Κοινωνία

24/12/15 11:29

τελ. ενημ.: 28/12/15 9:51

«Δεν αντέχεται η μοναξιά…»

Η ΜΑΡΙΑ ΖΑΡΑΝΤΙΩΤΗ, Η ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΤΗΣ ΧΙΟΥ ΞΕΔΙΠΛΩΝΕΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΤΟΝ "Π"

Γνωστή φιγούρα,  όλη η Χίος βλέπει τη Μαρία Ζαραντιώτη σκυφτή από τα χρόνια να σέρνει συνήθως ένα παιδικό καροτσάκι στη Φτωχιά Προκυμαία και να κινείται από και προς το Κάστρο. Πάντα αμίλητη, «δεν θα σου μιλήσει, δεν πλησιάζεται εύκολα», μας είπαν οι γείτονες που ρωτήσαμε για να τη βρούμε. Κι’ όμως η κυρά Μαρία μας άνοιξε την καρδιά της.

«Μοναχιά παλεύω στον κόσμο, έχω πολλά προβλήματα υγείας, αλλά ένα πράγμα είναι  ανυπόφορο. Η μοναξιά. Δεν αντέχεται», λέει αποκαλύπτοντας το μεγάλο της καημό. Μόνη στον κόσμο, κλεισμένη στον εαυτό της  επειδή έχει πληγωθεί από πολλούς ανθρώπους  δίνει τη μάχη της σε σπίτι χωρίς ρεύμα, χωρίς θέρμανση, παρέα με τα ποντίκια από τότε που έχασε τις τρείς γάτες της. Μένει στο πατρικό της σπίτι, στην οδό Αγγούλε, κοντά στην Παιδική χαρά. Η πόρτα του είναι πάντα σφαλιστή, δύσκολα εμπιστεύεται και την ανοίγει σε ανθρώπους. «Με έχουν δαγκώσει τα ποντίκια, φοβάμαι για τη ζωή μου, αλλά πώς να τα διώξω. Για να ζεσταθώ λέω να πάρω ένα ντενεκέ κάρβουνα και να τα ανάβω. Εδώ και μερικούς μήνες δεν έχω ρεύμα, δεν ξέρω τι έχει γίνει. Παλεύω στο σκοτάδι με ένα φακό. Πάντα πλήρωνα το πάγιο, τώρα δεν ξέρω αν μου το έκοψαν ή έχω βλάβη», υποστηρίζει. Δεν παίρνει κανένα επίδομα πρόνοιας, δεν τρέφεται από τα συσσίτια της εκκλησίας πρώτον γιατί δεν ενημερώθηκε όταν γινόταν οι εγγραφές και δεύτερον, επειδή το στομάχι της είναι διαλυμένο και δεν μπορεί να φάει πολλά πράγματα.

«Πίνω  τσαγάκι και τρώω σούπα με φιδέ συνήθως, ας είναι καλά δύο τρείς οικογένειες με βοηθάνε, όχι από το Κάστρο», λέει με πικρία. Δεν έχει ζητιανέψει ποτέ.

Κατάγεται από ευκατάστατη Μικρασιάτικη οικογένεια, οι γονείς της Δημήτρης και Ροδόκλεια ήλθαν στην Χίο στον πρώτο διωγμό το 1915,  ξαναγύρισαν στην Κάτω Παναγιά και επέστρεψαν οριστικά στη Χίο το 1922.

Ο πατέρας ήταν από τη Μερσίνα και η μάνα  από την Κάτω Παναγιά.

« Ο πατέρας ήταν μορφωμένος, είχε τελειώσει το Γυμνάσιο στον Τσεσμέ και το Οικονομικό  Πανεπιστήμιο στη Σμύρνη. Όμως με τον πόλεμο δεν τον έπαιρναν στο δημόσιο και σε δουλειές και έτσι έγινε έμπορος, είχαμε πολλά κτήματα στον Κάμπο του Τσεσμέ. Όταν ήλθαμε στη Χίο μείναμε εννιά χρόνια στον Καταρράκτη, εκεί γεννήθηκα κι  εγώ πριν 75 χρόνια, σε ένα κατώγι. Μετά ήλθαμε στο Κάστρο.  Ο πατέρας μου δεν ήθελε να μείνουμε σε προσφυγικό συνοικισμό και αγόρασε το σπίτι που μένω, από τα ανταλλάξιμα της Εθνικής Τράπεζας».

Ο κυρ Δημήτρης πέθανε 42 ετών, παραμονή Χριστουγέννων και ενταφιάστηκε ανήμερα της μεγάλης γιορτής. Η Μαρία ήταν μόλις 2,5 χρονών. Πονάει αυτές τις  μέρες, ζει με τις αναμνήσεις της. Γρήγορα έφυγαν και τα δύο από τα τρία αδέλφια της. Ο Νίκος δύο μηνών,  ο Γιάννης τριών ετών και ο άλλος Νίκος πριν από αρκετά χρόνια.

«Αν ζούσαν θα είχα μια συντροφιά, όμως τώρα νομίζω ότι έχω τη μανίτσα μου δίπλα στο κρεβάτι ». Της έχει μεγάλη αδυναμία, της λείπει πολύ. Μετά το θάνατο του συζύγου η Ροδόκλεια δούλευε αργαλειό για να ζήσει τα παιδιά της. Από αυτό έπαθαν τα νεφρά της και έφυγε  το 1970…

 «Ήταν αδύναμη, δεν μπορούσε να δουλέψει δουλικό σε σπίτια, πάλευε να μας ζήσει με τον αργαλειό της. Έφτιαχνε κουρελούδες, χράμια, κιλίμι.  Δούλευα κι εγώ μαζί της, μου λείπουν οι δικοί μου», επαναλαμβάνει συνεχώς.

Πέρσι,  μπήκαν κλέφτες στο σπίτι από το παράθυρο της κουζίνας. Της έκλεψαν ρούχα και μια μηχανή ραψίματος, της μανίτσας της. Από τότε  έχει καλύψει το τζάμι  με ένα χαρτόνι. Αλλά ο βοριάς και η βροχή δεν αστειεύονται …

Έχει τελειώσει τη δεύτερη τάξη του Γυμνασίου. Η μοναξιά παλεύεται με το διάβασμα βιβλίων.  Αποχαιρετώντας μας λέει « Τα έργα των χειρών εστί ο ουρανός…».                                                                                    

Δείτε επίσης