Κοινωνία

18/5/15 13:53

τελ. ενημ.: 18/5/15 13:53

Οικονομικό «έμφραγμα» προκαλεί η δικαίωση εργαζομένων σε προγράμματα Stage

Τα δικαστήρια μετατρέπουν συμβάσεις μαθητείας (Stage) σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και αποδίδουν διαφορές αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων

Μορφή χιονοστιβάδας προσλαμβάνουν πλέον οι αποφάσεις των δικαστηρίων όλων των βαθμών, οι οποίες  κρίνουν ότι το μεγάλο παιχνίδι που παίχτηκε στο όνομα της δήθεν μείωσης της ανεργίας, με την κατά δεκάδες χιλιάδες απασχόληση εργαζομένων μέσω των Stage, ήταν περίτρανα παράνομο και επιφέρει οικονομικό έμφραγμα σε μια κρίσιμη χρονικά οικονομική συγκυρία για την χώρα μας.



Την τελευταία δεκαετία (2004-2014) σε μια προσπάθεια εντυπώσεων μείωσης της καλπάζουσας ανεργίας, ανακαλύφθηκαν από τις πολιτικές ηγεσίας οι συμβάσεις μαθητείας, τα λεγόμενα Stage. 

Ο δημόσιος και ευρύτερος δημόσιος τομέας, οι ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, ακόμη και τα δικαστήρια της  χώρας (όπου οι δικαστικοί υπάλληλοι ορκίζονται πριν αναλάβουν καθήκοντα), γέμισαν με χιλιάδες εργαζόμενους που είχαν συνάψει συμβάσεις μαθητείας ορισμένου χρόνου. Οι συμβάσεις αυτές αρχικά  ήταν 18μήνες και το περασμένο έτος μετατράπηκαν σε 5μήνες.

Μόλις οι συμβάσεις αυτές έληγαν, αφού μεσολαβούσε ένα κενό-νεκρό διάστημα ενός μηνός, σχεδόν αυτόματα ανανεωνόντουσαν για ένα ακόμη 18μήνο και ούτω καθ' εξής. Αποτέλεσμα των συνεχών αυτών ανανεώσεων ήταν οι συμβάσεις μαθητείας να μετατρέπονται σε συμβάσεις ελπίδας μονιμοποίησης, όπως είχε γίνει με το περιβόητο «διάταγμα Παυλόπουλου», όπου κάτι λιγότερο από 100.000 χιλιάδες συμβασιούχοι μέσα σε μια νύκτα μονιμοποιήθηκαν.

Χρηματοδότης των  προγραμμάτων  Stage ήταν ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ).

Οι υποτιθέμενοι μαθητευόμενοι - όπου στην ουσία ήταν εργαζόμενοι - οι οποίοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, προσλαμβάνονταν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας (μαθητευόμενοι). Ελάμβαναν μειωμένες αποδοχές σε σχέση με τις αποδοχές που προέβλεπε η εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας ή το μισθολόγιο του Δημοσίου.
Οι απόφοιτοι των ΑΕΙ και ΤΕΙ ελάμβαναν 27,77 ευρώ την ημέρα και οι απόφοιτοι των ΙΕΚ και των αντίστοιχων σχολών μόλις 23,14 ευρώ ημερησίως. Για τους συμβασιούχους αυτούς οι αργίες δεν πληρώνονταν όπως δεν ελάμβαναν ημερομίσθιο σε περίπτωση ασθενείας.

Φυσικά, ούτε να γίνεται λόγος για καταβολή  δώρων (επιδομάτων) Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επιδόματος θερινής αδείας. 
Υπήρχε μόνο ιατροφαρμακευτική κάλυψη όσο διάστημα ίσχυε η σύμβαση, ενώ αντίθετα ο χρόνος μαθητείας δεν καλυπτόταν συνταξιοδοτικά.   
Αφού έληγαν οι συμβάσεις μαθητείας οι εργαζόμενοι προσέφυγαν, άλλοτε ομαδικά και άλλοτε ατομικά, στη Δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάσθηκαν ως μαθητευόμενοι και ότι οι συμβάσεις μαθητείας είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού καθόλη τη διάρκεια της εργασίας τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Ακόμη, διεκδίκησαν διαφορές αποδοχών και διάφορα  χρηματικά  ποσά  λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, από την παράνομη συμπεριφορά του φορέα που απασχολήθηκαν, κ.λπ.

Τα δικαστήρια το ένα μετά το άλλο δικαίωνουν  τους εργαζόμενους. Οι δικαστές αποφαίνονται  ότι τα Stage δεν μπορούν να εκληφθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ακόμη και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. 

Και αυτό γιατί οι φορείς που απασχολούν τα Stage δεν έχουν δικαίωμα να συνάπτουν συμβάσεις  εκτός της αξιοκρατικής διαδικασίας του ΑΣΕΠ.

Εξάλλου,  υπογραμμίζουν οι δικαστές ότι δεν είναι δυνατή η μετατροπή  συμβάσεων  εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, σύμφωνα με συνταγματικές επιταγές (άρθρο 103 του Συντάγματος), αλλά ούτε δίνει αυτή την δυνατότητα της μετατροπής ο εργατικός νόμος 2012/1920. 

Αντίθετα, οι συμβάσεις μαθητείας κρίνονται από τα δικαστήρια ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Αυτό έχει ως   συνέπεια οι εργαζόμενοι  να δικαιούνται να λαμβάνουν, σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που θα ελάμβαναν άλλοι, αντί αυτών, εργαζόμενοι απασχολούμενοι με έγκυρη σχέση-σύμβαση εργασίας. 

Παράλληλα, οι δικαστές υπογραμμίζουν ότι οι αποδοχές των Stage είναι κατά πολύ χαμηλότερες των νομίμων, ενώ δεν ελάμβαναν  δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα θερινής άδειας, όπως και άλλα κατά περίπτωση επιδόματα.

Πάντως, είναι σαφείς οι δικαστές ότι η εργατική νομοθεσία προβλέπει ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τα επιδόματα άδειας, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι οποίοι απασχολούνται  με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και αυτοί που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας. 

Δεν παραλείπουν, ακόμη, να επισημάνουν οι δικαστές ότι «σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση εκείνη κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης».

Κάτι όμως που στις περιπτώσεις των Stage δεν συμβαίνει, καθώς εργάζονται με πλήρες ωράριο, καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ελέγχονται για την παρεχόμενη εργασία τους από τα αρμόδια όργανα τα οποία καθορίζουν το τόπο, το ωράριο και τον τρόπο με τον οποίο θα απασχοληθούν.

Σε μία από τις περιπτώσεις που απασχόλησαν την Δικαιοσύνη είναι αυτή επτά απασχολουμένων σε επαρχιακό κρατικό που είχαν υπογράψει συμβάσεις μαθητείας, ενώ καλύπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.
Το δικαστήριο τους επιδίκασε συνολικά το ποσό των 137.509 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφορές αποδοχών, δώρων εορτών, επιδομάτων αδείας, νοσοκομειακό επίδομα 280 ευρώ, κίνητρο απόδοσης 90 ευρώ και ειδική παροχή 176 ευρώ.