Απόψεις

27/2/13 11:11

τελ. ενημ.: 27/2/13 11:11

Η ανάγκη της θεατρικής φωνής

Τούτο το έργο εμπεριέχει, κύρια, τρεις αρετές:

Η πρώτη αφορά στο  διαχρονικό και πάντα επίκαιρο «εθνικό συγγραφέα της ελληνικής κωμωδίας», Αλέκο Σακελλάριο. Ό,τι και να πεις για τούτο τον πολυσχιδή ογκόλιθο του πνεύματος και της τέχνης, περιττεύει  στο κοινότοπο: «το λιοντάρι είναι λιοντάρι». Τίποτε άλλο. Τόσο απλά, όσο απλή και η αλήθεια. Το «Σύντροφε Μεγαλειότατε»  είναι ένα από τα δυο άπαιχτα έργα του, σε διασκευή Γιάννη Ζαφείρη, που με υπερηφάνεια  παρουσιάζει το ΔηΠεΘε, στα πλαίσια  100 χρόνων απ’ τη γέννησή του. Πρόκειται για κωμωδία χαρακτήρων, που σατιρίζει και στιγματίζει τα πολιτικά ήθη και απαυγάζει την παθογένεια του  συστήματος (διαπλοκή, διαφθορά, εκφυλισμός, ξεπεσμός του πολιτικού προσωπικού κλπ.).

Η δεύτερη οφείλεται στη σκηνοθεσία-διασκευή  του έργου απ’ τον πολυτάλαντο Καλλιτεχνικό Διευθυντή του ΔηΠεΘε, Γιάννη Ζαφείρη. Τούτο το «αμφιλεγόμενο παιδί» – κατά τους απρόσκλητους καλοθελητές της ασύστολης προπαγάνδας, του εξυπνακισμού και του εκμηδενισμού – δεν άργησε να δώσει στέρεα δείγματα γραφής, με πολλούς αποδέκτες. Άνθρωπος με αρχές, τάλαντο, ευπρέπεια, ήθος, σεμνότητα, ευπροσηγορία, πολιτισμό, αλλά και κουλτούρα και πολυσήμαντη παιδεία, δεν άργησε να βάλει τα  «πράγματα» στη θέση τους και να αποδώσει «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Προσωπικά τον «πρόσεξα» σε κάποιες, μέσω των ΜΜΕ, «αναφορές» του στις ποικιλώνυμες  εξουσίες κι ανέγνωσα μέσα απ’ αυτές πως – πέραν των  άλλων ρόλων – γνωρίζει  να παίζει καλά κι αυτόν του πνευματικού ανθρώπου, που αξιωματικά παραμένει αγέρωχος κι ενάντιος σε κάθε εξουσία. Κακή, για να τη διορθώσει, καλή, για να την  καλυτερεύσει.

 Συνάμα ήλθε και η πράξη: σκηνοθεσίες, διασκευές, ποίηση, σκηνογραφία, φωτισμοί, απαγγελίες στιγματίζουν το Γιάννη. Η οικονομία, όμως, της στήλης δεν  επιτρέπει  πλατειασμούς κι  απαριθμήσεις. Τελειώνοντας, θέλω να τονίσω πως τούτος ο καλλιτέχνης είναι ο εαυτός του. Είναι αληθινός. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η αλήθεια γίνεται επαναστατική πράξη σε τούτους τους δίσεκτους καιρούς της καθολικής εξαπάτησης. Τέτοιος υπήρξε και στην παρούσα πολιτική σάτιρα χαρακτήρων του αειγενούς Αλέκου Σακελλάριου, καθώς και στη συμβατή με την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα  διασκευή της και το σχετικό με  «βίο και πολιτεία» του καλλιτέχνη φιλμάκι που επιμελήθηκε.       

 Η τρίτη πιστώνεται στους ηθοποιούς, με πρωθιερείς: τον Πέτρο Ξεκούκη (Μεγαλειότατος) και  Γιώργο Ματαράγκα (Πρωθυπουργός). Και οι δυο, εγνωσμένης καλλιτεχνικής αξίας,  στάθηκαν επάξια στο ύψος και απαιτήσεις του ρόλου τους ταξιδεύοντας  και  ξαφνιάζοντας, ποικιλότροπα, στις ρύμες  του ένοχου  συστήματος.

 Ο Πέτρος Ξεκούκης με  κατέπληξε, πρόσφατα, δύο φορές: η πρώτη στο συγκλονιστικό μονόλογο: «Η ζωή μου στο Δρομοκαΐτειο», του Ρώμου Φιλύρα και η δεύτερη σε τούτο το έργο. Καλλιτέχνης πολυποίκιλτης ερμηνευτικής γκάμας, οιακίζει ράμνες των μεγάλων μας κλασικών. Μου θύμισε έντονα τον αείμνηστο Νίκο Σταυρίδη. Δεν έπαιζε – το διευκρινίζουμε – μιμούμενος «Σταυρίδη», αλλά έπαιζε, σαν Πέτρος Ξεκούκης, το Σταυρίδη. Είναι αυτή η αμφίδρομη σχέση που θέλει τα μεγάλα πνεύματα να συναντώνται,  καταυγάζοντας ευλογία. Στο φινάλε του έργου, τούτος ο μεγάλος ηθοποιός επαληθεύει κραυγαλέα την ύπαρξη του λεπτού, εύθραυστου μίτου που οριοθετεί την κωμωδία από την τραγωδία, που μόνο  ένας μεγάλος ηθοποιός μπορεί να τον υπερβεί χωρίς να τον σπάσει. Στην ενάντια περίπτωση δημιουργείται τραγέλαφος. Κι αυτό το γνωρίζει καλά ο Πέτρος.

Ο Γιώργος Ματαράγκας, στον αντίποδα, υπήρξε απόλυτα φυσικός κι απολαυστικός στην ερμηνευτική του προσέγγιση. Δίχως να υιοθετεί στοιχεία γκροτέσκο («γελοιογραφικής» υπερβολής) – παρόλο που το είδος του έργου το επιτρέπει – κατάφερε έντεχνα κι αληθινά να ενσαρκώσει την πονηρία, την πανουργία, καθώς και τις ασύστολες, αναίσχυντες πολιτικές τακτικές που ακολουθούν, συνήθως, οι άνθρωποι των ποικιλώνυμων εξουσιών, ακόμα κι αυτό το ανώτατο πολιτικό προσωπικό.  Η κομψότητα της απόδοσής του, αποτέλεσε το ζύγι, το αντιστάθμισμα απέναντι στον χειμαρρώδη συμπρωταγωνιστή του – Πέτρο Ξεκούκη – προσδίδοντας και συμπληρώνοντας, με ορθό τρόπο, στην κωμωδία κι ένα χαρακτήρα «υπόγειου χιούμορ» ή άλλως στη γλώσσα του θεάτρου: «δεύτερου» ή «από κάτω κειμένου».

 Πειστικοί και οι υπόλοιποι ηθοποιοί. Η Δήμητρα Μασούρα: στον ευανάγνωστο ρόλο της Βασιλομήτορος, η Μαρία Ζαννίκου: στη συμβατή ερωμένη του βασιλιά, ο Γιώργος Παυλιδάκης: στον αριστερό εξουσιολάγνο, ο Σταύρος Σπυράκης: στον υπασπιστή και φασίστα εξουσιομανή κι ο Πέτρος Πέτρου: στο όργανο τάξης κι εξουσίας.

Μεγάλο το εύγε και στους λοιπούς συντελεστές. Ο καθείς εφ’ω ετάχθη.  Στο: Γιώργο Περαντάκο, για την όμορφη μουσική του σύνθεση πάνω στους αιχμηρούς στίχους του Γιάννη Ζαφείρη, καθώς και τη μουσική επένδυση του έργου. Στις: Φωτεινή Παππά, Ζωή Κουτσουλιάνου,  για την «αρμόζουσα» ενδυματολογία   (εκτέλεση Ειρήνη Βαβούλη). Στους: Γιάννη Ζαφείρη, Τάκη Μπελόκα, για τη σωστή, επιβλητική σκηνογραφία, καθώς και στους: Σπύρο Μπαστιάνο, Τάκη Μπελόκα, για την κατασκευή. Στο: Δημήτρη Μπαχά τεχνικό σκηνής-φροντιστήριοΘα κλείσω, εσκεμμένα, με το Γιάννη Ζαφείρη (φωτισμοί),  για να επισημάνω την καθοριστική συμβολή του φωτισμού στο θεατρικό γίγνεσθαι. Είναι κάτι, που φοβάμαι πως αγνοείται από πολλούς.

 Ο πρωτοποριακός, στα καθ’ ημάς, θεσμός των ΔηΠεΘε – με τη σφραγίδα της μεγάλης Μελίνας – υπήρξε ζείδωρη βροχή στα περβόλια  θεάτρου και πολιτισμού.  Κύριο ζητούμενο: Η θεατρική φωνή να κουρταλήσει  πόρτες  επαρχιακές και  κρασπεδικές. Να μιλήσει, να κεντρίσει, να προβληματίσει, να  μηνύσει, να εκστασιάσει, να ψυχαγωγήσει, να κοινωνήσει ανθρώπους που – παραφράζοντας τον ποιητή –  «το σεργιάνι τους στον κόσμο είναι δύο μέτρα γης». Αυτοί, λοιπόν, οι  ξεχασμένοι Έλληνες, έχουν ανάγκη από έργα λιτά, κατανοητά, «ευκολοχώνευτα», που  θα φτεριάσουν την ψυχή  για ένα ταξίδι ανείπωτο, στις γειτονιές του κόσμου, που δεν αξιώθηκαν ή δεν ευτύχησαν  να ταξιδέψουνε ποτές. Η πραγματική τέχνη, άλλωστε, δε βάζει ετικέτες σε μεγάλα ή μικρά έργα, δεν τα διαχωρίζει σε πρώτης και δεύτερης διαλογής, αφού, κύριο στοίχημά της είναι απ’ τα «ράκη» να φτιάχνει μανδύα βασιλικό κι απ’ το μικρό, ασήμαντο «τίποτε», το άπαν. Και τούτο πέτυχαν τα «παιδιά» του ΔηΠεΘε, μαζί και το μεγάλο εύγε μας…

Σχόλια άρθρου: 0
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση