Κοινωνία

27/6/16 14:25

τελ. ενημ.: 27/6/16 14:25

Ψάχνουν αγορές και ευρώ για να σωθεί ο Κάμπος

Τα ψηλά ντουβάρια δεν αφήνουν τον περαστικό να δει στο εσωτερικό των μεγάλων κτημάτων. Μόνο οι πίσω όψεις των αρχοντικών (αφού «η αρχοντιά κρύβεται, δεν “δείχνεται”»), ό,τι μπορείς να δεις από τον δρόμο, σε προϊδεάζουν για την κρυμμένη ζωή του Κάμπου στη Χίο. Μια περιοχή μοναδική, που άκμασε και παρήκμασε, που «αλλάζει χέρια» συνεχώς, ψάχνει σήμερα τη συνταγή εκείνη που θα κρατήσει ζωντανή την ταυτότητά της και θα δώσει μια ουσιαστική προοπτική. Ορισμένες πρωτοβουλίες, μεμονωμένες προς το παρόν, δείχνουν τον δρόμο.

«Το σπίτι μου είναι του 1700. Στον μεγάλο σεισμό του 1881 (σ.σ. ο πιο καταστροφικός σεισμός του 19ου αιώνα στη χώρα μας) έπεσε το επάνω σπίτι και μετά το ξανάχτισαν, με μπαγδατί και τσατμά. Ηταν μια πολυτελής κατασκευή, να φανταστείτε η φουντάνα (σ.σ. υπόγεια δεξαμενή νερού) ήταν από τότε επενδεδυμένη με πορσελάνα (sic)». Ο κ. Μάρκος Ζαννίκος μάς ξεναγεί στο όμορφο αρχοντικό του, ένα από τα 35 διατηρητέα στον Κάμπο. Η περιοχή, νότια της πόλης της Χίου, οφείλει τη γοητεία της σε μια ιδιαιτερότητα: από την περίοδο των Γενουατών δημιουργήθηκαν εκεί μεγάλα περιβόλια με εσπεριδοειδή, χωρισμένα με υψηλούς τοίχους από θυμιανούσικη πέτρα «για να προστατεύουν τα δένδρα από τους βοριάδες και το ασκοθάλασσο του νοτιά», καθένα με το δικό του αρχοντικό ή πύργο.

 

Τα κτήματα παρέμειναν, κάποια από τα αρχοντικά διασώθηκαν μέχρι και τις ημέρες μας, όσα κατέρρευσαν αντικαταστάθηκαν από νέα κτίρια στο ίδιο μοτίβο και έτσι ο Κάμπος της Χίου διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη τη γοητεία του. Σε αυτό συνέβαλε και το ότι πριν από μερικές δεκαετίες χαρακτηρίστηκε παραδοσιακός οικισμός και ιστορικός τόπος από το ΥΠΠΟ, έχοντας χάσει βέβαια οριστικά ένα μέρος του για την κατασκευή του αεροδρομίου του νησιού. Αυτή τη μοναδική ατμόσφαιρα των αρχοντικών με τα μυροβόλα περιβόλια εσπεριδοειδών δεν μπορεί να την αντιληφθεί κανείς, παρά μόνο αν βρεθεί στο εσωτερικό τους.

Στροφή στον τουρισμό

Αυτό εκμεταλλεύτηκαν ορισμένοι από τους ιδιοκτήτες των κτημάτων, όπως ο κ. Ζαννίκος, μετατρέποντας ένα τμήμα των αρχοντικών σε ξενώνα. Αρκεί όμως αυτό; Η διατήρηση και, πολύ περισσότερο, η αξιοποίηση των περιβολιών παραμένει βασικό πρόβλημα. «Ψάχνουμε να βρούμε τρόπο ώστε ο “Καμπούσης” που δεν είναι εφοπλιστής να μπορέσει να κρατήσει την περιουσία του», λέει ο κ. Ζαννίκος. «Το βασικό πρόβλημα είναι να βρεθεί αγορά για το προϊόν, το μανταρίνι και το πορτοκάλι, ώστε να μην εγκαταλειφθεί η παραγωγή».

Παρά την πρόσφατη πιστοποίηση του χιώτικου μανταρινιού, οι παραγωγοί του Κάμπου αντιμετωπίζουν με ανησυχία το μέλλον. Μετά την κατάργηση των επιδοτήσεων και την πώληση του καταχρεωμένου συνεταιριστικού εργοστασίου σε ιδιώτη, πολλοί καλλιεργητές βρίσκονται πλέον σε αδιέξοδο. «Από τις 250 οικογένειες που ζουν σήμερα στον Κάμπο, μόνο περί τις 10 είναι πραγματικοί καλλιεργητές», εκτιμά ο κ. Ζαννίκος. «Πλέον αρκετοί έχουν αρχίσει και “ξηλώνουν” τις καλλιέργειες πορτοκαλιού και μανταρινιού και τις αντικαθιστούν με πατάτες, γιατί έχουν καλύτερη τιμή, επιδότηση και βρίσκουν αγορά. Αλλοι μετατρέπουν τα περιβόλια τους σε κήπους για τα αρχοντικά-ξενώνες. Το χιώτικο μανταρίνι δύσκολα πωλείται προς βρώση, γιατί οι καταναλωτές προτιμούν ποικιλίες χωρίς κουκούτσια. Και έτσι, ενώ κάποτε έρχονταν καράβια από τη Ρωσία και φόρτωναν μανταρίνια, τυλιγμένα ένα ένα σε ρυζόχαρτο, σήμερα οι καλλιεργητές δεν ξέρουν τι να τα κάνουν».

«Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο», εξηγεί ο Μιχάλης Κλούβας, αγρότης στον Κάμπο. «Δεν υπάρχει συνεταιρισμός ή ομάδα παραγωγών που να προωθήσει τα προϊόντα μας. Οι τιμές που μας δίνει η αγορά είναι πολύ χαμηλές. Κι έτσι τα “τρώει” το χώμα», λέει, δείχνοντας στο περιβόλι του τα πεσμένα φρούτα να σαπίζουν στο έδαφος.

Αναζητούν νέες διεξόδους, δοκιμάζουν νέες ιδέες

«Υπάρχει μια ιστορία: κάποτε ένας βάτραχος και το βατραχάκι έπεσαν σε ένα κουβά γάλα. “Ολα τελείωσαν, μέχρι το πρωί θα είμαστε πνιγμένοι”, είπε ο βάτραχος στον γιο του. Ομως, χτύπα χτύπα τα πόδια το βατραχάκι, έκανε το γάλα βούτυρο και σώθηκε. Κάπως έτσι είναι και η ζωή». Ο κ. Βαγγέλης Ξύδας είναι ένας από τους Χιώτες που «βασανίζονται» για το μέλλον του Κάμπου, που δοκιμάζουν καινούργιες ιδέες, που αναζητούν νέες αγορές και διεξόδους.

Με πολυετή εμπειρία στη διαχείριση ενός από τα πιο γνωστά αρχοντικά-ξενώνες του Κάμπου και του περιβολιού του, ο κ. Ξύδας ίδρυσε το 2008 την εταιρεία Citrus. Η εταιρεία ξεκίνησε ως μικρή οικοτεχνία και σήμερα έχει εξελιχθεί, παράγοντας μια ποικιλία από προϊόντα με βάση τα φρέσκα εσπεριδοειδή του Κάμπου, με μοντέρνες, ελκυστικές συσκευασίες. Παράλληλα ο κ. Ξύδας «άνοιξε» ένα αρχοντικό στο κοινό, δημιουργώντας στην αυλή του ένα καφέ και το μικρό αλλά καλαίσθητο μουσείο, μια κίνηση που αγκαλιάστηκε κατ’ αρχήν από τους Χιώτες και μετά από τους πιο «ψαγμένους» επισκέπτες.

Η προσπάθεια του κ. Ξύδα δεν είναι η μοναδική. Το 2009 η εταιρεία Χυμοί Χίου Α.Ε. (του Χιώτη επιχειρηματία Δαμιανού Ζαννάρα) απέκτησε το παλαιό συνεταιριστικό εργοστάσιο της περιοχής. Μέσα σε λίγα χρόνια προχώρησε στη ριζική ανακαίνιση των εγκαταστάσεων, πραγματοποιώντας μια από τις μεγαλύτερες επενδύσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στην ακριτική Χίο. Οι εγκαταστάσεις της εταιρείας Χυμοί Χίου βρίσκονται μέσα στον Κάμπο και περιλαμβάνουν πλέον δύο χωριστά συγκροτήματα, της εκχύμωσης και της εμφιάλωσης, εξοπλισμένα με σύγχρονα μηχανήματα που εξασφαλίζουν τη φρεσκάδα του προϊόντος. Οι χυμοί «Κάμπος Χίου» κυκλοφόρησαν γρήγορα στα σούπερ μάρκετ όλης της χώρας και ξεχώρισαν χάρη στις καλαίσθητες συσκευασίες τους και την ποιότητά τους.

Η λειτουργία της εταιρείας, όμως, απαιτεί μια διαρκή μάχη. Οι Χυμοί Χίου δυσκολεύονται να αγοράσουν το τοπικό προϊόν στις τιμές που ζητούν οι παραγωγοί και οι παραγωγοί διαμαρτύρονται ότι οι προσφερόμενες τιμές δεν επαρκούν για να καλύψουν τα έξοδα καλλιέργειας. Επιπλέον, όπως όλες οι νησιωτικές εταιρείες, είναι αναγκασμένη να επιβαρύνει την τελική τιμή των προϊόντων με τα υψηλά έξοδα μεταφοράς, ανταγωνιζόμενη εταιρείες που βρίσκονται δίπλα σε αστικά κέντρα.

Καθώς ο κ. Βαγγέλης Ξύδας μάς ξεναγεί στο μουσείο που δημιούργησε για την ιστορία του Κάμπου, το παρελθόν αναπόφευκτα έρχεται σε σύγκριση με το παρόν. «Κάποτε τις πορτοκαλιές τις έλεγαν “φλουριές”, τέτοια ήταν τα έσοδα που έφερναν», εξηγεί. «Υπήρχε ανταγωνισμός ανάμεσα στα κτήματα, που ήταν σαν μικρά “κρατίδια”, με ισολογισμό, με τον “ανεστάτη” που διηύθυνε το κτήμα και έπαιρνε μερίδιο από τα κέρδη, με τη δική τους οργάνωση. Χαρακτηριστικό είναι ότι τους εργάτες δεν τους πίεζαν να κάνουν γρήγορα τη συλλογή του καρπού, αλλά σωστά, μια ολόκληρη τελετουργία. Ακόμα και σήμερα, αν δεις έναν ηλικιωμένο με κοφίνι, το ακουμπά κάτω σαν να περιέχει αυγά και όχι φρούτα. Το προϊόν μας, λοιπόν, δεν χρειάζεται να του κατασκευάσουμε ένα “μύθο”, έχει ιστορία, έχει μοναδική γεύση. Οταν παραιτείσαι, όταν λες “δεν γίνεται τίποτα”, ησυχάζει η ψυχή σου. Πρέπει όμως αυτή η παλιά νοοτροπία να τελειώνει. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε, θα παλέψουμε με όλες μας τις δυνάμεις, κι αν πέσουμε, θα πέσουμε όρθιοι».

 

 πηγη: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Δείτε επίσης

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση