Άποψη

28/3/12 19:26

τελ. ενημ.: 28/3/12 19:26

Ένοχη Σιωπή

 
Οι λαλίστατοι Έλληνες, οι θερμόαιμοι Μεσόγειοι, οι θεριακλήδες φιλόσοφοι της καλοπέρασης, δεν μιλούν πια, δεν αντιδρούν. Σιώπησαν, ηρέμησαν, ξεροκαταπίνουν αμήχανοι κι ας ελπίσουμε ότι προβληματίζονται και παραδειγματίζονται για το μέλλον της Ελλάδας μας.
Το «κρείττον το σιγάν» στην πλήρη εφαρμογή και το μεστό νόημα του. Γιατί τι να πουν, ότι φταίνε μόνο οι πολιτικοί που οι ίδιοι επιλέγουν κατ’ εικόνα και ομοίωση; Ότι φταίνε οι Ευρωπαίοι που μας έδωσαν τα χρήματα για να αναπτυχθούμε κι εμείς τα σκορπίσαμε ανακαλύπτοντας λαμογίστηκες μεθόδους με την ανοχή των ελεγκτών του λαδώματος, για να πηγαίνουν στις τσέπες των ειδημόνων της λοβιτούρας και μετά στις τράπεζες του εξωτερικού; Ότι εμείς τους δώσαμε το δικαίωμα να μας πατούν τώρα στο λαιμό, όντες οριζοντιωμένοι στο έδαφος, εξυπηρετώντας τα δικά τους εθνικά συμφέροντα; Ή τέλος ότι, ως νέοι Λουδοβίκοι, θεωρούσαμε πως το Κράτος είναι ο καθένας από εμάς χωριστά και όχι όλοι μαζί;
Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις, όπως σε κάθε κανόνα, υπάρχουν εκείνοι οι απλοί και αγνοί συμπολίτες μας, που δεν συμμετείχαν στο πάρτι και τώρα καίγονται κι αυτοί μαζί με την ξεροσαπίλα των γενίτσαρων της κομματικής συνοθήλεψης και της ανθελληνικής- αντιπατριωτικής ελίτ πάσης εξουσίας.
Υπάρχουν οι Έλληνες της άλλης Ελλάδας, της ομογένειας, που χρόνια τώρα μοχθούν μακριά από την Πατρίδα τους ξενιτεμένοι, είτε από ανάγκη, είτε από το σύστημα, είτε από το επιχειρηματικό δαιμόνιο, στέλνοντας το συνάλλαγμα για να βοηθήσουν τον τόπο τους και πονούν, δακρύζουν και υποφέρουν για την κατάντια μας.
Υπάρχουν και οι ρομαντικοί, που είτε από παράδοση είτε από επιλογή πρόσκεινται ιδεολογικά σε κάποιο κόμμα, χωρίς να θέλουν και να επιδιώκουν να ωφεληθούν σε βάρος των συνανθρώπων τους, παρά μόνο μέσα από την έντιμη και κοπιώδη δική τους προσπάθεια να επιβιώσουν και να ανοίξουν πιο εύκολο δρόμο για τα παιδιά τους και τώρα αγκομαχούν, γιατί δεν μπορούν να τα καταφέρουν.
Υπάρχουν πολλοί, που μέσα από ένα παραπονεμένο ενδόψυχο πικρό γιατί, αναρωτιούνται πόσο ακόμα θα υπάρχουμε.
Υπάρχουν όμως και άλλοι, οι περισσότεροι, που ακόμα συνεχίζουν στους ίδιους καταστροφικούς ρυθμούς, που ακόμα προσπαθούν να αντισταθούν, για να μη χάσουν τα κλεμμένα «κεκτημένα», που ακόμα οι εμμονές και το συμφέρον έχουν προτεραιότητα μπροστά στο ολοκαύτωμα.
 Είναι οι Εξουσίες και οι Θεσμοί. Που νομοθετούν περιστασιακά, εκτελούν συντεχνιακά και δικάζουν προνομιακά. Που λειτουργούν πελατειακά και σπαταλούν τα χρήματα του φορολογούμενου πολίτη για να εξυπηρετούν ημετέρους.
Είναι η μιντιακή εξουσία των πληρωμένων δημοσιογράφων και των ευνοημένων καναλαρχών και εκδοτών, αυτών που στον οίστρο του εύκολου και παράνομου κέρδους και της πελατειακής σχέσης χρωστούσαν και χρωστούν στο Κράτος τεράστια ποσά, με μοναδική προσφορά την παραπληροφόρηση και το παραμύθιασμα.
 Είναι τα κόμματα της Αριστεράς, που, ταριχευμένα από το παρελθόν, προσπαθούν με εμμονές ξύλινου και ανεδαφικού λόγου να μας πείσουν πως ζούμε σε άλλο κόσμο από αυτόν της παγκοσμιοποιημένης αγοράς.
 Το ΚΚΕ της κ. Παπαρήγα από την εποχή του Λένιν, του Μπρέζνιεφ και του Χότζα στην Αλβανία. Του σταθερού αλλά εκτός πραγματικότητας και εποχής λόγου, που στην ελεύθερη οικονομία της αποκρατικοποίησης τα θέλει όλα να ανήκουν στο Κράτος με διαχειριστές την κομματική αριστοκρατία της «Stasi».
 O ΣΥΡΙΖΑ του κ. Τσίπρα, που θέλει ό,τι δεν γίνεται και καταστρέφει ό,τι θέλει. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που θέλει την Ευρώπη αλλά βρίζει τους Ευρωπαίους, που θέλει τη βοήθεια τους αλλά με τους όρους που εκείνος θα επιβάλει και δεν θέλει το Μνημόνιο όσο δεν θέλει την ευθύνη της εξουσίας, δίνοντας στέγη στο αντιεξουσιαστικό κίνημα.
 Η Δημοκρατική Αριστερά του κ. Κουβέλη, που, όσο κι αν ο ίδιος έχει ρίξει νερό στο κρασί του, ακολουθώντας τη λογική του «την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενος», οι σύντροφοι του του υπενθυμίζουν σε κάθε ευκαιρία το «μέμνησω των καπιταλιστών», με αποτέλεσμα να χύνεται το γάλα και να προσπαθεί να το ξαναμαζέψει δίνοντας στέγη σε κάθε πικραμένο ΠΑΣΟΚο και σε κάθε λογικοφανή ξεστρατημένο αριστερό.
Ο καταγγελτικός λόγος, του σοβαρού κατά τα άλλα κ Κουβέλη, είναι εύκολος, οι δύσκολοι καιροί όμως απαιτούν πρόταση διεξόδου και δράση με αποτέλεσμα.
 Οι τρεις αυτοί αριστεροί σχηματισμοί, σύμφωνα με τα δημοσκοπικά ποσοστά, φθάνουν στο 46% περίπου. Αν όμως τους ζητήσουν να αναλάβουν την ευθύνη της διακυβέρνησης, θα το αρνηθούν κατηγορηματικά, γιατί δεν ταιριάζουν τα χνώτα τους. Στην ουσία δεν θέλουν γιατί τους πάει καλύτερα το ρητό «έξω από τον χορό πολλά τσαλίμια», γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως, όταν χορέψουν, θα χάσουν τα βήματα.
Είναι ο ΛΑΟΣ του κ. Καρατζαφέρη, που μονοπωλεί τον πατριωτισμό, αλλά μόλις μπήκε στη συγκυβέρνηση έχασε τον προσανατολισμό και την πορεία του, κάνοντας διαρκώς πισωγυρίσματα και ψάχνοντας το βηματισμό του να αντιληφθεί πώς αυτό που προσπαθεί να μονοπωλήσει, οι άλλοι το έχουν ριζωμένο στην καρδιά και την ψυχή τους.
 Είναι η Δημοκρατική Συμμαχία της κ. Μπακογιάννη, που αυτόματα εξαγνίσθηκε και βγάζει τα προσωπικά απωθημένα της με τον Α. Σαμαρά, το Άρμα των Πολιτών, που θεωρεί πως, ως τεθωρακισμένο, θα προελάσει σε ελεύθερο τοπίο, χωρίς γραμμές άμυνας. Είναι οι Οικολόγοι-Πράσινοι, που καινοτομούν σε σχέση με όλα τα περιβαλλοντικά-οικολογικά σχήματα της Ευρώπης, ζητώντας μας να γυρίσουμε στην εποχή των πρωτόπλαστων και να ζούμε μόνο από τη φύση.
Είναι τέλος τα δυο μεγαλύτερα κόμματα, τα επιλεγόμενα εξουσίας, αφού αυτά κυβέρνησαν την Ελλάδα τα τελευταία 35 χρόνια, με το αποτέλεσμα που σήμερα βιώνουμε.
 Η Ν.Δ. του κ. Σαμαρά, που, τουλάχιστον πριν τη δική του εποχή, διατηρούσε έντονα τα στοιχεία του συντηρητισμού. Κάνοντας πάντα προσεκτικά τις στρατηγικές της επιλογές με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, δικαιώθηκε στις περισσότερες, χωρίς να αποφύγει τα τραγικά λάθη. Δικαιολογεί την ανυπαρξία των μεταρρυθμίσεων που η χώρα χρειαζόταν, με το σκεπτικό της αντίδρασης του λαού που είχε κακομάθει. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπάθησε και ήθελε να αλλάξει τα πράγματα, αλλά ο κόσμος είχε συνηθίσει στην επίπλαστη ευμάρεια με τις παροχές, τα επιδόματα και τα δανεικά της 10ετιας Α. Παπανδρέου. Η κυβέρνηση Κ. Καραμανλη ήθελε και είχε τις δυνατότητες και την εμπιστοσύνη από τη λαϊκή εντολή, αλλά απέφυγε, δίστασε, φοβήθηκε (βλ. δομημένα ομόλογα- Δεκέμβριος του 2008), με αποτέλεσμα να εμφανιστούν φαινόμενα διαφθοράς που αγανάκτησαν το λαό. Είχαν όμως και οι δυο ένα μεγάλο εσωτερικό πρόβλημα να αντιμετωπίσουν, που δεν ήταν άλλο από τους ίδιους της τους ψηφοφόρους, αφού απαιτούσαν επιτακτικά την εύνοια των δικών τους παιδιών, προβάλλοντας ως δικαιολογία το αποφευκτέο παράδειγμα του ΠΑΣΟΚ. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο στη συμπεριφορά των νεοδημοκρατών, αφού, πλην εξαιρέσεων, συνήθιζαν να βασίζονται πάντα στις δικές τους προσωπικές και οικογενειακές δυνάμεις, χωρίς εξάρτηση από το κόμμα, για να εκφράζουν ελεύθερα την άποψη και τη γνώμη τους.
Αυτά είναι όμως φθηνές δικαιολογίες, γιατί, όταν κυβερνάς και έχεις ιδέες και στόχους που θα επιλύσουν χρόνιες παθήσεις του συστήματος, προχωράς με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, εκπληρώνοντας το καθήκον σου, και αν δεν αρέσει, ας σε ρίξουν. Με λίγα λόγια η Ν.Δ. της πριν Σαμαρά εποχής, φάνηκε μικρή για την υλοποίηση των μεγάλων μεταρρυθμίσεων που η χώρα χρειάζεται.
 Το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου, το Κίνημα που αντιπαθούσε το Σοσιαλισμό αλλά τον διαλαλούσε και πίστευε στον Καπιταλισμό που κατηγορούσε. Γνώστης και πιστός οπαδός του δόγματος Κίσινγκερ του ‘75 περί αντιαμερικανισμού στην Ευρώπη, ο Α. Παπανδρέου κατάφερε να εξαφανίσει την Ένωση Κέντρου, να αποσπάσει ένα μεγάλο κομμάτι από τις παρυφές της Αριστεράς (λόγω αντιδεξιού-αντιαμερικανικού μένους) και να προσεταιρισθεί τους καιροσκόπους της δεξιάς, φορώντας επιδέξια τη μάσκα του αντιαμερικανισμού. Με εξαιρετική μαεστρία πέρασε το σύνθημα « ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», αποσπώντας τα πακέτα Delor από την ΕΟΚ και δίνοντας όλες τις διευκολύνσεις με όρκο πίστης στο ΝΑΤΟ. Με χειρουργική ακρίβεια διοχέτευσε τα χρήματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που προοριζόταν για την ανάπτυξη και τα δάνεια που απλόχερα έπαιρνε (το 1981 το χρέος ήταν στο 26,5% επί του ΑΕΠ) στην κατανάλωση, με αυξήσεις μισθών, με επιδόματα, με πρόωρες συντάξεις και διορισμούς στο Δημόσιο. Μοναδικός στόχος και μέριμνα η δημιουργία στρατού ψηφοφόρων με πελατειακή σχέση και επίλεκτο σώμα γενίτσαρων, χωρίς γνώμη και άποψη. Η σήψη και η διαφθορά ρίζωσε για τα καλά στον κοινωνικό ιστό και το αποτέλεσμα της πρώτης 9ετιας ήταν να παραδώσει το χρέος στο 72,5% επί του ΑΕΠ. Διόγκωσε τον Δημόσιο τομέα με χιλιάδες εκλεκτούς, με μοναδικό προσόν την κάρτα της Κλαδικής, υποθηκεύοντας το μέλλον της Ελλάδας και της νέας γενιάς. Τον Α. Παπανδρέου διαδέχθηκε ο εκσυγχρονιστής κ. Σημίτης, που κατάφερε το ακατόρθωτο. Έβαλε τους διαπλεκόμενους, που πάντα υπήρχαν και βάδιζαν δίπλα στους πρωθυπουργούς, πάνω από το κεφάλι του, με τα γνωστά αποτελέσματα. Δεν επιδιώκω με την άποψη μου να ισοπεδώσω τα πάντα. Υπήρχαν και αχτίδες φωτός, έγιναν κάποιες μεταρρυθμίσεις, δημιουργήθηκαν κάποιες υποδομές, αποκατασταθήκαν ανισότητες. Στόχος όμως όλων αυτών δεν ήταν ο ορθολογιστικός σχεδιασμός μιας αναπτυξιακής πορείας της χωράς, αλλά η στρατηγική παραμονής στην εξουσία. Υπήρχαν πολλοί διανοούμενοι, βρεθήκαν αξιόλογα στελέχη με δημιουργική σκέψη και καινοτόμες ιδέες που ακολούθησαν τον Αν. Παπανδρέου. Όμως ποτέ δεν μπόρεσαν να προβάλλουν, να εκφράσουν και να υλοποιήσουν αυτό που πρέσβευαν, γιατί δεν μπορούσαν, δεν τους άφηνε και ή αποχωρούσαν ή τους απομάκρυνε. Όσοι απ αυτούς έμειναν, τους κράτησε η καρέκλα της εξουσίας και αφομοιώθηκαν. Είναι οι ίδιοι αυτοί, που σήμερα από τα παράθυρα των τηλεοράσεων εμφανίζονται ως παρθενογεννηθέντες που ξεστράτισαν και  πέρασαν τη διαδικασία εξαγνισμού.
 Ο λόγος που σήμερα το ΠΑΣΟΚ, τουλάχιστον δημοκοπικά, βρίσκεται τόσο χαμηλά, είναι όλοι αυτοί οι εξαγνισθέντες που έδιωξαν τους σοβαρούς.
 Ο κύριος λόγος που σήμερα βρισκόμαστε σ’ αυτό το χάλι, είναι γιατί με τη συμπεριφορά μας σπρώξαμε τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα να λειτουργούν με άκρατο λαϊκισμό.
 Ο βασικός λόγος που τώρα απορούμε γιατί ο κόσμος δεν μιλά και δεν αντιδρά, είναι η ενοχή μας που μας αναγκάζει να σιωπούμε.
 Όπως στρώσαμε έτσι κοιμόμαστε.
 
 
Μοτο 1: «Υπάρχουν πολλοί, που μέσα από ένα παραπονεμένο ενδόψυχο πικρό γιατί, αναρωτιούνται πόσο ακόμα θα υπάρχουμε.»
 
ΜΟΤΟ 2: «Υπάρχουν όμως και άλλοι, οι περισσότεροι, που ακόμα συνεχίζουν στους ίδιους καταστροφικούς ρυθμούς, που ακόμα προσπαθούν να αντισταθούν, για να μη χάσουν τα κλεμμένα «κεκτημένα».»