Παρελθόν

1/2/12 1:01

τελ. ενημ.: 1/2/12 1:02

Ο Όμηρος και η Σφαγή της Χίου

ΠΩΣ ΣΥΝΔΕΘΗΚΕ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΣΤΑ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Η σύνδεση του Ομήρου με τη Χίο έλαβε μια ακόμη αφορμή για να εκφραστεί στους διεθνείς πνευματικούς κύκλους του 19ου αιώνα, την Μεγάλη Σφαγή και γενική καταστροφή του νησιού το 1822.
Η Χίος παρουσιάζεται ως η όμορφη, αλλά κακοποιημένη και σφαγμένη κόρη του θείου ποιητή, μέσα σε στίχους και πεζά κείμενα ελλήνων και ξένων λογοτεχνών.
Ανάμεσα στα επιμελώς καταγεγραμμένα  πολυπληθή τεκμήρια-πειστήρια της σύνδεσης του ποιητή των ποιητών με τη Χίο, στο βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών επιστημονικό έργο της δρα Φιλολογίας Αθηνάς Ζαχαρού-Λουτράρη «Όμηρος, Χίος Αοιδός», περιέχεται μέρος αυτών των λογοτεχνικών κειμένων, ιδίως εμμέτρων, που παράχθηκαν εκείνη την περίοδο, για να υμνήσουν τον Όμηρο και να θρηνήσουν την κακή μοίρα της γενέτειράς του.
Οι φιλέλληνες ποιητές
Ο Γερμανός φιλέλληνας ποιητής Gustav Benjamin Schwab (1792-1850) συνέθεσε ένα μακροσκελές ποίημα, υπό μορφή θεατρικού έμμετρου έργου 629 στίχων, εκ των οποίων στο έργο της κ. Ζαχαρού-Λουτράρη μεταφέρεται σχετικό απόσπασμα, αυτό που συνδέεται με τον τυφλό ποιητή και τη σύγχρονη και διάσημη Σχολή της Χίου:
…..
Έτσι με έστειλε σε ένα άγιο νησί,
ο Όμηρος είδε το φως σ’ αυτό
και κυριαρχούσε σαν προστατευτικό πνεύμα πάνω στο έδαφός της.
….
Και μέσα από κήπους προβάλει η πόλη
με ωραία σπίτια, όλα φτιαγμένα από πέτρα.
Και ένα από αυτά έγινε ο ναός των Μουσών,
Όπου κατοικεί η σοφία των αρχαίων πατέρων
κι εκεί ακούγεται το τραγούδι του άγιου τραγουδιστή,
εκεί κάθονται ολόγυρα οι δάσκαλοι των Ελλήνων:
Η μεγάλη Σχολή με περιμένει και μένα εκεί

Οι σφαγές της Χίου ενέπνεαν τους ποιητές πολλά χρόνια αργότερα, αφού όπως αναφέρεται στο ίδιο επιστημονικό έργο, το 1864, ο Γάλλος, επίσης φιλέλληνας ποιητής, Th. de Banville, προσωποποιεί τη Χίο «ως την πεθαμένη κόρη του βαριόμοιρου πατέρα, του Ομήρου, που τη θρηνεί στην άκρη του πελάγου»:

Η Χίος τ’ ολόχαρο νησί στο κλάμα βαλαντώνει.
Μεσ’ σ’ ένα σπίτι, που αγριεμένο πέλαο το κυκλώνει
σε κάσα απ’ αγριοπλάτανο σου κείται η θυγατέρα
με ξέπλεκα ξανθά μαλλιά, βαρυόμοιρε πατέρα.

Με απόγνωση αναστρέφοντας την άσπρη του γενειάδα
Ο άθλιος πατέρας χύθηκε στου πελάγου την άκρη
και βαρυαναστενάζοντας χύνει ποτάμι δάκρυ,
και περπατάει αλόγιαστα με την καρδιά καμένη

Δεν κλαίμε εδώ αν εχάσαμε γεννήματα του ονείρου
Εδώ θρηνούμε το χαμό της κόρης του Ομήρου.
Τη μετάφραση του πρώτου ποιήματος υπογράφουν οι Λ. Μυγδάλης και Ν. Παπαδόπουλος, ενώ του δεύτερου ο Ν. Προεστόπουλος.