Άποψη

19/9/16 19:11

τελ. ενημ.: 19/9/16 19:11

Η ορθολογική διαχείριση της δασικής πυρκαγιάς

Η αλήθεια είναι ότι είναι μεγάλος ο πειρασμός να αφεθείς στην ευκολία της κοινοτοπίας όταν μιλάς (ή γράφεις) για μία ακόμη δασική πυρκαγιά. Όταν όμως εξαιτίας αυτής χάνεται «άδικα» μια ανθρώπινη ψυχή, τότε τα περιττά λόγια και «λιβανίσματα» δεν έχουν καμία σημασία, αλλά επιβάλλεται από τους αρμόδιους φορείς και τους πολιτικούς άρχοντες να βρουν άμεσα εκείνη την λύση που θα θωρακίσει, στο κατά το δυνατόν, το νησί μας από τις «επικίνδυνα» συνεχείς και καταστροφικές επιπτώσεις των περιστατικών πυρκαγιάς στο μέλλον.

Μην νομίζετε βέβαια ότι το πρόβλημα είναι τοπικό, γεγονός που επιβεβαιώνεται απ’ την συχνή εμφάνιση πυρκαγιών, μεγάλης έντασης, στο σύνολο του Ελλαδικού Χώρου, ούτε ότι αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί, αποκλειστικά, από τους τοπικούς φορείς. Αναρωτιέμαι βέβαια πως είναι δυνατόν από τις επαναλαμβανόμενες αυτές καταστροφές οι εκάστοτε κυβερνήσεις και πολιτικοί μας να μην έχουν διδαχθεί απολύτως τίποτα. Αρκούνται απλώς στην καταβολή κάποιων αποζημιώσεων· και μετά; Τίποτα, κανένας σχεδιασμός, καμία πρόληψη. Δασικές πυρκαγιές πάντα θα υπάρχουν στη χώρα μας, είτε από ανθρώπινα αίτια (αμέλεια, εμπρησμό), είτε από φυσικά αίτια, αυτή είναι η πραγματικότητα και ένα σοβαρό κράτος προετοιμάζεται για αυτά τα ενδεχόμενα! Το λιγότερο που θα περίμενε κανείς να αντιληφθεί η εκάστοτε Πολιτεία, μετά και την εμπειρία τόσων ετών δασικών πυρκαγιών, είναι ότι οι δασικές πυρκαγιές, όταν πάρουν διαστάσεις, δεν σβήνονται όσα μέσα κι αν διατίθενται, αλλά σβήνουν από μόνες τους. Δεν το μπόρεσαν οι Αμερικανοί, όπου τα δάση καίγονταν επί εβδομάδες, οι Καναδοί, οι Αυστραλοί, οι Ισπανοί, με ποια λογική θα το μπορούσαμε εμείς;

Επομένως, δεδομένου ότι η δασική πυρκαγιά είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την φυσιογνωμία των μεσογειακών οικοσυστημάτων, αποτελώντας ένα αναμενόμενο - «προβλέψιμο», σε σχέση με άλλες καταστροφές (σεισμοί, κ.λπ.), φαινόμενο, επιβάλλεται η κατάστρωση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου διαχείρισης αυτού. Δηλαδή, την εφαρμογή ενός σχεδίου που να περιλαμβάνει το σύνολο των ενεργειών που απαιτούνται για την προστασία των πυρόπληκτων δασικών εκτάσεων και αφορά τόσο στην πρόληψη και στην καταστολή των δασικών πυρκαγιών, όσο και στην μεταπυρική αποκατάστασή τους.

Η πιο σημαντική και αποτελεσματική φάση του εν λόγω σχεδιασμού είναι η πρόληψη, που αν και λιγότερο δαπανηρή από τις επόμενες δεν δίδεται η δέουσα σημασία από την Πολιτεία. Οι λόγοι είναι πολλοί και περιλαμβάνουν την έλλειψη ουσιαστικών γνώσεων για την πρόληψη, την έλλειψη άμεσου εντυπωσιασμού από τα αποτελέσματα, την ανάγκη συνεργασίας φορέων και πολιτών, κ.λπ.

Ένα πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η απόφαση που εξέδωσε την 15η Απριλίου 2016 ο κ. Κ. Δημόπουλος, Γενικός Διευθυντής Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος, με την οποία εγκρίθηκαν 1.854.800 ευρώ από τις πιστώσεις του Πράσινου Ταμείου του οικονομικού έτους 2016 για τις 53 Διευθύνσεις  της Χώρας, για να γίνουν διάφορα έργα δασοπροστασίας. Οι υπηρεσιακοί παράγοντες ζητούσαν να γίνει μια σειρά απαραίτητων έργων για την ανάπτυξη και προστασία των δασών, για τα οποία η δαπάνη ανέρχονταν σε 14.945.000 ευρώ. Δηλαδή εγκρίθηκε μόνο το 12,41% των απαραίτητων δαπανών. Κι αυτό δε συμβαίνει μόνο φέτος, απλά έγινε καθεστώς απ’ όλες τις κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων και η σημερινή. Επίσης, να υπενθυμίσουμε ότι από τα έσοδα του Πράσινου Ταμείου το 95% πηγαίνει στην αποπληρωμή του χρέους!

Όπως προαναφέρθηκε, το κόστος των εργασιών πρόληψης πυρκαγιών, μέσω της επιστημονικής διαχείρισης των δασών, είναι χαμηλό, ίσως είναι ίδιο με το κόστος της κατάσβεσης και των ζημιών μιας μόνο μεγάλης πυρκαγιάς (κόστος πτήσης αεροπλάνων και ελικοπτέρων, επίγειες δυνάμεις, αποζημιώσεις πληγέντων/απώλεια αγροτικής παραγωγής, κ.λπ.). Τα δε μέτρα πρόληψης που πρέπει να λαμβάνονται από τους δασοκτήμονες είναι:

- Δασοκομικά, όπως ο κατάλληλος χειρισμός των εύφλεκτων δασών της μεσογειακής ζώνης με επιλεκτικές αραιώσεις, κλαδεύσεις και απομάκρυνση του εύφλεκτου υπόροφου κατά μήκος των δρόμων, ώστε να καταστούν λιγότερο εύφλεκτα και να εμποδίζεται η μετατροπή των έρπουσων πυρκαγιών σε επικόρυφες. Η δε διάνοιξη αντιπυρικών λωρίδων, που απαιτείται από ορισμένους «ειδήμονες», το μόνο που καταφέρνουν είναι να προσβάλλουν βάναυσα το τοπίο και να προκαλούν την διάβρωση του εδάφους, χωρίς να αποτρέπουν την διάδοση της πυρκαγιάς.

- Αστυνομικά, δηλαδή μέτρα αστυνόμευσης και επιτήρησης της περιοχής με συνεχείς περιπολίες για την αποτροπή εμπρησμών, αλλά κυρίως για την έγκαιρη ανίχνευση εστιών πυρκαγιάς και την άμεση κατάσβεσή τους.

- Μέτρα ενημέρωσης του κοινού και κυρίως των επισκεπτών για τους κινδύνους εκδήλωσης πυρκαγιών.

Στην Χίο, ειδικότερα στην περίπτωση της μεγάλης πυρκαγιάς του 2012, δεν υπήρχε καμία πρόληψη μέσω επιστημονικής διαχείρισης των δασών, της ίδρυσης δικτύου πυροφυλακίων, κ.λπ., όπου τα δάση είχαν ουσιαστικά αφεθεί στην τύχη τους, όπως και όλα τα δάση στη χώρα μας.

Το δεύτερο επίπεδο αφορά την άμεση πυρανίχνευση, δηλαδή την έγκαιρη αναγγελία της πυρκαγιάς και την άμεση παρέμβαση από την εκδήλωση της πυρκαγιάς. Για τον σκοπό αυτό απαιτείται ένα ικανοποιητικό δίκτυο παρατηρητηρίων (πυροφυλακίων), κατάλληλα εξοπλισμένων με όργανα κατόπτευσης, πυρανίχνευσης και επικοινωνίας, επαρκώς επανδρωμένων με εξειδικευμένο προσωπικό και η διάθεση και διασπορά επαρκών σε αριθμό, ευκίνητων πυροσβεστικών μέσων και ομάδων, που θα είναι σε θέση να βρίσκονται στην εστία της εκδηλωθείσας πυρκαγιάς σε διάστημα μικρότερο των 15 λεπτών το αργότερο. Ο χρόνος αυτός μην θεωρείτε ότι είναι τυχαίος, αλλά έχει υπολογιστεί ότι στον χρόνο αυτό και με ακραίες συνθήκες, μπορεί να περιορισθεί κάθε πυρκαγιά με μια μικρή δεξαμενή νερού και το απαιτούμενο προσωπικό. Παλιότερα, η Δασική Υπηρεσία, πριν τον παροπλισμό της και τη μεταβίβαση[1] των αρμοδιοτήτων δασοπυρόσβεσης (1998) στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, είχε στην κατοχή της ευκίνητα πυροσβεστικά μέσα (μισότονα φορτηγά με δεξαμενή νερού), ιδανικά στον δασικό χώρο, όπου έσβηναν τις πυρκαγιές εν τη γενέσει τους. Στην συνέχεια, τα μέσα αυτά αντικαταστάθηκαν από τον «βαρύ» στόλο της Π.Υ., ο οποίος δεν ενδείκνυται για άμεση επέμβαση στο «ιδιαίτερο» δασικό οδικό δίκτυο, με αποτέλεσμα η πυρκαγιά να λαμβάνει γρήγορα μεγάλες, και στις πρόσφατες πυρκαγιές, ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Τέλος, εάν παρόλες τις προσπάθειες πρόληψης και άμεσης παρέμβασης η πυρκαγιά δεν μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο και πάρει διαστάσεις τότε αρχίζει το πλέον δύσκολο, σύνθετο και πολυδάπανο έργο της δασοπυρόσβεσης ή καλύτερα της αναχαίτισης της πυρκαγιάς. Στην φάση αυτή οφείλουν να μετέχουν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς, των οποίων ο συντονισμός αποτελεί το δυσκολότερο μέρος της επιχείρησης. Και εδώ είναι που γίνεται το «μπάχαλο» στη Χώρα μας, γιατί ο καθένας θεωρεί τον εαυτό του ως αυτονοήτως ικανό να συντονίσει μια τόσο δύσκολη και σύνθετη επιχείρηση. Σε όλες τις προηγμένες χώρες την ευθύνη συντονισμού την έχει αυτός που, ανεξάρτητα από το ποιες δυνάμεις μετέχουν στη δασοπυρόσβεση, γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον το ανάγλυφο της περιοχής του, το οδικό δίκτυο, τις θέσεις υδροληψίας, την ευφλεκτικότητα των οικοσυστημάτων της περιοχής δικαιοδοσίας του, τις πιθανές κατάλληλες θέσεις αναχαίτισης της πυρκαγιάς, το διαθέσιμο προσωπικό, τις τυχόν απειλούμενες κτιριακές εγκαταστάσεις και οικισμούς, την οικολογία και τις ιδιαιτερότητες των δασικών πυρκαγιών.

Είναι καιρός λοιπόν να εξετασθεί πώς μπορούν να αξιοποιηθούν όλοι οι φορείς, αλλά και οι εθελοντές, στο μέγιστο δυνατό κάτω από ένα καλά σχεδιασμένο, με τη βοήθεια της επιστήμης και χωρίς αγκυλώσεις, σύστημα. Βέβαια, χρειάζονται μεγάλες τομές και αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των κρατικών υπηρεσιών και των αυτοδιοικήσεων, αλλά κυρίως αλλαγή των εθνικών πολιτικών πρακτικών, ώστε να υποστηριχτεί θεσμικά και οικονομικά η πρόληψη των πυρκαγιών με απώτερο στόχο την ελαχιστοποίηση των καταστροφικών της συνεπειών και της πιθανότητας εμφάνισης παρόμοιων τραγικών καταστάσεων.

Του Εμμανουήλ Φραγκάκη

MSc, Δασολόγου - Περιβαλλοντολόγου Μελετητή




[1]   Είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν διευκρινιστεί οι λόγοι αυτής της απόφασης, πέρα από το καπρίτσιο κάποιου υπουργού, απαγορεύοντας την προσφορά των επιστημονικών υπηρεσιών του προσωπικού της Δ.Υ, οι οποίοι αφενός είναι γνώστες του χώρου, αφού ζουν και εργάζονται σ’ αυτόν, αφετέρου διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις στην διαχείριση των δασικών πυρκαγιών.

Δείτε επίσης