Κοινωνία

22/10/12 17:52

τελ. ενημ.: 22/10/12 17:52

Ο εν ζωή σκαπανέας

Ο ΧΡ. ΧΟΥΖΟΥΡΗΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΠΑΛΕΥΕ ΝΑ ΣΩΣΕΙ Ο,ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΥΠΟ ΑΝΤΙΞΟΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

 
Μπήκε στην αίθουσα συνεδρίων του Ομηρείου θορυβωδώς, πάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι κι έγινε αμέσως το επίκεντρο της. Τα πόδια του δεν τον βαστούσαν πια, αλλά του ήταν αδύνατον να απουσιάσει από αυτή την εκδήλωση.
Ο Χρ. Χουζούρης είναι ο παλιότερος εν ζωή συνταξιούχος υπάλληλος της Αρχαιολογίας στη Χίο. Από το 1956 έως και το 1992, ως μοναδικός υπάλληλος τα πρώτα χρόνια, «όργωσε» το νησί μαζί με τους προϊσταμένους του διασώζοντας ό,τι ήταν δυνατόν. Ολοκλήρωσε τη σταδιοδρομία του ως ο μοναδικός φύλακας στο μουσείο του τζαμιού.
«Με συγκίνηση βλέπω στο ακροατήριο του συνεδρίου τον αγαπητό μας Χρήστο. Είναι ένας από αυτούς που κουβάλησαν στην πλάτη τους τις «πέτρες» και μετέφεραν στο μουσείο όλα τα εκθέματα που υπήρχαν στην αυλή του». 
Η τιμητική αναφορά της Αγ. Αρχοντίδου στο πρόσωπο του αντανακλά την προσφορά του τα δύσκολα χρόνια που δεν υπήρχε ακόμη ούτε συνείδηση προστασίας των αρχαιολογικών μας θησαυρών.
 
Όλα στην πλάτη
«Όπου βρίσκαμε πέτρα αρχαία τη μαζεύαμε και τη μεταφέραμε στις πλάτες μας στη Χίο. Πολλές φορές μάλιστα, επειδή τις βρίσκαμε σε ιδιωτικά χωράφια, πληρώναμε και από την τσέπη μας για να τις πάρουμε. Ερχότανε περίοδοι που πληρώναμε περισσότερα από το μηνιάτικο μας. Τα παλιότερα ευρήματα που υπάρχουν στο Βυζαντινό Μουσείο έχουν μεταφερθεί από μένα, στην πλάτη. Τότε δεν υπήρχαν φορτηγά και να πληρώσεις ένα αγώγι ήταν πολύ ακριβό. Όλα στην πλάτη τα μετέφερα στο τότε Μουσείο, που ήταν το τζαμί. Έχω γυρίσει με τα πόδια όλη τη Χίο. Με αρχαίες πέτρες έχουν χτιστεί πολλά δημόσια κτίρια, το γεφύρι του Ράχτη έχει χτιστεί από πέτρες που μεταφέρανε από το Ρημόκαστρο», θυμάται.
 
Δεκαπέντε χρόνια, επι προϊσταμένου Χαριτωνίδη, ήταν ο μοναδικός  φύλακας στο Μουσείο της Χίου. Ακολούθησαν ο Στεφάνου και η Α. Αρχοντίδου. Οι δυσκολίες ήταν πάρα πολλές, από την έλλειψη μέσων και οικονομικών πόρων, έως την άγνοια και αδιαφορία του κόσμου, που δεν είχε αρχαιολογική, ιστορική και πολιτιστική συνείδηση.
 
« Η Εφορεία δεν είχε λεφτά, ούτε μέσα για να δουλέψει όπως έπρεπε. Με το δικό μου αυτοκίνητο, όταν απόκτησα και εγώ, πηγαίναμε παντού. Δε ζητούσα να μου βάζουνε ούτε τη βενζίνη, αφού έβλεπα ότι και οι άλλοι βάζανε από την τσέπη τους για να υπάρχει και να λειτουργεί η Υπηρεσία. Πολλές φορές είχαμε προβλήματα και με τον κόσμο, που δεν καταλάβαινε την αξία αυτών των υλικών. Τα χρησιμοποιούσαν για να χτίζουν τα σπίτια και τις αποθήκες τους και για να τα πάρουμε έπρεπε να ξεπεράσουμε πολλά εμπόδια».
Οι ώρες δουλειάς αμέτρητες, για οχτάωρο βέβαια ούτε σκέψη.
 
«Δεν είχαμε το μυαλό στην ώρα να φύγουμε. Φεύγαμε από πολύ νωρίς για να δουλεύουμε όσο ήταν δυνατόν με δροσιά και γυρίζαμε αργά τη νύχτα. Αγαπούσαμε αυτό που κάναμε, όπως αγαπούν και τώρα τη δουλειά τους όλοι. Αν δεν αγαπάς την Αρχαιολογία, δεν μπορεί να δουλέψεις στο επάγγελμα».