Παραπολιτικά

19/4/13 13:51

τελ. ενημ.: 19/4/13 13:51

Με ψαλμική αυτόμελον και τάξην αλφαβήτου χαιρετισμούς ας πέμψωμεν παντώς λαοπροβλήτου

Το προσταχθέν ως ελάβαμεν  εν γνώσει
εις τον καθένα τότε ευθύς σπουδή επέστη
Ως αλεύρι απλώσας τυγχάνων.
Ο κλίνας επί τας έξωθεν εντολάς
την κάνει. Αποκηρύξας όλα τα πριν
Ωσάν λαγός κραυγάζοντας
χαιρετώ κι αλληλούια…

ήχος ο αυτός
Τη υπερμάχω στρατηγώ ας ικετεύσομεν
να μας λυτρώσει, ίνα  μη μεταναστεύσομεν
Ως μη έχοντας  το κράτος απροσμάχητον
κι οι χορτάτοι πλέον τρίβουν το στομάχι των.
 Μας ξετίναξαν  με  χρέος δυσανάβατον 
κι όσοι ψήφιζαν χτυπάνε το κεφάλι των
Νυν ας  κράξομεν με πάθος ασυγκράτητον ,
χαίρε Κράτος  Ελλήνων ακράτητον.

Άγγελος ήλθ’  εξ ουρανού κι  η Αγγέλα στην Ελλάδα
και είπε στον πρωθυπουργό τα μαύρα μας τα χαλιά.
Και ο Αντώνης νόμισε πως σαν τα σάλια τρέξουν
τα μάτια της Αγελλικός δάκρια θα τα βρέξουν.
Ακόμα την ερώτησε τι θέλει κι αγαπά
κανένα θεριακλή καφέ, μπουγάτσα και λοιπά.
Και τότες  η Αγγέλα μας τα πάντα παρατούσα
εξίστατο και ίστατο ταύτα βροντοφωνούσα :
«Χαίρε όπου επίσκεψη δεν ήρθα να σας κάνω,
χαίρε που βρίσκομαι εδώ μόνο για να σας γδάρω
χαίρε που λες, σας φέρονται παντού με απονιά,
χαίρε που αν δε συμβιβαστείς θ’ αδειάσεις τη γωνιά
χαίρε που πάνε σήμερα στον βρόντο τα εγκώμια,
χαίρε που του πρωθυπουργού θα χάσεις τα προνόμια,
χαίρε που τα χρωστούμενα όλα θα πλερωθούνε
χαίρε που τα χαμόγελα ξινά θε να σας βγούνε,
χαίρε που στον κατήφορο όλο το έθνος πάτε
χαίρε που δεν απόμεινε τίποτα πια να φάτε,
χαίρε και ας μου κόπτεσαι  με θρήνον ασυγκράτητον
χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον»

Βλέπων ο ένας πρόεδρος και  νυν συγκυβερνήτης 
κι ακούων απειλάς πολλάς, ειδών μετακινήσεις, 
αιστάνθη ότι τον καλεί η ίδια η ιστορία
κι αρχίνησε να μας πουλά βαριά φιλοσοφία..
Αμέσως τον επέταξε τον σκούφο του αντάρτη,
γιατί είναι προτιμότερος αυτός του Βοναπάρτη.
Έβαλε πλάι σε Υπουργούς τους διαφόρους φίλους
κι έπαιξε το παιχνίδι του με μορφασμούς ποικίλους,
έτσι ευχαριστήθηκαν οι άλλοι εις  στο κόμμα
Αμήν και αλληλούια του είπαν μ’ ένα στόμα.

Γνώσιν λαβόντες άμεσον, τρέξαν στην Ιπποκράτους
οι κόβοντες και ράβοντες τα απάντα του κράτους .
Κι ο πρόεδρος ομίλησε στους εκλεκτούς, μα ολίγους
κι εκείνοι αντιμίλησαν δακρύβρεχτοι, με θρήνους:  
«Χαίρε που τέτοιο ξαφνικό το πήραμε στ’ αστεία,
χαίρε που αρχίζει δι’ ημάς η πιο μακρά νηστεία.
Χαίρε που δε θα βρίσκουμε πλέον στον ήλιο μοίρα
χαίρε, που δε θα μας κερνούν πλέον ούτε την μπύρα.
Χαίρε που δεν ωφέλησαν οι ανασχηματισμοί
χαίρε που εσκορπίσαμε σαν να μαστε λαγοί.
Χαίρε οπού τριγύρω σου όλους μας βλέπεις κλαίοντας
χαίρε οπού την έπαθες σαν νέος Ναπολέοντας.
Χαίρε που τέτοιο Βατερλώ δεν ήλπιζες ποτέ σου,
χαίρε όπου χαθήκανε οι τόσοι Βουλευτές σου.
Χαίρε που είχες σχέδια, μα τα  ’καμες σαλάτα,
χαίρε που ο καθένας μας πα’ σε μια δική του στράτα.
Χαίρε που θα ξεχρέωνες με επιταγήν ακάλυπτον
χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον»

Δύναμις επεσκίασε τον σύντροφον Αλέξη,
μη ξέρων τι να πρωτοπεί και που να πρωτοτρέξει,
που ξαφνικά ευρέθηκε με βουλευτάς, παρά εννιά ογδόντα
τους αντιπάλους βλέποντας με πρόσωπα  ωχριώντα,
κι επί το βήμα έδραμε  βρωντοφωνών και νήφων
που τέτοια νίκη πέτυχε τόση σωρεία ψήφων,
εβούλωσαν το στόμα τους κι οι επικριτές του ακόμα,
Αμήν και αλληλούια του είπαν μ’ ένα στόμα.

 

Έχων από απέναντι τα πόδια στυλωμένα
η Αλέκα η καλίκωμος κι  η μεγαλοκοπέλα
και συνεπικουρούμενες από την συντροφία
που χρόνια ζουν ολιγαρκώς με δίχως μεγαλεία
μη θέλοντας συμμετοχή σηκώσασα τον ώμο
κι ως πάντα κι εκ του ασφαλούς ξεπέζεψε στο δρόμο
αυτοστιγμεί ξεσκούφωτη εβγήκε στο μπαλκόνι
τοιαύτα αναφώνησε μη ξέρων ποιόν μαλώνει:
Χαίρε που μας κατάκαψε του Δ.Ν.Τ. η λάβα
χαίρε που πάλι φαίνεται πως λάκκο έχ’ η φάβα.
Χαίρε που διόλου η βροχή δεν σκιάζει τον βρεγμένο
χαίρε που τη μουτσούνα σας να  βγάλετε επιμένω.
Χαίρε που ήρθε συννεφιά και άρχισε να βρέχει
Χαίρε που ο κάθε Έλληνας δε ξέρει τι του τρέχει..
Χαίρε κι η ώρα δεν αργεί και θα ρθει κι η σειρά σου
χαίρε που μες στα σκέλια σου θα χώσεις την ουρά σου.
Χαίρε Αθηνών το καύχημα που έγινες Ροβεσπίερος 
χαίρε που δια να κρυφτείς δεν θα υπάρχει μέρος.
Χαίρε που ταλαντεύεσαι με τρόπον απροκάλυπτον.
χαίρε Κράτος Ελλήνων  ακράτητον

Ζάλην παθών ο  Αυγουστιανός συλλογισμών ποικίλων
το πλήθος εβεβαίωνε παραληρούντων φίλων.
Όλη τη γη στα χέρια του νόμιζε πως κρατούσε
κι έβλεπε τα ουράνια την ώρα που μιλούσε.
Οι οπαδοί χαιρέτησαν κι ηγέρθησαν εν τάχει
στο δρόμο να πετάξουνε όποιον μαζί του τα ’χει.
Εμπρός τους ζωντανεύανε του έθνους οι σωτήρες
κι αλίμονο σ’ αλλοδαπούς προστάτες και μνηστήρες. 
Μα κι άλλα ήθελε να πει γρονθοκοπών το στήθος,
Αμήν και αλληλούια του ’λεγαν απ’ το  πλήθος.

Ήκουσεν ο Γεώργιος ότι κατηγορείτε 
κι όταν μιλάει  στην Βουλή συνήθως λοιδορείτε
εις τους συντρόφους έτρεξε, αντάρτου ξίφος πάλλων
και προς αυτούς ξεφώνησε λογύδριον μεγάλον
και ’κείνοι αντιφώνησαν να τον ευχαριστήσουν
και πρόεδρο της διεθνούς να τον εγκαταστήσουν.
Με μέγιστη συγκίνηση τούτον ευχαριστώντας
βήξας ευθύς, εις εξ αυτών, τοιαύτα αναβοώντας:
«Χαίρε που μιαν ανέλπιστη επήρες κουτρουβάλα,
και το λαό εσήκωσες στο σβέρκο σου καβάλα,
χαίρε που από κυβέρνηση χάσαμε τα πασχάλια μας
και τώρα θα καθόμαστε να λέμε για τα χάλια μας
χαίρε γιατί το άντεξες κι έτσι σου πρέπουν τρόπαια
διότι απαρέγκλιτα τήρησες τα συμβόλαια.
χαίρε και λάβε έπαινον για τις καλές σου πράξεις
και εις το Χάρβαρτ στο εξής τους άλλους θα διδάξεις
χαίρε και ας σε άλλαξαν με μηχανοραφίες
χαίρε και αναπόλησε παλιές πλειοψηφίες.
χαίρε όπου μας έφερες εις στα δικά τους μέρη
χαίρε που την πατρίδα μας τη βάλανε στο χέρι.
χαίρε που τους ξεγέλασες και κάτω από τη μύτη τους
χαίρε που τόσους βουλευτές τους έστειλες στο σπίτι τους.
χαίρε που κάτω το φαί σε όλους πήγε αμάσητον  
χαίρε Κράτος  Ελλήνων ακράτητον»

Θεόδωρον,  τον δεύτερον πάλαι ποτέ τη τάξη
τον και «μαζί τα φάγαμε» κάποτε που είχε κράξει .
Νυν ας παρηγορήσομε και μη δοθεί έξω λόγος  
γιατί τα κεκτημένα του θα του τα φάει ο φόρος.
Ως λύχνον αίροντες αυτόν εν πλήρη μεσημβρία
ας περιμένομε να πει καμιά φιλοσοφία
Κι αν κουραστούμε αίρωντας, διότι έχει βάρος
να τον εγκαταλείψομε ας πάρομε το θάρρος
και εις μιαν νέαν ατραπό μοναχική τραβώντας
Αμήν και αλληλούια ας πούμε ξεφυσώντας

«Ιδού εκείνος». Έκραξαν οι παίδες Συριζαίοι
οπού θα φάει το ΔΝΤ και τρέμετε Ευρωπαίοι.
Κι αυτόν νοούντες κύριον πανίσχυρον κι απόλυτον
τοιαύτα ανεβόησαν προς τον Αλέξη όλοι των:
«Χαίρε οπού σου ανοίγονται αι φλογεραί αγγάλαι,
χαίρε που θ’ ανασηκωθούν εκ του μελιού αι κουτάλαι.
Χαίρε γιατί  ετόλμησε τα δόντια να τους τρίζει
και δεξιά κι αριστερά μπαρούτι να μυρίζει.
Χαίρε που κι ο Στρατούλης μας, εβγήκε στο παζάρι
που είχε πάντα για καβγά λυμένο το ζωνάρι.
Χαίρε που πότε άγρια, πότε με χωρατά
έβγαζε το λαρύγγι του με τα ξεφωνητά.
Χαίρε που και Πρωθυπουργό θα σε χειροκροτήσομε,
χαίρε που κάθε Έλληνα θα κατασυγκινήσομε.
Χαίρε οπού στα χέρια μας ψηλά θα σε σηκώσομε
χαίρε που τα μνημόνια θα κατατσαλακώσομε.
Χαίρε που κατατρόμαξες κι αυτήν την Καγκελάριο,
χαίρε όπου την άρνηση την έκανες τροπάριο.
Χαίρε και καλωσόρισες ως άτι ασυγκράτητον.
χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον»

Κήρυκες εξανέστησαν και μάντεις θεομπέχτες
κι σάλπιζαν σαλπίσματα κραδαίνοντας τρομπέτες
και ως τους ήταν γνώριμο το να παπαγαλίζουν
το έθνος ότι χάνεται άρχισαν να σαλπίζουν
και έτσι μέσα στη βουλή εισήρχοντο απειλώντας ,
Αμήν και αλληλούια τους έλεγαν γελώντας.

Λάμψας ο λαοπρόβλητος, μα μη διαθέτων έδρας
του σκάφους το πηδάλιον να λάβει από καθέδρας
ασθμαίνως αποφάσισεν, τας  τεταμένας  χείρας
τας προς αυτόν τεινόμενες, ευνοηθείσης μοίρας
να αποδεχθεί, δεόμενος προς την Υπεραγίαν
όπου του επεφύλεξεν τοιαύτην ευλόγιαν.
Κι ω παραδόξου θαύματος τρώγοντας τηγανίτες
τοιαύτα του αναβόησαν οι δυο συγκυβερνήτες:
«Χαίρε που για να πείσομε πως ο λαός μας κάλεσε,
θα λέμε: «άλλα θέλαμε μα η τύχη μας τα χάλασε»
Χαίρε που και υπόδικους, φίλους θα αναδείξομε,
χαίρε και άμα χρειάζεται φυλακή θα τους κλείσομε.
Χαίρε που στην Κυβέρνηση ότι πρέπει θα γίνει
κι όποιος δεν ξέρει να απαντά ας ξεροκαταπίνει.
Χαίρε που θα σηκώσουμε στο ώμο όλα τα βάρη
χαίρε που θα το παίζομε σαν να ’ρθαμε από τον Άρη. 
Χαίρε και αγαλλίασε καθόλου μη διστάσεις
αυτούς που  σε διέγραψαν τώρα να διαγράψεις.
Χαίρε και όταν χρειαστεί θα κάνομε κι αγώνα
κι όταν γίνουν εκλογές, ίσως και νέο κόμμα.,
Χαίρε που το μνημόνιο αν δεν το εφαρμόσομε
την δόλια την πατρίδα μας θα την ξεχαρβαλώσομε.
Χαίρε μεγάλε άρχοντα που πίσω μας εγύρισες
χαίρε που με τα ψέματα τα γένια μας τα ξύρισες.
Χαίρε ειπέ με πρόσωπο ολίγον ακατάδεκτον
χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον»

Μέλλοντος να εξανεμιστούν οι λιγοστοί παράδες μας
να ζήσουν τα εγγόνια μας πιο φτωχά απ’ τις γιαγιάδες μας 
εις κάθε πόλη και νομό μεσούντος του χειμώνος,
ασθμένως ας ιδρύσουμε πλατείαν του  Κλαυθμώνος.
Εκεί θα λέει ο καθείς στον άλλον τον καημό του
και ποιος ψεύτης πολιτικός τον πείρε στο λαιμό του.
Εκεί θα λέμε: «σπάσιμο πως θέλει το κεφάλι μας» κι
Αμήν και  αλληλούια θα λέμε για το χάλι μας.

Νέα ημέρα  έφεξε και νέα θα ’ναι η κτίσης
τώρα που ό,τι απέκτησες θα τ’ αποχαιρετήσεις .
Του χθες παρατρεχάμενε αν χάνεις την δουλεία σου
εκόν ή μη, αν γελάστηκες και πια στα γερατειά σου
στους πέντε δρόμους θα βρεθείς ως θέλουν τα μνημόνια,
στον εαυτό σου τώρα πες τα παρακάτω λόγια :   
«Χαίρε που όταν ο Πάγκαλος είπε: «μαζί τα φάγαμε»
εσένα φωτογράφησε και όποιος το κατάλαβε
χαίρε που όταν ο χορός διακόπτεται βιαίως
χαίρε, που το λογαριασμό πληρώνει ο τελευταίος.
χαίρε που εξημέρωσε για μένα μαύρη μέρα
χαίρε που φίλοι και οι εχθροί όλοι με έκαναν πέρα.
Χαίρε γιατί τους πίστεψα και μπήκα στο συμπόσιο
χαίρε γιατί μου τάξανε δουλεία εις το Δημόσιο.
Χαίρε που με πλησίασαν τότε σαν Δημοκράτη
χαίρε που μ’ αποκάλεσαν κοπρίτη κι ακαμάτη.
Χαίρε που μες στο κόμμα μου, λένε: δε σε γνωρίζαμε
χαίρε που ως υπεράριθμο και σένα διορίζανε.
Χαίρε που σε ένα πέλαγο με πέταξαν απάτητον
χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον»

Ξένον ειδών κατάντημα να έρχεται στην χώρα
και ξαφνικά να είμαστε σε τέτοια κατηφόρα
τα γεγονότα να έρχονται, ορώντες εν χωρία 
Αμήν και  αλληλούια ας πούμε  μ’ απορία.

Όλος ο κόσμος τρέχει νυν και είναι άνω κάτω
κι η σκέψη είναι όλων μας τι θα μπει μες το πιάτο.
Με περισυλλογήν πολύ καθένας κατ’ ιδίαν
ας αναλογιστεί το τι θα πάρει η εφορία
Κι όταν το εκκαθαριστικό κοιτάζει απορώντας
Σε εκείνον που εψήφισε ταύτα ας πει βοώντας :
«Χαίρε, για τότε που ’λεγες για τα χρυσά κουτάλια
χαίρε ελέγαμε καθώς, μας έτρεχαν τα σάλια.
Χαίρε που το κεφάλι μας με ψέματα γεμίζατε
χαιρε που ό,τι έγινε, λέτε… δεν το γνωρίζατε.
Χαίρε είπαν στην πατρίδα μας  δείξας εξόδου θύρα
χαίρε εις κάθε αρωγόν προς την κακιά μας μοίρα.
Χαίρε πώς μας νανούριζες, δεν το καταλαβαίναμε
χαιρέ που μας ξεζούμισαν κι άλλο δεν υποφέρουμε.
Χαίρε που λόρδοι γίνατε και μας μάς κόβει λόδρα
χαίρε που στεφανώνεστε στις λαϊκές με σκόρδα.
Χαίρε που μας διαλύσατε με σχέδιο αλάθητον
χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον»
Πάσαν την χώραν μελανή εκάλυψε νεφέλη,
κι ο απαστράπτων πρόεδρος μη ξέρων τι του μέλλει
ιδών το κοινοβούλιο να μην ξέρει τι κάνει
κράζωντας αλληλούια τους  γόους πιάνει πάλι

Ρήτορας ήκουσα πολλούς με λόγους πολυφθόγγους
και θρήνους κι αναθέματα , ωμού λιγμούς και  βόγγους
και ο λαός εβόησε με παγωμένο αίμα
ότι παραχορτάσαμε από του θα το ψέμα..
Και ως ιχθύες άφωνοι αντί να παραμένομε
τούτα ας πούμε όλοι μας, μην κάτι καταφέρομε:
«Χαίρε οριστικώς λοιπόν στο δε βαριέσαι ας πούμε
χαίρε στα ρουσφετάκια μας, στο άσε, στο θα δούμε.
Χαίρε που έγινε καθείς της εξουσίας μάρτυς,
χαίρε που πίστεψες κι εσύ πως είσαι Βοναπάρτης.
Χαίρε γιατί τα βλέπαμε  ειρωνικά και χαίροντες
χαίρε γιατί εγίναμε όλοι μας δημογέροντες.
Χαίρε που φωνάζαν πολλοί: «μωρέ μα τ’ είναι τούτα;»
χαίρε γιατί αν μπορούσαμε επέφταμε στη βούτα.
Χαίρε που στον κομματισμό γονάτιζαν ακόμη
οι βουλευτές, οι υπουργοί, δημάρχοι κι αστυνόμοι .
Χαίρε γιατί κουτόχορτο λέγαμε τρώνε αμάσητον  
   χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον»

Σώσαι ποθών ο πρόεδρος το έθνος των Ελλήνων
πότε τον άγριο έκανε, πότε έκανε τον φίλον
Οι πάντες εμπαινόβγαιναν να τον ενημερώσουν
μα και συχνά τα ξίφη των να τα διασταυρώσουν
τον τρομερόν επέσειε της τιμωρίας κνούτον
και τότε αλληλούια εκραύγαζαν προς τούτον

Τρέχοντας βροντοφώναζαν οι υπερχρεωμένοι
ωμού οι χαμηλόμισθοι  μα κι απολυμένοι.
Να δουν αν διαφαίνεται ακτίνα φωτοφόρος
ή θα το φάει το είναι τους  η δόση και ο φόρος.
Ιστάμενοι περιδεής από τα γεγονότα
τοιαύτα αναλογίζονταν γυρίζοντας τα νώτα :
«Χαίρε σπιτάκι μου καλό και παραφορτωμένο
χαίρε και συ νοικοκυριό πλήρως εξοπλισμένο.
Χαίρε καλό αυτοκίνητο, χαίρε ωραίο σκάφος
τώρα πια ως τεκμήριο λογίζεται κι ο τάφος.
Χαίρε μισθέ παχύτατε και σεις επιδοτήσεις
χαίρετε επιδόματα  που γίνατε επενδύσεις. 
Και στις φοραπαλλαγές ας που με ένα χαίρε
γιατί το «απαλλάσσεται» έγινε τώρα «φέρε».
Χαίρε κι οπού σκεφθεί ο καθείς ας πει εάν το θέλει
μια που μας κατρακύλησαν στο άπατο βαρέλι.
Χαίρε λαέ που σε έσβησαν κι ας είν’ μεγάλη η χάρη των    
χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον»

Ύμνος κανένας άξιος προς τούτα εξαρκέσει
καθώς όλοι πηγαίνομε στο διάβολο πεσκέσι,
πώς θα σωθώμεν εκ δεινών; Που βγάζει αυτός ο δρόμος;
Αμήν και αλληλούια ας πούμε ομοφώνως

Φως τούτη η χώρα γέμισε πάλαι ποτέ την κτίση
κανένας δεν είν’ δυνατόν να το αμφισβητήσει
αντί να μας γεραίρουνε και να μας επαινούνε
ζηλεύοντας μας  λοιδωρούν και μας υποτιμούνε
Αντέξαμε κι αντέξαμε, δεν πέφτει του η χώρα
στους ισχυρούς όλης της γης τούτα ας πούμε τώρα:
«Χαίρε πολλά μας είπατε για τον πολιτισμό μας
χαίρε προς τα επιτεύγματα , προς τον ηρωισμό μας,
χαίρε προς τους αρχαίους μας, προς την δημοκρατίαν,
χαίρε προς τα μνημεία μας,  προς την φιλοσοφίαν.
Τα χαίρε σας πληρώσαμε με αίμα και με δάκρυα
γιατί ενώ νικούσαμε μας βάζατε στην άκρια .
Χαίρε ψευδώς ελέγατε αφού όταν μας δανείζατε   
πίσω από την πλάτη μας τα ξίφη ακονίζατε.
Χαίρε και τώρα είπατε για την υπομονή μας
χαίρε στας  προσπαθείας μας και εις την αντοχή μας».
Γελώντας ατενίζαμε ακόμα και τον θάνατον
«χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον».

Χάριν ζητών αμαρτιών μα και χρεολυσιών
των σπαραχθέντων εκ μιζών και εκ παραλυσίων 
ο  Έλληνας αγωνιστής και γίγας των γιγάντων,
ακούει αλληλούια παρά πασών και πάντων.

Ψάλλω τον εργαζόμενο εις την διαπασών
την σάλπιγγα δι’  έπαρση  με δύναμη φυσών.
Ωμού υμνώ τον άνεργο και τον ταπεινωμένο, 
τον προδομένο, τον φτωχό  και τον απολυμένο,
Χαίρε του λέγω που κι εγώ τώρα θρηνώ σιμά του
γιατί πολλά του είπαμε για το κατάντημα του.
Χαίρε γιατί το τόλμησε καλυτέρα να ζήσει
χαίρε γιατί το ξέρανε το που θα καταντήσει.
Χαίρε γιατί τον μάθανε ρουσφέτι να ζητάει
χαίρε γιατί τον κάμανε σα δει, να μη μιλάει.
Χαίρε γιατί τον στέλνανε στις  αγορές να τρέχει
να αγοράζει πράγματα που η τσέπη δεν αντέχει.
Χαίρε να πω στον άσχετο που στείλανε για δάνεια
να ξεπληρώνει υπέγραφε κι από τα επουράνια.
Χαίρε καημένε μισθωτέ που όλοι σε ζηλεύανε
να σε κατασπαράξουνε συχνάκις εγυρεύανε. 
Χαίρε με ένα γέλωτα  με  δάκρυα ανάμεικτον
                                   χαίρε Κράτος Ελλήνων ακράτητον.

 Ώ Έλληνα αθάνατε  πανύμνητε, μοιραίε
αεί σοφέ και αραχτέ χωριάτη κι Ευρωπαίε.
Ορθώσου και αποστόμωσε όλων τας αηδίας
                               ν’ ακούσεις αλληλούια  εξ όλης μας καρδίας.

Τη υπερμάχω στρατηγώ ας ικετεύσομεν
να μας λυτρώσει ίνα  μη μεταναστεύσομεν
Ως μη έχοντας  το κράτος απροσμάχητον
κι οι χορτάτοι πλέον τρίβουν το στομάχι των.
 Μας ξετίναξαν  Με  χρέος δυσανάβατον 
κι όσοι ψήφιζαν χτυπάνε το κεφάλι των
Νυν ας  κράξομεν με πάθος ασυγκράτητον ,
                                                 χαίρε Κράτος  Ελλήνων ακράτητον.

 

και του χρόνου οι χαιρετισμοί!

Δείτε επίσης