Άποψη

31/3/16 18:15

τελ. ενημ.: 31/3/16 18:15

Ο όρκος σήμερα υπό Θεοδώρου Δ. Λαφαζάνου

Το άρθρο μου αυτό το αφιερώνω στον καλό μου φίλο και έγκριτο δικηγόρο κ. Γεώργιο Λιβανό (από τα Αρμόλια της Χίου – διότι υπάρχει συνωνυμία), ο οποίος διαβάζει τα κείμενά μου και καλόπιστα – ελπίζω –με διορθώνει. Επειδή λοιπόν περάσαμε στο παρελθόν πολλά μαζί, επειδή είναι νομικός και, τέλος, επειδή σκοπός της κριτικής του «δεν είναι η αποδόμηση ενός καταξιωμένου επιστήμονα» - όπως γράφει (της «αφεντιάς» μου δηλαδή), θα τον παρακαλούσα να έγραφε τη γνώμη του «περί όρκου».

Στην αφιέρωσή μου συμπεριλαμβάνω και μια φωτογραφία από τα «παλιά καλά χρόνια». Δεκαετία του ’90 λοιπόν, εγκαίνια της «Βιβλιοθήκης Γεώργιος Βιζυηνός» εντός του κτιρίου της «Γεμελείου Νοσηλευτικής Σχολής» που δώρισαν οι Γέμελοι στο χώρο του Δρομοκαϊτείου. Διακρίνονται: η αείμνηστη Στέλλα Φράγκου-Μονογυιού, ο Μητροπολίτης Νικαίας Αλέξιος, η αφεντιά μου, Πρόεδρος – τότε – του Δρομοκαϊτείου, και κυριολεκτικά χέρι-χέρι με τον κ. Γ. Λιβανό, Νομικό Σύμβουλο του Ιδρύματος (αγαπητέ Γιώργη, περιμένω κριτική!...).

Και… μια προτροπή: Ελάτε να γνωρίσετε το Χιώτικο Κληροδότημα που περιθάλπει τον ανθρώπινο πόνο.

 

Πριν από αρκετά χρόνια (ζώντος του Πατρός Δημ. Τζούμα, του γνωστού δικαστικού που έγινε κληρικός), η κ. Πόπη Χαλκιά-Στεφάνου, η γνωστή πολυγραφότατη κυρία που αφήνει τη «στάμπα» της στη θρησκευτική (εκκλησιαστική) βιβλιογραφία (και όχι μόνο), με προέτρεψε να παρακολουθώ τις συγκεντρώσεις που κάνει κατά καιρούς ο Σύλλογος Δικαστών και Εισαγγελέων στο Διορθόδοξο Κέντρο της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πεντέλης. Πράγματι κατά καιρούς παρίσταμαι, κάποτε μάλιστα είχα κι εγώ μια διάλεξη για τις επιπτώσεις του καπνίσματος στην υγεία μας (και στα οικονομικά μας, βεβαίως). Ναι, μεγάλο ποσοστό Δικαστών, Εισαγγελέων και Νομικών – μικρότερο Κληρικών – καπνίζουν γνωρίζοντας τις συνέπειες!...

Βρέθηκα λοιπόν στη διάλεξη του εκλεκτού κ. Λαφαζάνου και πραγματικά… μορφώθηκα. Δηλαδή, ενώ θεωρούσα άθεους όσους δεν «παλαμίζουν» το Ευαγγέλιο, διεπίστωσα ότι εμείς οι «θρησκευόμενοι» είμεθα οι αμαρτωλοί. Αλλά ας διαβάσομε τι μας μετέφερε ο κ. Λαφαζάνος από τις γνώσεις του! Εγώ ομολογώ ότι είμαι «μπερδεμένος»!...

Στο κείμενο που ακολουθεί σταχυολογώ, διότι είναι μακροσκελέστατο, τα – κατά τη γνώμη μου – σπουδαιότερα εδάφια προσπαθώντας να κρατήσω μια λογική αλληλουχία. Να με συγχωρήσει ο αναγνώστης αν κάπου σφάλω, δεν διεκδικώ όμως δάφνες διότι οι νομικές μου γνώσεις (όπως και οι θρησκευτικές) είναι μηδαμινές!... Τα τελικά συμπεράσματα τα μεταφέρω (τα αντιγράφω) αυτούσια, ανεξάρτητα ή όχι αν συμφωνώ με αυτά. Βέβαια οι «ταγοί της Εκκλησίας μας» καλό θα ήταν να πάρουν θέση και να κατευθύνουν το Χριστεπώνυμο πλήρωμα!...

Ξεκινάμε λοιπόν, δηλαδή ξεκινάει ο κ. Θ.Δ. Λαφαζάνος:

«Ο Όρκος σήμερα[1]

Ειλικρινά δεν ξέρω αν μπορέσω να σας προσφέρω μία άποψη γενικά παρα­δεκτή για το ζήτημα του όρκου. Είναι τόσο δύσκολο, τόσο μπερδεμένο.

Γι'αυτό θα ξεκινήσω με τις προσωπικές μου εμπειρίες. Από πολύ μικρό παιδί άκουγα μικρούς και μεγάλους να ορκίζονται στην καθημερινή τους ζωή. Φαίνεται ότι παντού επικρατούσε μια δυσπιστία για τα λόγια του άλλου, που ήθελε επιβε­βαίωση με όρκο.

Όρκοι φοβεροί, που ακούγονταν λες και δεν έχουν σημασία. «Να πεθάνω αν σου λέω ψέματα, να στραβωθώ, να μην προλάβω να σειστώ, στη ζωή των παιδιών μου, να τα νεκροφιλήσω, να με κόψει ο Θεός» και τόσοι άλλοι όρκοι που μετρημό δεν έχουν.

Στο Δημοτικό Σχολείο και κυρίως στο Κατηχητικό μας δίδαξαν το πόσο κακό και μεγάλη αμαρτία είναι ο όρκος. Το δέχτηκα και δεν ξαναορκίστηκα μέχρι που έγινα φοιτητής. Ορκίστηκα ομαδικά με την έναρξη των μαθημάτων, ορκίστηκα και στο πτυχίο. Έπειτα ορκίστηκα ως στρατιώτης, ως δικηγόρος και ως δικαστής. Οι τρεις πρώτοι όρκοι ήταν ομαδικοί με την ύψωση του χεριού, οι άλλοι δύο ήταν με το χέρι στο Ευαγγέλιο. Έτυχε να ορκιστώ και άλλες δύο φορές ως μάρτυρας.

Πολύ περισσότεροι, μάλλον αμέτρητοι, ήταν οι όρκοι που επέβαλα· στους μάρτυρες, είτε ως ανακριτής είτε στο ακροατήριο.

Για τους πρώτους όρκους της παιδικής ηλικίας βεβαιώθηκα ότι ήταν εφάμαρτοι, όμως δεν ορκίστηκα μετά τα δώδεκα χρόνια μου.

Για τους άλλους όρκους η συνείδηση μου με έλεγχε, αλλά έψαχνα τρόπους να δικαιολογηθώ και τα κατάφερνα. Ήταν βλέπεις και αναγκαστικοί όρκοι, γιατί τους προέβλεπε και τους επέβαλε ο νόμος.

Παράλληλα έψαχνα γύρω μου να δω τι έκαναν οι άλλοι. Έβλεπα ότι ορισμένοι όρκοι, δίνονταν με την παρουσία ιερέως και αυτό κάπως με καθησύχαζε. Αν ο όρκος ήταν αμαρτία, δεν ήταν δυνατόν να συμμετέχει κληρικός στην ορκοδοσία.

Έβλεπα ανθρώπους χωρίς συνειδητή πνευματική ζωή να ορκίζονται χωρίς πρόβλημα και μάλιστα μερικοί να ψευδορκούν. Έβλεπα ανθρώπους με πνευματι­κότητα είτε να αποφεύγουν τον όρκο είτε να αισθάνονται ενοχές, όταν ορκίζονταν.

Εν τω μεταξύ διάβαζα την Καινή Διαθήκη, που απαγορεύει αυστηρά τον όρκο. Και ο Χριστός στην επί του Όρους ομιλία και ο Απόστολος Ιάκωβος στην επιστολή του. Εκεί δεν προβλέπεται καμία εξαίρεση.

Πολύ αργότερα διάβασα το Πηδάλιο, που περιέχει όλους τους Κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας και διαπίστωσα την πλήρη απαγόρευση του όρκου.

Ενδεικτικά αναφέρω τον 94° κανόνα της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου και τους 10° και 29° κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου.

Αυτοί δεν κάνουν εξαίρεση ούτε για τους αναγκαστικούς όρκους, που επέ­βαλαν οι αρχές. Σύμφωνος και ο Ιερός Χρυσόστομος και άλλοι Πατέρες.

Συμφωνεί και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στα σχόλια που κάνει στο Πηδάλιο και επικρίνει τον βυζαντινό κανονολόγο Βαλσαμώνα, που δίδασκε ότι πρέπει να δίνονται οι καλοί όρκοι, όχι μόνο γιατί τους συγχωρούν (τους επιτρέπουν) οι βασιλικοί νόμοι αλλά και γιατί το να μην ορκίζεται εντελώς κάποιος είναι γνώρισμα των τελείων, αλλά είναι αδύνατο να φυλαχθούν από όλους οι εντολές.

Όπως ανέφερα, η συνήθεια του όρκου στις καθημερινές σχέσεις είναι πολύ διαδεδομένη. Πολλοί απαιτούν να δοθεί όρκος και μερικές φορές (όπως έχω ακούσει) απαιτούν να δοθεί όρκος με το χέρι στο Ευαγγέλιο.

Θα σας πω μια χαρακτηριστική περίπτωση, που είχα διαβάσει στις εφημερίδες: Στις πρώτες εκλογές της μεταπολίτευσης (1974) σε έναν επαρχιακό νομό, η αδελφή ενός υποψηφίου βουλευτή ζητούσε ψήφους με τον εξής τρόπο. Πρότεινε σε κάθε ψηφοφόρο ένα φακελάκι με 500 δραχμές. Από τη μία τσέπη έβγαζε το φακελάκι και από την άλλη μια Καινή Διαθήκη. Αν ο ψηφοφόρος ορκιζόταν ότι θα ψηφίσει τον αδελφό της, έπαιρνε το φακελάκι. Γνωρίζοντας αρκετά για την οικογένεια του υποψηφίου είχα πιστέψει το δημοσίευμα.

Πληροφορήθηκα ότι μερικοί εξομολόγοι επέβαλαν επιτίμιο αποχής από τη Θεία Κοινωνία για σαράντα ημέρες σε όσους ορκίζονταν σε δικαστήρια. Κι ένας γνωστός μου παραπονιόταν ότι δεν θα κοινωνήσει τα Χριστούγεννα, αφού ορκίστηκε ως μάρτυρας και τα έβαζε με αυτόν, που τον είχε προτείνει ως μάρτυρα και με τον πρόεδρο του δικαστηρίου, που τον όρκισε.

Ήμουν νέος δικαστής, όταν διάβασα το βιβλίο του μακαριστού αρχιμανδρίτη π. Σεραφείμ Παπακώστα «Η επί του Όρους ομιλία» και είδα ότι θεωρεί τον όρκο «αναγκαίο κακό» όταν κάποιος υποχρεώνεται από το νόμο να ορκιστεί. Λύση οριστική στις αναζητήσεις μου δεν δόθηκε.

Αναζήτησα πρόσφατα και άλλα βιβλία αξιόλογων κληρικών. Ο μακαριστός αρχιμανδρίτης π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος, ασκητικός τύπος και αυστηρός πνευματικός, στο βιβλίο του Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ και στην ανάλυση της επί του Όρους Ομιλίας αποκαλεί τον όρκο νόσον, κατηγορεί τη συνήθεια, προβάλλει το «μη ομόσαι όλως» αλλά τελικά θεωρεί και αυτός τον όρκο των δικαστηρίων ως αναγκαίο κακό, για να μη γίνονται οι χριστιανοί θύματα εκμετάλλευσης άλλων που θα χρησιμοποιούσαν τον όρκο εναντίον τους. Τα ίδια λέει και για τον όρκο των δημοσίων υπηρεσιών, γιατί και ο υπάλληλος βρίσκεται στην ανάγκη να ορκιστεί και να αναλάβει υπηρεσία για τη συντήρηση της οικογένειας του. Συμφωνεί με το επιτίμιο της αποχής από τη Θεία Κοινωνία για 40 ημέρες.

Άλλος επίσης μακαριστός αρχιμανδρίτης ο π. Χαραλάμπης Βασιλόπουλος, ζηλωτής και αγωνιστής κατά των αιρέσεων, έγραψε ένα μικρό βιβλίο με τίτλο «Μη ορκίζεσαι», ξεκινά με τα χειρότερα λόγια για τον όρκο, γράφοντας ότι οι ορκιζόμενοι στο Ευαγγέλιο «μουντζώνουν το Θεό» παλαμίζοντάς το. Στο εξώφυλλο έχει ένα Ευαγγέλιο να βγάζει φωτιά και να καίει το χέρι, που ακουμπά πάνω του. Η κατάληξη του όμως είναι η ίδια: Ο αναγκαστικός όρκος, που επιβάλλει το κράτος, είναι «αναγκαίο κακό, αλλά πάντως κακό, μόλις ανεκτό».

Κανόνας λοιπόν η απαγόρευση του όρκου, αλλά τι κανόνας. Ευαγγελικός, αυστηρός θεσπισμένος από τον ίδιο το Χριστό (Ματθ. Ε, 34), επαναλαμβανόμενος από τον αδελφόθεο Ιάκωβο στην επιστολή του (Ε΄, 12) και στη συνέχεια από τους Πατέρες της Εκκλησίας και τις Οικουμενικές Συνόδους.

Κανόνας μεν «αναγκαίο κακό» δε. Ανεκτός, αλλά επιτιμώμενος με αποχή από τη Θεία Κοινωνία.

Δικαιούμαι να αναζητώ και τις απόψεις σύγχρονων αγίων. Ας ερευνήσουμε αν έχουν τοποθετηθεί επ'αυτού οι Άγιοι Πορφύριος και Παΐσιος, οι μακαριστοί αρχιμανδρίτες Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος (σπουδαίος κανονολόγος της εποχής μας και αυστηρός τηρητής των Κανόνων) Φιλόθεος Ζερβάκος, Αμφιλόχιος Μακρής και τόσοι άλλοι σύγχρονοι πνευματικοί.

Ας συνοψίσουμε μερικές σκέψεις:

Ο εκούσιος όρκος στην καθημερινή ζωή είναι εντελώς απαγορευμένος. Είναι αμαρτία και πρέπει να αναφέρεται στην εξομολόγηση.

Ο όρκος των δημοσίων υπηρεσιών για το διορισμό υπαλλήλων θεωρείται «αναγκαίο κακό». Αν ο υπάλληλος αρνηθεί να ορκιστεί, δεν ολοκληρώνεται ο διορισμός του και δεν αρχίζει η καταβολή μισθού. Αν επιμείνουμε στην άρνηση, θα στερηθεί το Δημόσιο τις υπηρεσίες των πιστών χριστιανών.

Ο στρατιώτης αν αρνηθεί να ορκιστεί, θα έχει συνέπειες, που μπορεί να τον οδηγήσουν και στο στρατοδικείο. Ο πτυχιούχος του Πανεπιστημίου; Δε γνωρίζω ποιες συνέπειες θα έχει η άρνηση ορκωμοσίας. Ίσως να μην του χορηγήσουν το πτυχίο.

Η άρνηση του όρκου στα δικαστήρια; Εδώ το θέμα έχει πολλές πτυχές.

Το 1971 ο κ. Απόστολος Βλάχος, νεαρός πρωτοδίκης τότε, είχε αρθρογρα­φήσει στο περιοδικό ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ (ΙΘ' 540, 1530, Κ', 1117), υποστηρίζοντας την απόλυτη απαγόρευση του όρκου με νόμο. Προέβαλε πολλά και σωστά επιχει­ρήματα αναφέροντας και παραδείγματα ανθρώπων, που αρνήθηκαν να ορκιστούν και δεν τιμωρήθηκαν. Κάνει νύξη και για την «κατ’οικονομίαν» παραδοχή του όρκου από την Εκκλησία, αλλ’επιμένει στην εφαρμογή της ακρίβειας.

Αρκετοί ορθόδοξοι Χριστιανοί επικαλούνται την εντολή του Χριστού και καταθέτουν, χωρίς όρκο, στα ποινικά δικαστήρια.

Στα πολιτικά δικαστήρια έχουμε μία αλλαγή του νόμου, ως προς τον όρκο, η οποία ισχύει από την 1-1-2002 (άρθρο 14 παρ.7 του ν. 2193/2001). Σύμφωνα με αυτήν (νέα άρθρα 385, 408, 409 του Κ.Πολ.Δικ.) ο μάρτυρας και ο πραγματο­γνώμονας ερωτώνται αν θέλουν να δώσουν θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο.

Ο τύπος του πολιτικού όρκου είναι «Δηλώνω στην τιμή και στη συνείδηση μου πως θα πω όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, χωρίς να προσθέσω ούτε να αποκρύψω τίποτε».

Για τα Δημόσια Πρόσωπα: Άλλοι ορκίζονται προς το θεαθήναι και άλλοι για να μη δυσαρεστήσουν θρησκευόμενους ψηφοφόρους. Όσοι αποφεύγουν το θρησκευτικό όρκο κινούνται από μη θρησκευτικά κριτήρια, είναι πιο συνεπείς στα πιστεύω τους και αντικειμενικά εφαρμόζουν την ευαγγελική απαγόρευση, έστω και αν δεν την πιστεύουν ή αγνοούν την ύπαρξη της.

Τελικά συμπεράσματα:

–                    Να συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε όρκος είναι από θρησκευτικής πλευράς αμαρτία.

–             Να θεωρήσουμε τον αναγκαστικό όρκο ως «αναγκαίο κακό» που όμως εξανα­γκάζει τη συνείδηση μας.

–             Να μην ορκιστούμε ποτέ στις καθημερινές συζητήσεις μας

–             Αν βρεθούμε, ως μάρτυρες ή πραγματογνώμονες, σε πολιτικό δικαστήριο να επιλέξουμε τον πολιτικό όρκο. Συνάμα να ενημερώσουμε τους δικαστές για τη νέα τροποποίηση.

–             Αν βρεθούμε σε ποινικό δικαστήριο ως μάρτυρες ή πραγματογνώμονες ή ένορκοι να επικαλεστούμε την απαγόρευση του όρκου από τη θρησκεία μας και στη συνέχεια να δηλώσουμε ότι θα πούμε· την αλήθεια, επικαλούμενοι την τιμή και τη συνείδηση μας.

–             Να συμβουλευόμαστε τον πνευματικό μας πριν από κάθε περίπτωση δόσεως όρκου, και αν ορκιστούμε να ακολουθήσει εξομολόγηση.

–             Να μην κατακρίνουμε όσους αρνούνται να ορκιστούν στο Ευαγγέλιο, γιατί ενεργούν σωστά, έστω και από διαφορετικά κίνητρα κινούμενοι.

–             Να ζητήσουμε από τους ταγούς της Εκκλησίας μας να ασχοληθούν σοβαρά με το ζήτημα του όρκου και να καθοδηγήσουν τον πιστό λαό σε πρακτικές, που είναι σύμφωνες με το Ευαγγέλιο.»

 

Τελειώνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω την κ. Πόπη Χαλκιά-Στεφάνου που με «παρέσυρε»(!) σ’αυτή τη θαυμάσια διάλεξη του κ. Λαφαζάνου, ο οποίος είχε την καλοσύνη να μου δώσει το κείμενό του, και όσους και όσες συνέβαλαν και μας περιποιήθηκαν, υπερβολικά θα έλεγα, και περάσαμε 1-2 ευχάριστες και εποικοδομητικές ώρες! Φαντάζομαι δε, ότι η ψυχή του Πατρός Δημ. Τζούμα θα ευφραίνετο βλέποντας ότι «ο σπόρος που έσπειρε» με τη δημιουργία αυτού του θαυμάσιου Σωματείου ρίζωσε και αποδίδει καρπούς.

Βέβαια, ομολογώ ότι είμαι ακόμα μπερδεμένος και παραφράζοντας το γνωστό «να ζει κανείς ή να μη ζει;», διερωτώμαι: «Να ορκίζεται κανείς ή να μην ορκίζεται»;

Αδέλφια ΑΓΑΠΑΤΕ ΑΛΛΗΛΟΥΣ.

Δείτε επίσης