Άποψη

5/2/18 14:14

τελ. ενημ.: 5/2/18 14:14

Ένα βήμα για την Γαλλία, ένα ορόσημο για την ανθρωπότητα.

Το 1762, ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ υπογράφει ως «πολίτης της Γενεύης» το έργο του «Περί του Κοινωνικού Συμβολαίου» ή «Αρχές Πολιτικού Δικαίου».

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο θέτει, για πρώτη φορά στην ιστορία του Δυτικού κόσμου και ίσως παγκόσμια, ζητήματα νομιμοποίησης σχεδόν νέων, ευρύτερων αλλά καθολικών ηθικών αξιωμάτων. Η συμβολή του έχει εξαιρετική σημασία, καθώς αποβλέπει στην αναμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, αποδίδοντας την πηγή της κυριαρχίας στον λαό και της παραμονής της σε αυτόν.

Οι κύριοι όροι νομιμοποίησης και σταθερότητας ενός καθεστώτος περιέχονται στην έννοια «γενική βούληση», την οποία εκφράζει ο λαός ως κυρίαρχο σώμα. Οι αποφάσεις της γενικής βούλησης ισχύουν ως νόμοι, δεδομένου ότι εκφράζουν το γενικό συμφέρον του λαού.

Η συμμετοχή του πολίτη στα κοινά, συνδέει την πράξη με την θεωρία, ασκώντας την ικανότητα του πολίτη να γενικεύει, να κρίνει σύμφωνα με το γενικό συμφέρον. Σύμφωνα με το έργο του Ρουσσώ, εισάγονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του λόγου: Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΥ. Ο νόμος ισχύει επειδή οι πολίτες γνωρίζουν να ξεχωρίζουν το δημόσιο αγαθό από το επιμέρους συμφέρον.

Η τοποθέτηση της κυριαρχίας στα χέρια του λαού, αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη κατοχυρωμένη αρχή δικαίου στην σύγχρονη ιστορία, η οποία μετατοπίζει την εξουσία από κάποιο προσωποκεντρικό αποφασιστικό σύστημα [φεουδαρχία, αυτοκρατορίες, βασιλεία κτλ] πίσω στον πολίτη.

Κατά μία έννοια, η ίδια η σύλληψη του Κοινωνικού Συμβολαίου αποτελεί ένα βήμα συνειδητοποίησης για την ίδια την ανθρωπότητα, η οποία έχοντας πλέον συνείδηση της κοινωνικής φύσης της, δημιουργεί ένα νέο εργαλείο και αποδεσμεύεται μια για πάντα από το ζωώδες στάδιο κυριαρχίας του ανίσχυρου από τον ισχυρό. 

 Η σχέση ατομικού και δημόσιου αγαθού & η συνένωση.

Ενώ προγενέστεροι θεωρητικοί, κυρίως του 17ου αιώνα έθεσαν ως κύριο όρο της πολιτισμικής θέσπισης την αυτοσυντήρηση, ο Ρουσσώ, πάνω απ’ όλα θέτει την ελευθερία, ως προϋπόθεση του δικαίου, και το κοινό αγαθό, που πρέπει να ισχύει ως νόμος. Δεν χρειάζεται μόνο να εξασφαλιστεί η επιβίωση, το κυριότερο είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες επιτυγχάνεται.

Σε κάποιο άλλο έργο του, ο Ρουσσώ διακρίνει την δημόσια ευδαιμονία από την ατομική. Η δημόσια ευδαιμονία δεν συγκροτείται μέσω γενίκευσης των επιμέρους αισθημάτων και δεν μπορεί να κριθεί με βάση υποκειμενικά αισθήματα. Επιπλέον, «όταν κανείς δεν θέλει να είναι ευτυχής, παρά μόνο για τον εαυτό του, δεν υπάρχει ευδαιμονία στο κράτος». Η διάκριση αυτή δεν γίνεται για τη συρρίκνωση της ατομικής ευτυχίας, αλλά για μεθοδολογικούς σκοπούς. Η δημόσια ευδαιμονία είναι πρότερη της ατομικής: η ατομική έχει ως προϋπόθεσή της την δημόσια.

Τέλος, διακρίνει την ευδαιμονία από την ευχαρίστηση, την οποία θεωρεί μόνο μια περαστική ψυχική τροποποίηση. Με αυτήν την διάκριση η ευδαιμονία κερδίζει σταθερότητα και την δυνατότητα να μην βρίσκεται σε διάσταση με το νόμο. 

Κατά το έργο του στοχαστή, παρόλο που το δίκαιο δεν ανάγεται σε συμφέρον, μπορεί να συμφωνήσει με αυτό. Οι αρχές του πολιτικού δικαίου επομένως θα πρέπει να συμφιλιώνουν «όσα επιτρέπει το δίκαιο με ό,τι υπαγορεύει το συμφέρον», και τούτο συνδυάζει την αποτελεσματικότητα με τη νομιμότητα.

Το δίκαιο του ισχυρότερου, η ανισότητα και η ανελευθερία, παρόλο που αποτελούν πραγματικότητα, δεν συνιστούν τους όρους στους οποίους μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια η συνταγματική τάξη μιας πολιτικής κοινωνίας, όπως θα υποστηριχθεί στο Κοινωνικό Συμβόλαιο. Η θεμελιώδης πράξη δια της οποίας συγκροτείται η νομιμοποιημένη πολιτεία δεν αποτελεί έργο της φύσης, αλλά των συμβάσεων. Προκύπτει, λοιπόν, μέσα από την προγενέστερη διαδικασία γεγονότων και πράξεων, ως μεταρρύθμιση ή αναμόρφωσή των συμβάσεων.

 ‘Ας ορίσουμε τους δίκαιους νόμους ενός συμφώνου.’

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο έχει μία πολύ ισχυρή δυναμική, η επίδραση της οποίας φτάνει μέχρι και τις ημέρες μας. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς, ότι τα συντάγματα τα οποία εμείς γνωρίσαμε σαν άνθρωποι βασίζονται στην ίδια ηθική κατεύθυνση την οποία έβαλε σε πρώτο χρόνο το ίδιο το Κοινωνικό Συμβόλαιο.

Η ιδεολογική βάση πάνω στην οποία δημιουργήθηκαν τα συντάγματα είναι αυτή κατά την οποία όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, ότι ο νόμος καθορίζεται από την γενική βούληση και ότι κάθε σύστημα δικαίου έχει επίκεντρο τον άνθρωπο και την αρμονική συνύπαρξη όλων των ανθρώπων των εκάστοτε κοινωνιών. Η διαμόρφωση και η θέσπιση των συνταγματικών νόμων βρίσκονται σε μία διαρκή αλληλεπίδραση με το Κοινωνικό Συμβόλαιο.

Με τον ίδιο τρόπο, που ο σχηματισμός της πρώτης μορφής ενός γονάτου σήμανε την υπέρβαση και την τελειοποίηση της γλυπτικής, από την αιγυπτιακή στην ελληνική τέχνη, έτσι και το Κοινωνικό Συμβόλαιο σημάνει την έναρξη από την κοινωνία της απλής συνύπαρξης στην κοινωνία της ώριμης συνύπαρξης. Δηλαδή, στο μοντέλο εκείνο, όπου δεν μας ενδιαφέρει απλά να υπάρχουμε κάπως μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, αλλά να υπάρχουμε σε κατάσταση σεβασμού και ισότητας με τον Άλλον.

Ο Ρουσσώ είτε συνειδητά είτε ερήμην του εμπνεύστηκε και διατύπωσε ένα δημιουργικό έργο, με τον ίδιο τρόπο που ο Νεύτωνας ανακάλυψε και διατύπωσε την έννοια της βαρύτητας. Μετά από κάθε τέτοιο έργο η ανθρωπότητα οδεύει προς τα εμπρός, έτσι ώστε να φτάνουμε κάθε φορά στην γέννηση ενός νέου ανθρώπου, πίσω από τον οποίο υπάρχει κεκτημένη γνώση και εφαρμοσμένο αξιακό σύστημα.

Κάθε έργο είναι αντιπροσωπευτικό της κοινωνίας μέσα στην οποία γεννιέται. Πώς θα μπορούσε να υπάρξει μία γιγάντια, άκαμπτη και σκληρή πυραμίδα, χωρίς μία σκληρή κι άκαμπτη ιεραρχική δυναστεία; Πώς θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας γεωμετρικός, κομψός Παρθενώνας χωρίς μία κοινωνία επιστήμων και τεχνών; Πώς θα γεννιόνταν περίτεχνοι, μπαροκικοί, εκθαμβωτικοί ναοί, που κάνουν τον άνθρωπο να μοιάζει μικρός, χωρίς μιαν θεοκρατική Ιταλία;

Στον Λόγο για την Ανισότητα ο Ρουσσώ τονίζει:

«Η αλλοίωση του ανθρώπου και των κοινωνικών σχέσεων είναι μη αναστρέψιμη.»

Και σε σημείο του Κοινωνικού Συμβολαίου συμπληρώνει:

«Όμως, η διοργάνωση κοινωνίας είναι ιερό δικαίωμα και βάση όλων των άλλων. Εντούτοις, αυτό το δικαίωμα δεν προέρχεται από τη φύση. Θεμελιώνεται από τις συμβάσεις.

Η πολιτική κοινωνία, αν και συγκροτήθηκε ως έργο τύχης και ανάγκης, βάσει άνισων και σε πολλές περιπτώσεις άδικων συμβάσεων με έμφαση στην ατομική ιδιοκτησία, αποτελεί έναν μηχανισμό που μπορεί να αναδιοργανωθεί και να εμφανιστούν νέες μορφές λόγου και δικαίου. Αναζητείται λοιπόν, μια νέα αρχή για την αναμόρφωση του πολιτισμού, του βίου και της θεωρίας. Δεν απορρίπτεται η πρόοδος. Αντίθετα μάλιστα, αναζητείται κάθε φορά μία ασφαλέστερη οδός σε σχέση με τις αυτονομημένες λογικές εγωιστικού πράττει ν, που ενέχουν τον κίνδυνο της αποσταθεροποίησης των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.»

Θεωρώ, ότι η αξία του Κοινωνικού Συμβολαίου είναι διαχρονική. Η περίοδος την οποία διανύουν τα ευρωπαϊκά κράτη είναι κρίσιμη απέναντι στο μέλλον των επόμενων γενεών. Η διαρκής συντηρητικοποίηση των δυτικών χωρών και οι συνεχόμενες εμφυλιακές συγκρούσεις προμηνύουν νέα ολοκαυτώματα, που όμως αυτήν την φορά δεν θα έχουν προηγούμενο. Οι νόμοι βρίσκονται σε πλήρη απαξίωση και αυτό είναι άμεσα συνδεδεμένο με την αντίθετη ροπή τους από την γενική βούληση. Ίσως, η αναδιαμόρφωση των νόμων και των θεσμών με αναφορική σταθερά το αξιακό σύστημα που διαφαίνεται μέσα στο έργο του Ρουσσώ, να μπορούσε να δώσει μία νέα προοπτική στην κοινωνία του σήμερα.

 

 Μαρία- Άννα Τσούχλη

Χίος 3.2.18

 

 

 

 

*για την συγγραφή του κειμένου χρησιμοποιήθηκαν αυτοτελή κομμάτια της Βασιλικής Γρηγοροπούλου από την Εισαγωγή στο Κοινωνικό Συμβόλαιο του Ρουσσώ[2004, εκδόσεις Πόλις]

Δείτε επίσης

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση