Απόψεις

3/6/13 16:01

τελ. ενημ.: 3/6/13 16:01

Οι προεκτάσεις του αντιρατσιστικού

Το θέμα που ανέκυψε με τη διαφωνία των κομμάτων της συγκυβέρνησης για το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, με τη σύμπλευση του ΠΑΣΟΚ με τη ΔΗΜΑΡ και τη διαφοροποίηση της ΝΔ,  δεν μπορεί να περιορισθεί μόνο στη σπουδαιότητα του συγκεκριμένου νομοσχέδιου, αλλά έχει να κάνει κυρίως με μια δομικού χαρακτήρα δυσλειτουργία της κυβέρνησης που αναδείχθηκε με αφορμή το αντιρατσιστικό.

Ας προσπεράσουμε το ουσιαστικό περιεχόμενο του νομοσχεδίου και της διαφωνίας των κομμάτων και ας σταθούμε στο γεγονός ότι κατατίθεται από έναν υπουργό ένα νομοσχέδιο στην γραμματεία της κυβέρνησης, αφού έχει προηγηθεί όλη η διαδικασία της νομοπαρασκευαστικής επεξεργασίας και στη συνέχεια δημιουργείται ζήτημα ως προς την τελική αποδοχή του από όλα τα κόμματα της συγκυβέρνησης. Εδώ μόνο δύο πράγματα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί:  ή ο υπουργός προχώρησε σε νομοθετική πρωτοβουλία χωρίς επαρκή συνεννόηση με την κυβέρνηση και χωρίς την διασφάλιση της συναίνεσης όλων των κομμάτων που την συγκροτούν ως προς το σύνολο των προτεινόμενων ρυθμίσεων ή υπήρξε πράγματι αυτή η συνεννόηση και συμφωνία, αλλά στην πορεία η κυβέρνηση ή κάποιο από τα κόμματα που τη στηρίζουν, άλλαξε ρότα, υπό το φόβο αντιδράσεων ή πολιτικού κόστους.

Ο,ποιο και από τα δύο να έχει συμβεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί  μείζον ζήτημα. Πόσο μάλλον που το νομοσχέδιο θα εισαχθεί τελικά στη βουλή, οπότε ή θα ψηφισθεί ή θα καταψηφισθεί. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να καταγραφεί ως επιτυχία των δύο κομμάτων που το υπερασπίστηκαν και ως ήττα του μεγαλύτερου κόμματος της συγκυβέρνησης, στη δεύτερη περίπτωση θα καταγραφεί το αντίστροφο. Και στις δύο περιπτώσεις, η διαδικασία της συζήτησης και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, θα πλήξει εκ των πραγμάτων, την εικόνα της κυβέρνησης. Μέχρι τώρα η κυβερνητική πολιτική ξαδιπλώνονταν υπό καθεστώς ανάγκης και το κύριο μέρος της δραστηριότητάς της και των νομοθετικών πρωτοβουλιων είχε να κάνει με τη διασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και την υλοποίηση των δεσμεύσεων της χώρας προς τους δανειστές. Καθώς απομακρυνόμαστε από τον κίνδυνο χρεοκοπίας και εξόδου από το ευρώ και αρχίζει σιγά-σιγά η παραγωγή ουσιαστικής πολιτικής είτε για τα  θεσμικά ζητήματα είτε για την προώθηση των κοινωνικών ή αναπτυξιακών πολιτικών, είναι λογικό  να αυξάνεται η πιθανότητα κυβερνητικής διαφωνίας ή και ρήξης. Το κρίσιμο είναι στα «επικίνδυνα» θέματα να υπάρχει η αντίστοιχη προδικασία και συνεννόηση με στάθμιση όλων των δεδομένων, ώστε αν δεν επιτυγχάνεται η απαιτούμενη τρικομματική συναίνεση, να μην εξαγγέλλονται ως κυβερνητικές πρωτοβουλίες και πολύ περισσότερο, να μην εισάγονται στη βουλή ως νομοσχέδια. Είναι ίσως προτιμότερο να μην υπάρξει νομοθετική παρέμβαση για ένα θέμα στο οποίο δεν υπάρχει σύμπνοια, από το να γίνεται η εξαγγελία της, να κατατίθεται νομοσχέδιο και στη συνέχεια να αποσύρεται ή να καταψηφίζεται.

Εκτός βέβαια και αν υπάρχει η αντίληψη ότι μέσα από την καταγραφή της διαφωνίας και των διαφορετικών απόψεων θα επιτευχθεί η διαφύλαξη της κομματικής οντότητας κάθε κυβερνητικού εταίρου, με στόχο να αποφευχθεί η φθορά από τη διακυβέρνηση ή να ευνοηθεί εκλογικά. Αυτό όμως, πέρα από το γεγονός ότι είναι αμφίβολο για το αν θα συμβεί, εμπεριέχει και τον κίνδυνο να τρωθεί σταδιακά η σοβαρότητα του κυβερνητικού σχήματος και σε κάθε περίπτωση, να αναλώνεται η κυβέρνηση και τα κόμματα που την συγκροτούν σε συζητήσεις και παραπολιτικές που αποβαίνουν σε βάρος της ουσίας και οδηγούν σε απώλεια χρόνου και προσανατολισμού.

Το ενδεχόμενο αυτό, είναι η ηπιότερη εξέλιξη που μπορεί να υπάρξει, γιατί αν στο εξής προκύπτουν συχνά τέτοιες δυσλειτουργίας, δεν αποκλείεται να δοκιμασθεί εν τέλει και η βιωσιμότητα του κυβερνητικού σχήματος και αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, δεν υπάρχει η αίσθηση ότι κάποιο από τα κόμματα που συγκυβερνούν επιθυμεί κάτι τέτοιο.

Σχόλια άρθρου: 0
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση