, στους κομπιναδόρους, στον λαϊκισμό; Κανείς μας δεν τόλμησε να πει, ως εδώ κι ας είμαστε πολέμιοί τους.

Ένα άσχετο περιστατικό θυμήθηκα και μ’ αυτό τελειώνω. Δυο παιδιά μάζευαν μανιτάρια και χάθηκαν στο Βουνό. Κάπου σ’ ένα ξέφωτο συνάντησαν έναν γύρω στα εξήντα - εξήντα πέντε, μάζευε κι αυτός μανιτάρια και τον ρώτησαν:

-          Μήπως ξέρετε πώς βγαίνει κανείς στον δρόμο.

-          Δεν ξέρω, τους απάντησε, αλλά από εδώ που έρχομαι σας λέω να μη πάτε. 

Σχόλια άρθρου: 0
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
300x250
Διαφήμιση