#Σφαγή Χίου #1822

Στο φως όλη η αλήθεια για τις Σφαγές της Χίου του 1822

Η παρουσίαση του ογκώδους τόμου για το Οθωμανικό κατάστιχο του 1825 ανέδειξε ένα μοναδικό διοικητικό ντοκουμέντο, που καταγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια τη Χίο μετά τη Σφαγή του 1822

Ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά τεκμήρια που έχουν δει το φως για τη Χίο, παρουσιάστηκε στην έδρα του ΦΟΒ στον Βροντάδο, σε μία εκδήλωση με ιδιαίτερο επιστημονικό και συμβολικό βάρος. Πρόκειται για το βιβλίο «Η σφαγή της Χίου. Το Οθωμανικό κατάστιχο του 1825», μία μνημειώδη έκδοση που φέρνει στο προσκήνιο ένα σπάνιο οθωμανικό ντοκουμέντο, μέσα από το οποίο αποτυπώνεται η πραγματικότητα του νησιού τρία χρόνια μετά την Καταστροφή του 1822.

Η σημασία της έκδοσης είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, πρόκειται για μία εξαιρετικά εκτενή και απαιτητική επιστημονική εργασία, που καταγράφει, μεταφράζει, σχολιάζει και ερμηνεύει ένα άγνωστο επί δεκαετίες οθωμανικό κατάστιχο. Από την άλλη, το ίδιο το περιεχόμενο του τεκμηρίου συνιστά μία ωμή, σχεδόν αμείλικτη καταγραφή του μετακαταστροφικού τοπίου της Χίου, όχι μέσα από αφηγήσεις επιζώντων ή μεταγενέστερες αναμνήσεις, αλλά μέσα από τα έγγραφα της ίδιας της οθωμανικής διοίκησης.

Το πρωτότυπο κατάστιχο εντοπίστηκε το 1980-1981 από τον καθηγητή Αναστάσιο Ιορδάνογλου στην Εθνική Βιβλιοθήκη Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου στη Σόφια, ύστερα από μία περιπετειώδη διαδρομή του ίδιου του χειρογράφου από τη Χίο στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη Βουλγαρία. Όπως αναφέρθηκε στην παρουσίαση, το τεκμήριο ανήκε σε ένα τεράστιο σύνολο οθωμανικών εγγράφων, από τα οποία οι Βούλγαροι είχαν αγοράσει ακόμη και 30.000 οκάδες χαρτιού για πολτοποίηση. Μέσα σε εκείνο το υλικό εντοπίστηκε ο πολύτιμος αυτός κώδικας, τον οποίο ο Αναστάσιος Ιορδάνογλου μετέγραψε εν μέρει και παρουσίασε για πρώτη φορά σε πρόδρομη ανακοίνωση στα «Χιακά Χρονικά» το 1981. Αργότερα, το 2019, ακολούθησε εκτενέστερη αναφορά, με την επισήμανση, τότε, ότι η έρευνα δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.

Η πλήρης δημοσίευση έφτασε τελικά το 2025, με την υποστήριξη του Ιδρύματος «Ιωάννου Φ. Κωστόπουλου», μέσα από έναν ογκώδη τόμο 1.212 σελίδων, που αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς για τη μελέτη της χιακής ιστορίας. Στην εκδήλωση συμμετείχαν οι οθωμανολόγοι, φιλόλογοι και ιστορικοί καθηγητές Γεώργιος Σαλακίδης από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και Μοχάμμαντ Σχαριάτ-Παναχί από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, οι οποίοι μετέφρασαν το οθωμανικό κείμενο στα ελληνικά, το σχολίασαν και επιμελήθηκαν την έκδοση σε συνεργασία με τον Αναστάσιο Ιορδάνογλου. Το βιβλίο παρουσίασαν η φιλόλογος και διδάκτωρ Ιστορίας και Αρχαιολογίας Αθηνά Ζαχαρού-Λουτράρη και ο ιστορικός κοινωνικός ανθρωπολόγος Ιωάννης Κολάκης, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο πρόεδρος του ΦΟΒ, Πολύδωρος Στείρος.

Πώς βρέθηκε ένα ντοκουμέντο ανεκτίμητης αξίας

Το κατάστιχο δεν είναι ένα συνηθισμένο ιστορικό βιβλίο, ούτε μία αφηγηματική πηγή της εποχής. Είναι ένας πολυσέλιδος τουρκικός κώδικας, ένα τευτέρι, που περιλαμβάνει την απογραφή όλων των περιουσιακών στοιχείων στην πόλη της Χίου, στο Βαρόσι έξω από το Κάστρο, αλλά και σε δέκα χωριά του νησιού. Πρόκειται για μία καταγραφή που έγινε από την οθωμανική διοίκηση μετά τη Σφαγή της Χίου, με σκοπό να καταγραφούν αναλυτικά οι περιουσίες που κατασχέθηκαν από τους κατοίκους, οι οποίοι θεωρήθηκαν επαναστάτες και, βάσει του οθωμανικού δικαίου, οι περιουσίες τους μετατράπηκαν σε αυτοκρατορικά κτήματα.

Η ιστορική αξία του τεκμηρίου έγκειται ακριβώς στο ότι δεν αφηγείται εκ των υστέρων το δράμα της Χίου, αλλά το καταγράφει διοικητικά, ψυχρά και συστηματικά. Στις σελίδες του αποτυπώνονται τα σπίτια, τα καταστήματα, οι εκκλησίες, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι φούρνοι, οι ανεμόμυλοι, τα χωράφια, τα αμπέλια, οι κήποι, τα δέντρα και κάθε επιμέρους περιουσιακό στοιχείο, όπως ακριβώς βρέθηκαν μετά τον όλεθρο.

Ο καθρέφτης μιας κοινωνίας μετά τον όλεθρο

Το βιβλίο δίνει την εικόνα μιας Χίου διαλυμένης πληθυσμιακά, κοινωνικά και οικονομικά. Καταγράφονται οικοδομήματα γκρεμισμένα, πυρπολημένα, ισοπεδωμένα, αλλά και ελάχιστα που διασώθηκαν αβλαβή. Μαζί με την περιγραφή της κατάστασης των κτισμάτων, σημειώνονται τα γειτονικά οικήματα, τα οικόπεδα, τα υδρότοπα, τα όρια των ιδιοκτησιών και, κυρίως, τα ονόματα των κατόχων τους.

Αν και δεν πρόκειται για απογραφή πληθυσμού, το κατάστιχο αποκτά και αυτή τη διάσταση, καθώς δίπλα στα ονόματα των ιδιοκτητών σημειώνεται με κόκκινη μελάνη η τύχη τους κατά τα γεγονότα: αν διέφυγαν, αν παρέμειναν παρόντες, αν χάθηκαν, αν εκτελέστηκαν και, σε αρκετές περιπτώσεις, με ποιον τρόπο. Χάρη σε αυτή τη μοναδική λεπτομέρεια, γίνεται γνωστή όχι μόνο η περιουσιακή κατάσταση της προεπαναστατικής Χίου, αλλά και η γεωγραφία της κατοίκησης, οι σχέσεις γειτνίασης και η ανθρώπινη διάσταση της καταστροφής.

Παράλληλα, η καταγραφή φωτίζει τι ακριβώς ήταν η προεπαναστατική Χίος. Η πόλη που πριν από το 1822 εντυπωσίαζε τους επισκέπτες της για τα επιβλητικά της κτίρια, για την πνευματική της υπεροχή, την καλλιτεχνική της άνθηση και την οικονομική ισχύ που τροφοδοτούσαν τα εκτεταμένα δίκτυα των Χίων της διασποράς, εμφανίζεται εδώ μέσα από τα ερείπιά της. Το τεκμήριο, επομένως, δεν λειτουργεί μόνο ως καταγραφή της απώλειας, αλλά και ως τεκμήριο της προηγούμενης ακμής.

Πώς συντάχθηκε η απογραφή

Όπως εξηγήθηκε κατά την παρουσίαση, η απογραφή άρχισε επί τόπου τον Μάιο του 1822 από πληροφοριοδότες, ενώ υπεύθυνος ορίστηκε ο διοικητής του νησιού, ο Γιοσούφ Μπέης, με τρεις βοηθούς: τον γραμματέα του αυτοκρατορικού κτηματολογίου, τον γραμματέα της οικονομικής υπηρεσίας και τον επιτετραμμένο μουλά της Χίου. Η εργασία παραδόθηκε το 1825.

Στη συνέχεια, ένας γραφέας αντέγραψε τα συγκεντρωμένα στοιχεία και έπειτα συντάχθηκε νέο αντίγραφο για να σταλεί στην πρωτεύουσα. Το χειρόγραφο που σώζεται σήμερα φαίνεται πως είναι αυτό το αντίγραφο του αντιγράφου. Το γεγονός αυτό εξηγεί και μέρος των δυσκολιών που αντιμετώπισαν οι μελετητές, καθώς στα τρία αυτά στάδια ήταν πιθανό να έχουν παρεισφρήσει λάθη, παραλείψεις ή παραναγνώσεις.

Οι δυσκολίες, ωστόσο, δεν σταματούσαν εκεί. Η ίδια η φύση της τουρκικής γλώσσας, η χρήση του αραβο-οθωμανικού αλφαβήτου, η ασυμβατότητα της ελληνικής γλώσσας και ειδικότερα της χιώτικης διαλέκτου με την οθωμανική γραφή, αλλά και η άγνοια των τουρκικών απογραφικών συνεργείων για τα ελληνικά τοπωνύμια και τα ονόματα των κατοίκων, δημιούργησαν ένα εξαιρετικά απαιτητικό πεδίο αποκωδικοποίησης. Οι συγγραφείς της έκδοσης χρειάστηκε να εργαστούν επίμονα και εξαντλητικά πάνω στο ιδιαίτερο αυτό χειρόγραφο, αναζητώντας την ορθή απόδοση κάθε ονόματος, κάθε όρου και κάθε γεωγραφικής αναφοράς.

Κάθε αριθμημένη σελίδα του χειρογράφου αποτελείται από δύο στήλες και περιέχει συνήθως 18 έως 20 εγγραφές, όπου σημειώνονται η ιδιοκτησία και η τύχη του κατόχου της. Οι απογραφείς, μέσα στις φρικτές συνθήκες που επικρατούσαν τότε στην πόλη, με ερείπια, αποκαΐδια και ελάχιστο εναπομείναντα πληθυσμό, δεν ακολούθησαν πάντοτε γραμμική πορεία. Ξεκίνησαν από το κέντρο, κινήθηκαν προς τα νότια και κατόπιν επέστρεψαν προς το Παλαιόκαστρο, ολοκληρώνοντας την απογραφή με τα εξαρτημένα περιουσιακά στοιχεία από τα βακούφια. Στην αρχή κάθε ενότητας αναγράφεται η εισαγωγή για τη συνοικία ή τον οικισμό, ενώ στο τέλος σημειώνονται ο συνολικός αριθμός των οικοδομημάτων, η ημερομηνία και τα ονόματα των απογραφέων με τις ιδιότητές τους.

Τα στοιχεία που σοκάρουν

Το ίδιο το κατάστιχο αποκαλύπτει, μέσα από τους αριθμούς, την έκταση της χιακής τραγωδίας. Από τις 2.275 οικίες που καταγράφηκαν, μόλις 72 είχαν παραμείνει αβλαβείς. Από τις 66 εκκλησίες, ούτε μία δεν είχε σωθεί. Η εικόνα είναι αντίστοιχα σκληρή και στο συνολικό αποτύπωμα της κατοικίας: το 97% των οικιών είχε καταστραφεί και μόλις το 3% είχε διασωθεί.

Το κατάστιχο περιλαμβάνει, πέρα από την πόλη, και δέκα χωριά: Ζυφιά, Βασιλειώνικο, Βροντάδο, Θυμιανά, Βαρβάσι, Καρυές, Δαφνώνα, Νεοχώρι, Βαβύλους και Χαλκειός. Για καθένα από αυτά παρατίθεται εισαγωγικό κείμενο, ακολουθούν μία προς μία οι ιδιοκτησίες και η κατάστασή τους, ενώ καταγράφονται οικίες, εκκλησίες, πύργοι, χωράφια, αμπέλια, κήποι, καθώς και δέντρα αριθμημένα κατά είδος, όπως ελιές, αμυγδαλιές, συκιές και χαρουπιές. Αυτές οι καταγραφές δίνουν, πέρα από την εικόνα της καταστροφής, και μία εξαιρετικά πολύτιμη εικόνα της αγροτικής παραγωγής και της οικονομικής ζωής της υπαίθρου.

Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρονται ακόμη φούρνοι, μαγκανοπήγαδα, ανεμόμυλοι, αλλά και στοιχεία για τους τοίχους των ιδιοκτησιών, τους πιθανούς κληρονόμους και τον τόπο όπου αυτοί βρίσκονταν. Στο τέλος κάθε ενότητας αποτυπώνεται το σύνολο των περιουσιών ανά συνοικία και ανά χωριό.

Η πόλη της Χίου σε πίνακες και αριθμούς

Η μελέτη που συνοδεύει τη μετάφραση του κώδικα αξιοποίησε εξαντλητικά όχι μόνο το περιεχόμενο του κατάστιχου, αλλά και την παλαιότερη έρευνα και τη νεότερη βιβλιογραφία, οργανώνοντας τα δεδομένα σε πίνακες, γραφήματα και θεματικές ενότητες. Για την πόλη της Χίου, καταγράφονται 58 συνοικίες και 66 εκκλησίες, μαζί με τις άλλες εκκλησίες που κατείχαν περιουσία σε κάθε συνοικία και με τα υπόλοιπα κτίρια.

Ενδεικτικά, στην έκτη συνοικία, του Αγίου Θωμά, καταγράφονται 131 οικίες. Ο Άγιος Φώτιος εμφανίζεται με ένα νοσοκομείο και ένα λεπροκομείο. Η εκκλησία της Παναγίας Χατζηκώστενας καταγράφεται με 116 οικίες και ένα σχολείο. Οι Άγιοι Βίκτωρες διαθέτουν ένα νοσοκομείο. Ο Άγιος Νικόλαος Παζαριώτης επίσης ένα νοσοκομείο. Ο Άγιος Ταξιάρχης Πατάρου αριθμεί 126 οικίες, ενώ στα Ταμπάκικα καταγράφονται 14 ανεμόμυλοι.

Τα στοιχεία αυτά δεν είναι απλές αριθμητικές αναφορές. Αποκαλύπτουν την πυκνότητα της ζωής, τη διάρθρωση της πόλης, τη σχέση της εκκλησιαστικής και κοινωνικής υποδομής με την κατοίκηση, αλλά και το μέγεθος της καθολικής σχεδόν καταστροφής.

Οι σφαγές της Χίου μέσα από τα ποσοστά

Από τα πιο συγκλονιστικά σημεία της μελέτης ήταν η παρουσίαση των γραφημάτων που αφορούν την τύχη των κατόχων των ακινήτων. Σύμφωνα με τη συνολική εικόνα, μόνο το 1% των καταγεγραμμένων κατόχων εμφανίζεται εν ζωή, το 41% δηλώνεται ως θανόντες και το 58% ως αγνοούμενοι.

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε και στον τρόπο θανάτου. Από τους θανόντες, το 62% είχε εκτελεστεί. Όπως εξηγήθηκε, το υψηλό αυτό ποσοστό συνδέεται με την πρακτική του αποκεφαλισμού, που στην ισλαμική νομοθεσία αποτελούσε μέθοδο θανάτωσης για όσους θεωρούνταν ότι είχαν διαπράξει έγκλημα κατά του κράτους ή άλλη αποτρόπαια πράξη. Το κεφάλι διαχωριζόταν από το σώμα και εκτιθέμενο σε περίοπτη θέση λειτουργούσε παραδειγματικά. Στο σημείο αυτό επισημάνθηκε και η μαρτυρία του Βαχίτ Πασά για τα φορτία με κομμένα κεφάλια που εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη και εκτέθηκαν δημόσια στην πύλη του Topkapi.

Ο μεγαλύτερος αριθμός εκτελεσμένων σημειώνεται στα Θυμιανά και στο Νεοχώρι, οικισμούς που βρίσκονται κοντά στον Άγιο Μήνα, όπου έγιναν οι γνωστές άγριες σφαγές. Στα συγκεντρωτικά γραφήματα αποτυπώνεται η παρουσία εκτελεσμένων σε όλους τους απογραφόμενους οικισμούς, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η βία δεν υπήρξε αποσπασματική, αλλά διάχυτη σε ολόκληρο τον χώρο.

Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί η ειδική κατανομή των εκτελέσεων γυναικών ανά οικισμό. Η καταγραφή αυτή θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η αιχμαλωσία για οικονομικό όφελος ήταν η συνήθης πρακτική για τις γυναίκες της εποχής. Το γεγονός ότι καταγράφονται μαζικές εκτελέσεις γυναικών αποδόθηκε σε τέσσερις βασικούς λόγους: στην ανεξέλεγκτη σφαγή, στην αντεκδίκηση, στη δυσκολία μεταφοράς αιχμαλώτων και στη χρήση της βίας ως μέσου παραδειγματισμού.

Οι φυγάδες και η δραματική πορεία της διαφυγής

Στο βιβλίο αποτυπώνεται και η συνολική εικόνα των φυγάδων της Χίου, ενώ παράλληλα περιγράφεται, με βάση τις πηγές, η δραματική τους πορεία στην αναζήτηση σωτηρίας. Οι κάτοικοι αναζητούσαν αρχικά καταφύγιο μέσα στο ίδιο το νησί, κρυμμένοι όπου μπορούσαν να σωθούν από τη σφαγή, σε οπές της γης και σε κάθε δυνατή εσοχή. Στη συνέχεια επιδίωκαν διέξοδο προς τη θάλασσα, αναζητώντας τρόπο διαφυγής προς άλλες περιοχές.

Το κατάστιχο, σε συνδυασμό με τη μελέτη των συγγραφέων, καθιστά σαφές ότι η καταστροφή του 1822 δεν περιορίστηκε σε μία στιγμιαία έκρηξη βίας. Επέφερε μακροχρόνιες συνέπειες που άλλαξαν ριζικά τον πληθυσμό, την κοινωνική δομή, την οικονομία και τον χώρο της Χίου. Όπως αναδείχθηκε στην παρουσίαση, επρόκειτο για μία ιστορική τομή που μετασχημάτισε εκ θεμελίων τη μνήμη και τη μετέπειτα πορεία του τόπου.

Η εμπορική και οικονομική ακμή πριν από την καταστροφή

Ένα ακόμη κρίσιμο κεφάλαιο της έκδοσης αφορά την εμπορική δραστηριότητα της Χίου πριν από την καταστροφή. Όπως αναλύθηκε, η Χίος του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα είχε αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς και εμπορικούς πόλους του Αιγαίου. Η γεωγραφική της θέση, τα εμπορικά της προνόμια, η επιχειρηματική πρωτοβουλία των κατοίκων, η ισχυρή διασπορά και η ναυτιλιακή της υπεροχή, τη μετέτρεψαν σε κέντρο ιδιαίτερης σημασίας.

Το λιμάνι της λειτουργούσε ως διαμετακομιστικός κόμβος, η ναυτιλία είχε ενισχυθεί σημαντικά και οι Χιώτες, μέσα από τα πρακτορεία τους, είχαν ισχυρή παρουσία τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ανατολή. Αυτή ακριβώς η δομή της οικονομίας καταγράφεται τώρα, έστω μέσα από τα συντρίμμια της, στο κατάστιχο.

Η εμπορική ζώνη της πόλης βρισκόταν στην Προκυμαία, στον Κάτω Γιαλό, γύρω από το Τελωνείο και σε συνοικίες που έπαιρναν το όνομά τους από επαγγέλματα και αγορές. Στην περιοχή αυτή καταγράφηκαν 101 καταστήματα, τα οποία βρέθηκαν γκρεμισμένα ή καμένα σε ποσοστό 80%. Το στοιχείο αυτό φανερώνει, όπως επισημάνθηκε, μία μαζική καταστροφή που δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία ή παρεμπίπτουσα, αλλά αποτέλεσμα οργανωμένης βίας, με άμεση συνέπεια την αποδυνάμωση της εμπορικής υποδομής του νησιού και τη δημιουργία σοβαρότατης κρίσης τα επόμενα χρόνια.

Η μελέτη εξετάζει και ποια καταστήματα σώθηκαν, επισημαίνοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις βρίσκονταν σε μουσουλμανικές περιοχές ή ανήκαν σε μουσουλμάνους ιδιοκτήτες.

Οι ανεμόμυλοι, τα επαγγέλματα και η οργανωμένη οικονομία

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ενότητα για τους ανεμόμυλους. Στην πόλη καταγράφηκαν συνολικά 36 ανεμόμυλοι: 13 στον Κάτω Γιαλό, όπου σήμερα δεν σώζεται κανείς, 14 στα Ταμπάκικα, όπου ορισμένοι διατηρούνται ακόμη, 7 στη Λόντζα και 1 στον μόλο. Από αυτούς, οι 21 ανήκαν σε ορθόδοξους ιδιοκτήτες.

Σημαντική είναι και η καταγραφή των επαγγελμάτων των ορθοδόξων κατοίκων. Στον σχετικό πίνακα εμφανίζονται 31 επαγγέλματα, καταγεγραμμένα αλφαβητικά, μαζί με τα ονόματα όσων τα ασκούσαν και τις παραπομπές στις αντίστοιχες εγγραφές του κώδικα. Ανάμεσα στις πολυπληθέστερες επαγγελματικές ομάδες εντοπίζονται 15 ράφτες, 8 αρχιτέκτονες, 7 μπακάληδες, 6 κουρείς και 5 γιατροί. Η παρουσίαση αυτών των στοιχείων επιτρέπει να φανεί όχι μόνο η πολυμορφία της οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και η υψηλή οργανωτική και επαγγελματική συγκρότηση της χιακής κοινωνίας.

Στο ίδιο πλαίσιο, η μελέτη αναφέρεται και στις συντεχνίες, οι οποίες δεν αποτελούσαν απλώς επαγγελματικές ενώσεις, αλλά έναν κρίσιμο κορμό της οικονομικής και διοικητικής λειτουργίας του τόπου.

Η ύπαιθρος και η αγροτική οικονομία

Στο κεφάλαιο που αφορά την ύπαιθρο παρέχονται εξίσου πολύτιμες πληροφορίες για την οικονομική και διοικητική ζωή των χωριών. Καταγράφονται οι κάτοχοι και ο αριθμός των ιδιοκτησιών τους αναλυτικά ανά οικισμό, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αμπελοκαλλιέργεια. Τα δεδομένα αυτά, σε συνδυασμό με την αποτύπωση των κτισμάτων και της εκκλησιαστικής περιουσίας της υπαίθρου, συγκροτούν μία πλήρη εικόνα του τρόπου με τον οποίο ήταν οργανωμένος ο αγροτικός κόσμος της Χίου πριν και μετά την καταστροφή.

Αυτό ακριβώς είναι και ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της έκδοσης: ότι δεν περιορίζεται στη μετάφραση ενός δύσκολου και πολύτιμου χειρογράφου, αλλά μετατρέπει τα διάσπαρτα στοιχεία του σε μία οργανωμένη, τεκμηριωμένη και υποδειγματικά παρουσιασμένη ιστορική σύνθεση.

Μία έκδοση που αλλάζει τον τρόπο ανάγνωσης της χιακής ιστορίας

Η παρουσίαση στην έδρα του ΦΟΒ δεν αποτέλεσε απλώς μία ακόμη βιβλιοπαρουσίαση. Ανέδειξε ένα έργο που αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά τη μελέτη της Χίου, καθώς προσφέρει επίσημα, κρατικά και εξαιρετικά ακριβή δεδομένα για την πόλη και τα χωριά της σε μία καθοριστική ιστορική στιγμή.

Μέσα από το Οθωμανικό κατάστιχο του 1825, η καταστροφή της Χίου παύει να διαβάζεται μόνο ως εθνικό και συλλογικό τραύμα. Γίνεται ταυτόχρονα ορατή ως ένα πλήρως καταγεγραμμένο διοικητικό και κοινωνικό γεγονός, με αριθμούς, ονόματα, τοπωνύμια, κτίρια, επαγγέλματα και ανθρώπινες τύχες. Κι ακριβώς γι’ αυτό, το ντοκουμέντο αυτό αποκτά ανεκτίμητη αξία: επειδή επιτρέπει στη σύγχρονη έρευνα να δει, με την αλήθεια των ψυχρών στοιχείων, το μέγεθος ενός ολέθρου που σημάδεψε ανεξίτηλα τη Χίο.

Η καταστροφή του 1822, όπως υπογραμμίστηκε και μέσα από τα συμπεράσματα της έκδοσης, υπήρξε τομή στη χιακή ιστορία. Προκάλεσε θανάτους, αναγκαστικές μετακινήσεις, υλικές καταστροφές, αλλαγές στις δομές εξουσίας, στην οικονομία και στην κοινωνική οργάνωση. Μετασχημάτισε εκ θεμελίων τη δομή του τόπου, τη συλλογική μνήμη και τη μακροχρόνια πορεία του. Και το βιβλίο που παρουσιάστηκε στον Βροντάδο έρχεται πλέον να αποδώσει σε αυτή τη μεγάλη ιστορική πληγή ένα τεκμήριο τόσο αυθεντικό, ώστε να είναι αδύνατο να αγνοηθεί.

Ακολουθήστε μας στο Google News. Μπείτε στην Viber ομάδα μας και δείτε όλες τις ειδήσεις από τη Χίο και το Βόρειο Αιγαίο.

Ειδήσεις σήμερα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ