Πολιτισμός

25/1/16 15:35

τελ. ενημ.: 25/1/16 15:36

Ευγενία Καλαγκιά -Μουρατίδου «Ο άνθρωπος δεν έχει μέλλον αν λησμονήσει το παρελθόν του»

Γεννημένη στην Λαγκάδα της Χίου ζει μόνιμα από τα 18 της χρόνια στην πρωτεύουσα με την σκέψη της όμως να ταξιδεύει συνέχεια στο πολυαγαπημένο χωριό, την Λαγκάδα.

Η Ευγενία Καλαγκιά Μουρατίδου πρωτοσυστήνεται  στο αναγνωστικό κοινό το 2012 με την έκδοση του πρώτου της λαογραφικού βιβλίου με τίτλο «Γλωσσάριο της Λαγκαδούσικης Ντοπιολαλιάς» και τρία χρόνια αργότερα ακολουθεί το δεύτερο βιβλίο της (Ταπεινών Εδέσματα, Γλυκόπικρες Γεύσεις Ζωής από την Λαγκάδα της Κατοχικής Χίου) με θέμα τον τρόπο ζωής των ανθρώπων στην Λαγκάδα του 1912, τα ήθη και έθιμα της κοινωνίας της εποχής  αλλά και τις «ταπεινές» γεύσεις που πρωταγωνιστούσαν στο λαγκαδούσικο τραπέζι. Μάλιστα οι συνταγές που  εμπεριέχονται στο βιβλίο είναι αυτούσιες όπως ακριβώς τις περιέγραψαν οι γυναίκες της Λαγκάδας.

Το βιβλίο «Ταπεινών Εδέσματα  Γλυκόπικρες γεύσεις ζωής από τη Λαγκάδα της Κατοχικής Χίου», είναι αφιερωμένο στην μνήμη της μητέρας της συγγραφέως(Μαρίας Καλαγκιά) και μετά τις δύο πρώτες επιτυχημένες παρουσιάσεις σε Λαγκάδα και Συκιάδα ακολουθεί και τρίτη παρουσίαση στην πρωτεύουσα και στο Αετοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο Χαλανδρίου, την Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου στις 18:30.

Συνέντευξη: Γρηγορία Μαχαλιά

Ερωτ: Πότε ξεκινάει η ενασχόλησή σας με την συγγραφή βιβλίων;

Απ. : Το 2012 κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο με τίτλο ΓΛΩΣΣΑΡΙΟΝ ΤΗΣ ΛΑΓΚΑΔΟΥΣΙΚΗΣ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑΣ.

Ερωτ: Γιατί επιλέγεται και στα δυο σας βιβλία να έχετε ως επίκεντρο σας την Λαγκάδα;

 Απ.: Γιατί η Λαγκάδα είναι ο τόπος που γεννήθηκα, μεγάλωσα, έμαθα τα πρώτα γράμματα, έπαιξα, γέλασα, έκλαψα.

Είναι οι ρίζες μου και θεωρώ ότι ο άνθρωπος δεν έχει μέλλον αν λησμονήσει το παρελθόν του. Αυτές είναι οι ρίζες και είναι στη Λαγκάδα. Είναι ο τόπος που γεννήθηκαν οι γονείς και οι πρόγονοί μου.

Ερωτ: Πόσος χρόνος απαιτείται για να γράψετε ένα βιβλίο;

Απ.: Δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα όταν το υλικό, δηλαδή ο άνθρωπος, είναι δίπλα σου, μπροστά σου, τον βλέπεις και του μιλάς καθημερινά. Κι εγώ δεν σταματώ να μαζεύω πληροφορίες για τα πάντα, όσα δηλαδή χαρακτηρίζονται «Λαογραφικά». Για παράδειγμα η συγκέντρωση των λέξεων για το ΓΛΩΣΣΑΡΙ υπήρξε για μένα η κλωστή που με κρατούσε δεμένη με το γενέθλιο τόπο μου τη Λαγκάδα από το 1969 που την εγκαταλείψαμε για ένα καλύτερο μέλλον στην Αθήνα.

Εφ’ όσον υπάρχει το υλικό, εκείνο που λείπει είναι τα οικονομικά για να φθάσεις στην έκδοση βιβλίου, και πιστέψτε με είναι πολλά, μεγάλη δαπάνη, όταν δεν έχεις χρηματοδότηση.

Ερωτ: Στο πρώτο σας βιβλίο ασχολείστε με την «γλώσσα-ντοπιολαλιά» των Λαγκαδούσων. Στο δεύτερο με τις λαγκαδούσικες γεύσεις. Θα ακολουθήσει και τρίτο βιβλίο για την Λαγκάδα;

 Απ.: Σίγουρα θα ακολουθήσει εάν βρεθούν οι πόροι. Ήδη έχω ένα έτοιμο για έκδοση, και ένα ακόμα που γράφεται. Επίσης συνεχίζω να συλλέγω λέξεις και φράσεις και από άλλα χωριά της Χίου με στόχο ένα πληρέστερο ΓΛΩΣΣΑΡΙ.

Όσον αφορά το δεύτερο βιβλίο «ΤΑΠΕΙΝΩΝ ΕΔΕΣΜΑΤΑ» θα σας έλεγα ότι δεν είναι ΜΟΝΟ ένα βιβλίο με γεύσεις.

Μιλά για τον τρόπο ζωής των ανθρώπων από το 1912 που απελευθερώθηκε το νησί μας από τους Τούρκους, έως το 1945 που είναι το τέλος του πολέμου και της Γερμανικής Κατοχής.

Καταγράφονται οι ανθρώπινες σχέσεις, συγγενικές & φιλικές, συμπεριφορές, ενδυμασία, ήθη, έθιμα, παραδόσεις, ιστορικά στοιχεία για την παρουσία των Γερμανών στο χωριό.

Επίσης υπάρχουν ανέκδοτα ποιήματα του Φώτη Αγγουλέ καθώς και Κάλαντα Πρωτοχρονιάς που πιθανολογούν ότι τα έγραψε ο ίδιος. Δεν λείπουν και οι αυτοσχέδιες Ρίμες των Λαγκαδούσων που μιλούν για τον πόλεμο και την πείνα.

Στο βιβλίο γίνεται αναφορά για θανάτους εξαιτίας της πείνας, κάτι που έχει αναφερθεί μόνο για τα μεγάλα αστικά κέντρα. Επίσης μιλά  για τα καραβάνια των πεινασμένων προς τα χωριά του νησιού με αγροτική παραγωγή.

Οι αναγνώστες γίνονται κοινωνοί του αγώνα επιβίωσης των συγχωριανών μου. Κυρίως όμως μαθαίνουν για τη ζωή τριών ορφανών παιδιών το μεγαλύτερο σχεδόν  δώδεκα ετών και το μικρότερο τεσσάρων, το πώς ενώ βρέθηκαν στη δύνη του πολέμου και αντιμετώπισαν το φάσμα της πείνας, δεν παρασύρθηκαν αλλά βγήκαν νικητές, δίνοντάς μας ένα τρανό παράδειγμα δύναμης και θάρρους.

Στα πρόσωπα των τριών παιδιών αντικατοπτρίζεται ο αγώνας όλων των Ελλήνων εκείνης της εποχής, που αν και μικρός λαός, φτωχός και πεινασμένος, δεν έχασε το θάρρος και την πίστη στη δύναμη και στα ιδανικά του, πάλεψε τον ισχυρό, στάθηκε απέναντί του με παλληκαριά και νίκησε! Είμαι υπερήφανη γιατί το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά ήταν η μητέρα μου!

Φυσικά γίνεται μνεία στη μάστιγα εκείνης της εποχής τους μαυραγορίτες, και στο φευγιό των ανθρώπων στη Μέση Ανατολή την προσφυγιά και τα βάσανα των προσφύγων. Επίσης για τα στρατόπεδα εγκλεισμού των διαφωνούντων στρατιωτών με τους χειρισμούς της τότε Ελληνικής κυβέρνησης και των συμμάχων, τα γνωστά ΣΥΡΜΑΤΑ.

Τα ταπεινά εδέσματα και τα απλοϊκά γλυκά, έρχονται στο τέλος κάθε ιστορίας να επιβεβαιώσουν το λιτό τρόπο ζωής των ηρώων σε κάθε χρονική περίοδο και δεν λείπουν ούτε και κατά την διάρκεια του πολέμου έστω κι αν είναι τηγανίτες από σκουπόσπορο.

Ερωτ: Το βιβλίο «ΤΑΠΕΙΝΩΝ ΕΔΕΣΜΑΤΑ» έχει ήδη παρουσιαστεί δύο φορές με μεγάλη επιτυχία στην Αθήνα. Τον Φεβρουάριο ακολουθεί και τρίτη παρουσίαση;

Απ. Οι δύο παρουσιάσεις έγιναν το καλοκαίρι στη Χίο. Η πρώτη στη Λαγκάδα και η δεύτερη στη Συκιάδα, που είναι η γενέτειρα του παππού από τη μητέρα μου.

Κοντά στη γιαγιά τους στη Συκιάδα, έζησαν τα τρία ορφανά παιδιά – ήρωες στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου – τα τελευταία χρόνια της Μεταξικής περιόδου μέχρι την κήρυξη του πολέμου του 1940. Γι αυτό και ένα μεγάλο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στα χρόνια που έζησαν στο χωριό αυτό με τη γιαγιά.

Δοθείσης της ευκαιρίας θέλω να σας πω ότι δεν έχω φωτογραφικό υλικό από την παρουσίαση της Συκιάδας και είναι κάτι που με στεναχωρεί όταν το σκέφτομαι. Αλλά τι να κάνουμε; συμβαίνουν κι αυτά!

Η τρίτη παρουσίαση θα γίνει στην Αθήνα στο Χαλάνδρι όπου ζω από το 1969 και είμαι πολύ χαρούμενη γι αυτό.

Ερωτ: Ποια η ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού από τα βιβλία σας; 

 Απ. Θεωρώ ότι το βιβλίο αγαπήθηκε όχι μόνο από Λαγκαδούσους και Συκιαδιώτες που είναι γνώστες ηθών & εθίμων, του τόπου & της ιστορίας του καθώς επίσης και των γεύσεων- αφού και οι νεώτεροι έχουν σχετικά ακούσματα – αλλά αγαπήθηκε και από κοινό που δεν φανταζόμουνα δίχως γνώση του τόπου που διαδραματίζονται όλα αυτά, αν κρίνω από τα σχόλια και τα μηνύματα που λαμβάνω

Σ’ αυτό πιστεύω ότι συνέβαλλε η προσέγγιση του επιμελητή μου Γιάννη Χ. Μουρατίδη ο οποίος αγκάλιασε το βιβλίο και επέκτεινε τις δυνατότητες που έκρυβε μέσα του ώστε να το αγκαλιάσει ένα ευρύτερο αναγνωστικό 

Δείτε επίσης