Κοινωνία

12/2/14 11:29

τελ. ενημ.: 12/2/14 11:47

Ο μεγαλύτερος παππούς του ΚΑΠΗ

Παράδειγμα ζωής είναι ο Αντώνης Γεώργαλος. Τον Απρίλιο κλείνει τα 96 χρόνια, επιβλητικό  σκαρί και μυαλό ξυράφι. Καλό σοφεράκι από το 1947 έως και το 1982, 37 χρόνια οδηγός με αυτοκίνητο ταξί μάρκας Στάνταρ, το επονομαζόμενο και τετράγωνο. Πενήντα χρόνια έμεινε συνολικά στην Αθήνα, στο Περιστέρι, από το 1947 έως και το 1982 που συνταξιοδοτήθηκε. Η κυρά Ζαχαρένια έφερε και τα παιδιά τους στην Αθήνα το 1949, τον Παντελή και το Χαράλαμπο, που τον έχασε πρόσφατα.

«Μόνο στη Βουκουρεστίου υπήρχαν αεροδυναμικά αυτοκίνητα, όπως τα έλεγαν. Ο κόσμος προτιμούσε τα αγοραία γιατί έκλειναν συμφωνία για το κόστος της διαδρομής. Απόφευγε τα κανονικά ταξί, γιατί είχαν ταξίμετρο. Έως το 1960 τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα, μετά σιγά - σιγά ο κόσμος άρχισε να παίρνει ταξί.»
Μετά τη συνταξιοδότηση του το 1982  επέστρεψε στη Χίο, στις Κηπουριές, εκεί που πριν 60 χρόνια είχε δει το φως του ήλιου.

Μας ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής του, στους φιλόξενους χώρους του ΚΑΠΗ της Χίου, εκεί που τώρα πιά είναι το αποκούμπι του, μαζί με την καφετέρια στην πλατεία που του αρέσει να παίζει ένα ταβλάκι.
Έχει γεννηθεί το 1918, τότε που οι Κηπουριές ήταν γύρω στα 20 σπίτια, εκεί που τώρα είναι η σημερινή πλατεία και το πάρκινγκ του χωριού. Τα ζώα στο ισόγειο και οι άνθρωποι στον πρώτο όροφο, όπως σε όλα τα χωριά τότε.  Νερό κουβαλούσαν με τη στάμνα, από την πηγή που είναι κάτω ακριβώς από την πλατεία. Γεωργικές οι ασχολίες τους, λίγα λάδια και αμύγδαλα, τίποτα το ιδιαίτερο, γι’ αυτό από τα 13 του, από τότε που τους άφησε η μάνα του στα 27 της χρόνια, έγινε καρβουνάς για να ζήσει και την υπόλοιπη φαμίλια.

«Ο πατέρας μας ήταν στην Αμερική, εμείς μέναμε με τη γιαγιά. Όταν επέστρεψε ξαναπαντρεύτηκε. Εγώ μεγάλωσα τα άλλα τέσσερα αδέλφια μου, γιατί ήμουνα μεγαλύτερος και δυνατότερος. Τότε έγινα καρβουνάς, καίγαμε ξύλα και τα πηγαίναμε στο Βροντάδο. Τα ζώα φορτωμένα και εγώ με τα πόδια. Λαθραίο εμπόριο, φεύγαμε τη νύχτα από το χωριό, ανεβαίναμε στην απλάδα της Αχλάδας, φτάναμε στον Άγιο Σίδερο και από κει μπαίναμε στο λαγκάδι,  βγαίναμε στο γεφύρι, πριν το Δεκαοχτώ, φτάναμε στο Αίπος και από εκεί στο Βροντάδο. Αν είχε χωροφύλακες στον Άγιο Σίδερο στο καφενείο της Κουρούνενας, κάναμε τον κύκλο και πηγαίναμε από το Πιτυός και φτάναμε στον Άγιο Γιώργη απο τις Πηγάδες. Για τέτοιο δρόμο μιλάμε, για να βγάλουμε ένα μικρό μεροκάματο. Φεύγαμε από τις Κηπουριές βράδυ και φτάναμε στο Βροντάδο την αυγή, βρεγμένοι και παγωμένοι από το αγιάζι και το κρύο. Το χειμώνα ήταν ακόμη πιο δύσκολα».

Στην Αθήνα

Το 1936 έφυγε για πρώτη φορά στην Αθήνα, επέστρεψε σύντομα και μετά πήγε φαντάρος έξι χρόνια, 1940-46. Πόλεμος, κατοχή, 4 χρόνια στη Μέση Ανατολή στο Λόχο Μεταφορών στη 2η και την 1η Ταξιαρχία. Το 1946 επιστροφή στη Χίο, 1947 στην Αθήνα. Η απόκτηση του επαγγελματικού διπλώματος οδηγού του επέτρεψε να ασχοληθεί με το ταξί.

37 χρόνια δεν έκανε ούτε μια μέρα ρεπό, δουλειά καθημερινή 18 με 20 ώρες, για να καλύψει τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις της οικογένειας. Ούτε τον αγαπημένο του Παναθηναϊκό δεν πήγε να δει μια φορά στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας «Δεν είχα καιρό για διασκεδάσεις, αλλά δόξα τω Θεό, αν υπάρχει, τα κατάφερα και έφτιαξα κάτι. Ό,τι δουλειά έκανα τα κατάφερνα, τα έφερνα σε πέρας γιατί ήμουν εργατικός. Φτωχικά, αλλά καλά και τίμια».

Από το 1982 έως και το 2008 έζησε στις Κηπουριές, δουλεύοντας στα χωράφια, όπως στα νιάτα του. Τότε, όταν έφυγε η κυρά Ζαχαρένια, κατέβηκε στη Χώρα και ζει στη γειτονιά των Αγ. Αναργύρων. Είναι πολύ κοινωνικός, γι’ αυτό πηγαίνει καθημερινά στο ΚΑΠΗ, όπου περνάει πολύ καλά, όπως λέει.

«Λίγοι άνθρωποι είναι σαν το Θοδωρή τον Τσατσαρώνη. Με έχει σαν πατέρα του και τον έχω σαν παιδί μου».
Αυτό που θέλει τώρα πιά είναι να ζήσει ήρεμα όσα χρόνια του μένουν και να φύγει ήσυχα.
 

Δείτε επίσης