Άποψη

19/2/19 6:20

τελ. ενημ.: 18/2/19 22:42

Και το παιχνίδι των παιδιών; Στην Κόλαση κι αυτό;

Οι αλάνες περιφράχτηκαν προς  οικοδομική αξιοποίηση, οι πλατείες καταλήφθηκαν από τραπεζοκαθίσματα για επιχειρηματική αξιοποίηση. Οι δρόμοι, πολυσύχναστοι και μη, δέχονται μόνο αυτοκίνητα και τα πεζοδρόμια, όπου υπάρχουν,  δέχονται ελάχιστους πεζούς, αν δεν έχουν καταληφθεί από ακαθαρσίες,  από εμπορεύματα,  ακόμα και γλάστρες παραπλήσιων καταστημάτων. Οι παιδικές χαρές χάσκουν ξεχαρβαλωμένες αναμένοντας αντικατάσταση με άλλες «ευρωπαϊκών προδιαγραφών ασφαλείας» -τρομάρα μας- λες  και δεν μπορούσαμε εμείς να  κρίνουμε, επισκευάζοντάς τες, τι είναι ασφαλές τι όχι. Η χλόη, όπου  κι εάν υπάρχει, στα πάρκα είναι για να την καμαρώνουν εξ αποστάσεως και όχι για ψυχαγωγία.

Και το παιχνίδι των παιδιών πού πήγε; Εδώ  παιχνίδι, εκεί παιχνίδι, πουθενά  παιχνίδι, αφού με  όλους τους παραπάνω  λόγους συν το γεγονός ότι αρκετοί δεν ανέχονται πια τις παιδικές φωνές και τα παιχνίδια τους. Καταφέραμε να βγάλουμε από τη ζωή των παιδιών και εγγονιών μας το παιχνίδι, θεωρώντας το «ενοχλητικό»!!! Δε χωράει πια το παιχνίδι και οι παιδικές φωνές στους φυσικούς του χώρους, αφού αυτοί μετατράπηκαν σε πεδία επιχειρηματικής δράσης, σε σιωπηλούς διάδρομους της άξεστης μοναξιάς μας, αφοδευτήρια ζωντανώνκάθε λογής αναίσθητων αφεντικών.

Το παιχνίδι περιορίστηκε στα μπαλκόνια των σπιτιών, στα σαλόνια, στα «κλουβιά» των ιδιωτικών παιδότοπων με αποδιωγμένη την παιδική φαντασία, επαναλαμβάνοντας σαν φυλακισμένα πουλάκια τις  ίδιες κινήσεις στον ίδιο χώρο, μέχρι μπουχτίσματος. Έτσι το ρόλο δημιουργικού  παιχνιδιού, αφού  οι φυσικοί χώροι εξέλειψαν, αναλαμβάνουν οι παιχνιδοκονσόλες, τα «έξυπνα» τηλέφωνα (smartphones), οι υπολογιστέςμε ασύλληπτες παιχνιδοδυνατότητες, που μετατρέπουν το ψεύτικο σε αληθινό και το παιδί σε ρομπότ.

Από τη μια οι γονείς που, όταν φέρνουν στον κόσμο ένα παιδί, δίνουν και παθαίνουν να μιλήσει και από την άλλη,όταν αρχίσει να μιλά, θέλουν να σταματήσει για να πάρει το λόγο η τηλεόραση. Από τη μια οι φυσικοί χώροι παιχνιδιού που χάνονται, αφού εκεί το παιδί «ενοχλεί», από την άλλη η μορφή του παιχνιδιού που έχουν ξεχάσει οι μεγάλοι και θέλουν να ξεχάσει και το παιδί. Να τι μετατρέπει το παιχνίδι σε μια μοναχική φρικτή επικοινωνία με ένα άψυχο ψηφιακό εργαλείο.

Ο αλαζονικός κόσμος των μεγάλων, τα  οικονομικά συμφέροντα εκείνων που έχουν σαν αρχή τους πως τα πάντα αγοράζονται και πουλιούνται κι εκείνοι που χωρίς περισσή σκέψη τους ανέχονται, δημιούργησαν τον «καινούργιο κόσμο», ένα  κόσμο με αδιέξοδα, απαγορεύσεις, έναν κόσμο που ο ήχος του χρήματος προκαλεί δέος και συγκίνηση, αλλά όχι και η παιδική φωνή. Είπαμε, αυτή ενοχλεί.

Τι θα ‘χουν στ’ αλήθεια να θυμούνται τούτα τα παιδιά; Τη «γυάλα» που τα  κλείσαμε για να  μη μας ενοχλούν; Τη θλίψη, που τους δημιουργήσαμε βάζοντάς τα να βαδίσουν σ’ ένα δρόμο χωρίς τέλος;Το έγκλημα, που τα προετοιμάσαμε να δέχονται αδιαμαρτύρητα τα παράλογα του εκάστοτε δυνάστη;

Αν κάποιοι νομίζουν ότι όλα τούτα γίνονται για το καλό τους και όχι για το καλό όσων έχουν μετατρέψει τον κόσμο σε φυλακή,μέσα στην οποία ετοιμάζουν τα μελλοντικά εργατικά χέρια που θα αυγατίσουν τα κέρδη τους, τότε ας ακούσουν τι εντυπώθηκε στο μυαλό του γράφοντος, που χόρτασε παιχνίδι και φύση και που σήμερα, με άσπρα τα μαλλιά, με περηφάνια έχει προμετωπίδα του τρόπου ζωής τουτους στίχους τουMayakovsky:«…εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου/ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας». Μιας ευγένειας ψεύτικης, μιας σοφίας φαινομενικής και τζούφιας.

Πώς να ξεχάσω  μια παιδική ηλικία με τις φωνές από ένα λεφούσι μπόμπιρες, που ξάφνιαζε ακόμα  και τα σπουργίτια πάνω στα κυπαρίσσια;

Πώς να ξεχάσω την πρώτη μπάλα στην αλάνα φτιαγμένη από κουτί εβαπορέ, στρογγυλεμένη από τις κλωτσιές μας και τα παπούτσια να έχουν τρυπήσει από δαύτην;

Πώς να ξεχάσω τα τρύπια παντελόνια από τις αυτοσχέδιες τσουλήθρες στο χώμα των χωραφιών;

Πώς να ξεχάσω το παιχνίδι στα φλισκουνοχώραφα, με τα παπούτσια λούτσα στο νερό και τη μυρουδιά του φλισκουνιού ανεξίτηλη στη μύτη μου;

Πώς να ξεχάσω τα φράγματα που φτιάχναμε με λάσπη στα ρυάκια και τα παπουδιασμένα απ’ τα νερά χέρια μου;

Πώς να ξεχάσω τα παραδοσιακά παιχνίδια στη μέση του δρόμου ή στην πλατεία, όπου κανείς δεν ενοχλούνταν, μα αντιθέτως ήθελαν να παίξουν μαζί μας τότε  και οι μεγάλοι;

Πώς να ξεχάσω τις κύλες και τα καρύδια που παίζαμε στο υγρό χώμα, με γόνατα μουσκεμένα και παντελόνια φαγωμένα απ’ το γονάτισμα;

Πώς  να ξεχάσω το τηγάνισμα μιας μπάλας που από αστοχία βρέθηκε στη φουφού, μαζί με τα ψάρια της κυρα-Μαρκέλλας;

Πώς  να ξεχάσω τις βραχοδρομίες ή τις βοτσαλοδρομίες στις παραλίες με τα  πόδια ξυπόλυτα; Πώς να ξεχάσω όταν γύριζα στο σπίτι με ένα παπούτσι, όταν το άλλο ήταν χαμένο κάπου σε μια αλάνα;

Πώς να ξεχάσω τη μυγδαλιά της πλατείας, όταν σκαρφαλωμένος πάνω της, βρέθηκα να  κρέμομαι ανάποδα, σφηνιαγμένος από μια διχάλα της;

Πώς  να ξεχάσω το «Γέρο», μεταφορέα με το κάρο του, που ανέβαζε πάνω όλο το παιδομάνι, όταν γύριζε από τη δουλειά, για να το ευχαριστήσει;

Πώς να ξεχάσω  μετά απ’ όλα τούτα ότι το παιδικό παιχνίδι όχι μόνο δεν ήταν ενόχληση για τους φτωχούς μεροκαματιάρηδες κι απόμαχους γέροντες εκείνης της εποχής, αλλά μια σπίθα ζωής; Μια τζούρα προσμονής και κουράγιου για την κατάκτηση ενός χαρούμενου και πιο δίκαιου κόσμου μέσα στην αδικία που πάντα τσαλαπατούσε και πάντα μάστιζε τους κολασμένους της γης; Αλλάξανε τα πράγματα; Δεν νομίζω. Ίσως  και οι προθέσεις όσων (όχι όλων) ενοχλούνται από τη λαχτάρα των παιδιών για ζωή, να μην είναι κακές. Παρόλα αυτά ας θυμηθούμε τη φράση του Δάντη:«ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις», για να καταλάβουμε πού είναι το λάθος και πού μπορεί να οδηγήσει τον κόσμο μας.-

Σχόλια άρθρου: 0
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
300x250
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση