Άποψη

8/10/12 18:08

τελ. ενημ.: 8/10/12 18:08

Η Βασίλισσα και το κλειδί της

 
 Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας νέος πανέξυπνος και άτακτος. που γεννήθηκε σε μια φτωχή αλλά υπερήφανη χώρα που λέγεται Ελλάδα. Ο πατέρας αυτού του νέου ήταν μεγάλος και τρανός και γι αυτό έστειλε το γιο του σε μια άλλη χώρα, μεγάλη, πλούσια και ισχυρή, την Αμερική, που είχε πολλές πολιτείες. Κάποια στιγμή που ο πανέξυπνος νέος τελείωσε τις σπουδές του, ο πατέρας του τον κάλεσε στην Ελλάδα και του ανέθεσε μια αποστολή, αλλά επειδή εκείνος είχε μάθει σε άλλο τρόπο σκέψης, ο πατέρας του τον ξαναέστειλε πίσω και αφού υπηρέτησε τη θητεία του έγινε καθηγητής και υπήκοος αυτής της χώρας.
 Όταν όμως οι πολιτικοί εκείνης της εποχής στην Ελλάδα τα έκαναν «θάλασσα», πήρε ετσιθελικά ο Στρατός την κατάσταση στα χέρια του και οι Έλληνες δεν μπορούσαν να μιλήσουν και να εκφρασθούν πια ελεύθερα. Τότε εκείνος ο πανέξυπνος και άτακτος νέος, με τις διασυνδέσεις που είχε στην Ευρώπη, γύρισε από την Αμερική και οργώνοντας όλη την ήπειρο, από τη Σουηδία μέχρι την Ισπανία, προσπαθούσε να ξεσηκώσει όλους τους Έλληνες του εξωτερικού, δημιουργώντας μια επαναστατική οργάνωση ακόμα και με ένοπλες ομάδες και μέσα στην Ελλάδα, για να απομακρύνει τους στρατιωτικούς.
 Οι στρατιωτικοί με τον ξεσηκωμό ιδιαίτερα των φοιτητών απομακρύνθηκαν και γύρισαν ξανά οι πολιτικοί, μέσα σ’ αυτούς και ο νέος που ίδρυσε ένα κίνημα - κόμμα. Μέσα σ’ αυτό το κίνημα μπήκαν πολλοί ικανοί και αξιόλογοι πολιτικοί και σχεδόν όλοι αυτοί που τον ακολουθούσαν στη δράση του με τις ομάδες τους και είχαν μάθει στο «αντάρτικο» και το «πλιάτσικο».
 Σε λίγα χρόνια αυτό το κίνημα με επικεφαλής τον έξυπνο νέο, που είχε πια ενηλικιωθεί, και με τις ευλογίες ενός «σοφού» υπουργού Εξωτερικών της μεγάλης και ισχυρής χώρας που αντιμετώπιζε εχθρικό κλίμα στην Ευρώπη, ανέλαβε τη διακυβέρνηση της μικρής και φτωχής Ελλάδας, που είχε υπογράψει μια σύμβαση με την Ευρώπη μήπως μπορέσει να ορθοποδήσει. Επειδή όμως όπως είπαμε αυτός ο ενήλικας πια νέος ήταν πανέξυπνος, φώναζε συνθήματα κατά της μεγάλης και ισχυρής χώρας και κατά της Ευρώπης που άρεσαν στον κόσμο. Όταν  λοιπόν πήρε την εξουσία στα χέρια του, συνέχισε να φωνάζει τα ίδια συνθήματα, κάνοντας όμως όλα τα χατίρια στη μεγάλη και ισχυρή χώρα και εισπράττοντας τα χρήματα που έρρεαν από τα ταμεία της Ευρώπης. Οι ικανοί και αξιόλογοι πολιτικοί που ήταν μαζί του, επειδή δεν συμφωνούσαν, άρχισαν ένας- ένας να φεύγουν, ενώ οι άλλοι σύντροφοι, που ήταν μαθημένοι στο «αντάρτικο» και το «πλιάτσικο», έμειναν σε υψηλές θέσεις κι άρχισαν να εφαρμόζουν αυτό που ήξεραν και είχαν μάθει, αφού τα χρήματα από την Ευρώπη έρχονταν και όλοι μας δάνειζαν χωρίς πρόβλημα.
 Οι Έλληνες από τη μετρημένη διαβίωση τους άρχισαν να παίρνουν λεφτά χωρίς να δουλεύουν, να απολαμβάνουν μια πλούσια ζωή χωρίς να παράγουν, να σκέπτονται και να υπάρχουν μόνο για την πάρτη τους, να μαθαίνουν τα παιδιά τους να μην έχουν στόχους και όνειρα, παρά μόνο να ζουν από το Κράτος με θέσεις και διορισμούς χωρίς αντικείμενο και με μηδενικά προσόντα. Σκάνδαλα, λαμογιές, αυθαιρεσίες, γενίτσαροι της εύνοιας και διαφθορά του κοινωνικού ιστού της φτωχής σε παραγωγή και πλούσιας σε απολαύσεις μικρής χώρας, ήταν το αποτέλεσμα αυτής της εποχής.
Ο ενήλικας πια νέος αρρώστησε και πέθανε. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν σχεδόν στο ίδιο κλίμα, στην ίδια κακιά νοοτροπία πολιτικών και πολιτών και στην ίδια φιλοσοφία της λαμογιάς, της αρπαχτής και του εαυτούλη μας. Οι δανειστές ζητούσαν τα χρήματα που μας δάνειζαν με εξωφρενικούς τόκους, τα χρήματα που έδιναν οι Ευρωπαίοι για υποδομές που θα στήριζαν την οικονομία και την ανάπτυξη πήγαιναν στις τσέπες των «αρπαχτικών». Κάποιος, βλέποντας την κατάσταση μη αναστρέψιμη, ψέλλισε ότι βουλιάζουμε και πρέπει ν αλλάξουμε. Ποιος όμως να τον ακούσει, οι Έλληνες είχαν μάθει στην καλοπέραση.
 Τότε  άδραξε την ευκαιρία ο γιος του πανέξυπνου ενήλικα, που είχε πεθάνει και τον διαδέχθηκε, (βλέπετε σ’ αυτή τη φτωχή -μικρή χώρα, την Ελλάδα, ενώ δεν υπήρχε πια θρόνος συνεχιζόταν η διαδοχή) και με νέου τύπου συνθήματα, όπως «υπάρχουν χρήματα», ενώ τα ταμεία ήταν άδεια και ξεγελώντας τους Έλληνες, που τους αρέσει να τους κοροϊδεύουν, ανέλαβε την εξουσία και πάλι με πολλά νέα πρόσωπα γύρω του. Επειδή όμως ο γιος δεν ήταν το ίδιο έξυπνος με τον πατέρα του, οι ξένοι που είχαν βάλει πια τη θηλιά στον λαιμό της φτωχής – μικρής χώρας τον έπεισαν να υπογράψει ένα συμβόλαιο για να του δώσουν κι άλλα δανεικά. Αυτό το συμβόλαιο ήταν κάτι σαν ξεπούλημα της φτωχής χώρας στους ξένους, γιατί αυτοί ήξεραν πως αυτή η φτωχή – μικρή χώρα, στο βάθος έχει πολύ πλούτο.
 Όμως ο κόσμος αγανάκτησε και οι νέοι που είχε πάρει στην ομάδα του ο γιος που έκανε βλακείες τον έδιωξαν, γιατί, εκτός των άλλων, δεν μπορούσαν να βάλουν πια το δάκτυλο στο μέλι, αφού δεν υπήρχε.
 Τότε μέσα στην απογοήτευση και την απελπισία, θυμηθήκαν πως κάποιοι που έτρωγαν με χρυσά κουτάλια την εποχή της λαμογιάς, είχαν βγάλει πολλά λεφτά σε θησαυροφυλάκια του εξωτερικού και τα φύλαγαν εκεί. Προσπάθησαν λοιπόν να τα βρουν για να βοηθήσουν τη φτωχή χώρα και τους χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους να ανασάνουν, αφού αυτοί οι ταλαίπωροι πλήρωναν το μάρμαρο του συμβολαίου. Βρήκαν λοιπόν σε ποια θησαυροφυλάκια του εξωτερικού είχαν φυλάξει τα «κλεμμένα», αλλά δεν έβρισκαν το κλειδί.
 Ήρθε τότε η Βασίλισσα, σαν καλή νεράιδα, και τους έδωσε το κλειδί για να ανοίξουν τα θησαυροφυλάκια και να βοηθήσουν τη φτωχή και εξαντλημένη χώρα και να ελαφρύνουν από το δυσβάστακτο φορτίο τους καταπιεσμένους πολίτες.
 Έλα όμως που «ο λύκος αλλάζει την τρίχα αλλά όχι το χούγια του», όπως λέγει η σοφή λαϊκή ρύση. Αυτός που πήρε το κλειδί, νόμισε ότι μάλλον βρήκε το κρυμμένο στη γωνία πιθάρι με το μέλι. Αφού ξεσκαρτάρισε, έδωσε το κλειδί σε κάποιον άλλο και αυτός, αφού ξεσκαρτάρισε, το έδωσε στον επόμενο και ο επόμενος το έδωσε στον πιο μεγάλο και ο πιο μεγάλος το κράταγε καλά φυλαγμένο γιατί το έψαχναν και μετά, όταν κατάλαβε ότι μπορεί να γίνει σκάνδαλο, το παρέδωσε εκεί που έπρεπε να έχει παραδοθεί από την αρχή.
 Όμως όταν παρέδωσε το κλειδί ο μεγάλος, δεν υπήρχε πια το πιθάρι με το μέλι.
Αυτά τα υπέροχα συμβαίνουν παιδιά μου σ’ αυτή τη μικρή και φτωχή αλλά υπερήφανη χώρα που λέγεται Ελλάδα. Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα.
Κάθε ομοιότητα ή παραλληλισμός του παραμυθιού με πρόσωπα είναι δική σας σκέψη