Κοινωνία

28/12/18 8:14

τελ. ενημ.: 30/12/18 8:42

Επιστροφή στις ρίζες για να μη βρουν σε… ξέρα

Οικονομική κρίση, συνεχώς μειούμενο ενδιαφέρον και έλλειψη στήριξης, επιβάλλουν αλλαγή πλεύσης για το έθιμο χριστουγεννιάτικων βαπορακιών

«Απόψε το καράβι μας χαίρεται π’ αρμενίζει  μαζί με τον παινεματή σφυρά, καλησπερίζει.»

Πρόκειται για ένα από τα άπειρα δίστιχα που η λαϊκή μούσα δημιούργησε ειδικά για το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, όταν στην πλατεία Βουνακίου συρρέουν από τις ενορίες και τις γειτονιές της Χώρας  τα ξακουστά αγιοβασιλιάτικα βαποράκια, με τα πληρώματα και το κέφι τους, τα αστεία και τη σάτιρα σε παινέματα και ευχές, σε καυστικά σχόλια και σκώμματα.

Καραβάκι- Βαποράκι

Από παιδιά γνωρίζουμε ότι το σύμβολο των ελληνικών Χριστουγέννων είναι το καραβάκι.

Το συναντάμε στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, αλλά και στη ζωγραφική με τον πιο διάσημο πίνακα που απεικονίζει τα κάλαντα, το ομώνυμο έργο του Τηνιακού καλλιτέχνη Νικηφόρου Λύτρα.

Στον πίνακα «Τα κάλαντα»,  που o δημιουργός φιλοτέχνησε το 1872, ένα από τα εικονιζόμενα παιδιά βαστάει μια μικροσκοπική βάρκα, σύμβολο της αδιάρρηκτης σχέσης του έθνους των Ελλήνων με τη θάλασσα.

Στα καθ’ ημάς, στο αναβιωμένο έθιμο των «Αγιοβασιλιάτικων Βαπορακιών», όπως ακριβώς τα θέλει πολύ χαριτωμένα το χιώτικο λεκτικό ιδίωμα, να κλίνει δηλαδή γραμματικά τα υποκοριστικά και να τα προφέρει στη γενική πτώση, παράλληλα με τα κάλαντα ή παινέματα, να είναι απόλυτα συνυφασμένα με αυτά.

Με άλλα λόγια, το αγιοβασιλιάτικο βαποράκι δεν μπορεί να μη συνοδεύεται από την ομάδα που το κατασκεύασε, η οποία βέβαια επιπρόσθετα αμιλλάται των υπολοίπων (ομάδων) σε ευρηματικότητα στίχων και λόγων, όπως θα δούμε παρακάτω.

Επομένως η χιώτικη εκδοχή των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, συμβολισμένη από το βαποράκι, ελληνική πέρα για πέρα, περιέχει την πρωτοπορία που ήδη ο τόπος διαθέτει, με την πρωτοκαθεδρία του στο ναυτιλιακό στερέωμα. Προσαρμογή του εθίμου στις επαγγελματικές επιλογές της πλειοψηφίας των κατοίκων.

Ρίζες του εθίμου

Η Χίος, ένα από τα νησιά του Βορείου Αιγαίου που ενσωματώθηκαν στο εθνικό κορμό με τους Βαλκανικούς Πολέμους, στη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα, δεν θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα και συνάμα να εκφραστεί, να τιμήσει δηλαδή και να επιβάλει στη συνείδησή της, το υγρό στοιχείο, τη θάλασσα, με τη διττή, αλλά και πολλαπλή ιδιότητά της.

Το έθιμο των «Βαπορακιών» και οι ρίζες του «δεν χάνονται στα βάθη των αιώνων», απεναντίας είναι μια νέα συνήθεια, μια πρωτοβουλία που καθιερώθηκε συγχρόνως με την ελευθερία, αμέσως μετά τα νικηφόρα έτη 1912-13. «Η κατασκευή των καραβιών ξεκίνησε λίγο μετά τους βαλκανικούς πολέμους όταν οι Χιώτες αλλά και οι Ψαριανοί και οι Έλληνες της Σμύρνης θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να τιμήσουν τον ελληνικό στόλο που είχε πετύχει σημαντικές νίκες σε διάφορες ναυμαχίες», επισημαίνει ο παλιός κατασκευαστής βαπορακιών Νίκος Ρωξάνας. Χιώτης ο ίδιος έχει πολλές φορές συμμετάσχει ως μέλος της επιτροπής αξιολόγησης τα τελευταία χρόνια.

Εθιμικός διαγωνισμός – άμιλλα

Με την πάροδο των χρόνων, με την Κατοχή και τον Εμφύλιο, η χώρα βυθίζεται στην καταστροφή, την ανέχεια, το μίσος και την αδιαλλαξία. Φυσική συνέπεια η αλόγιστη μετανάστευση, η επίσης χωρίς σχεδιασμό αστυφιλία.

Έθιμα ατονούν, χάνονται, διατηρούνται στη μνήμη και τη νοσταλγία όσων τα έζησαν.

Από τη μοίρα αυτή, στην οποία συνέτειναν  και οι πολιτικοκοινωνικές μεταπολεμικές εξελίξεις, δεν μπορούσαν να ξεφύγουν τα αγιοβασιλιάτικα βαποράκια.

Έτσι με πρωτοβουλία κάποιων φωτισμένων Χιωτών και τη συνδρομή του τοπικού Τύπου, το 1977 επιτυγχάνεται η θεαματική επαναδραστηριοποίηση των κατοίκων του νησιού, με την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τις παραδόσεις.

Το έθιμο εδραιώνεται πλέον, με κίνητρο το διαγωνισμό το βραδάκι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, στην κεντρική πλατεία ή το φουαγέ του Ομηρείου Πνευματικού Κέντρου, όταν οι καιρικές συνθήκες το επιβάλλουν.

Το έθιμο γνωρίζει ιδιαίτερη άνθιση από το τέλος της δεκαετίας του 1980 μέχρι και το 2010, οπότε η οικονομική και κοινωνική κρίση, το αποδυναμώνουν και το απομακρύνουν από τη νέα γενιά, που σταδιακά το εγκαταλείπει στρεφόμενη στο διαδίκτυο και μακριά από την παράδοση.


Η ΣΧΟΛΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΕΓΓΥΗΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΘΙΜΟΥ

Μία ρηξικέλευθη πρόταση από την πρόεδρο της Περιηγητικής Λέσχης Χίου Πέννυ Τασσοπούλου.

Από το 1975 μέχρι και σήμερα το έθιμο των αγιοβασιλιάτικων βαπορακιών έχει περάσει από διάφορες φάσεις. Μοιραία οι αλλαγές που επήλθαν στην ελληνική κοινωνία από το 2010 μέχρι και σήμερα αποτέλεσαν βαρύ πλήγμα, με την τοπική κοινωνία να διερωτάται προς ποια κατεύθυνση θα πρέπει να προσανατολιστεί η διοργάνωση ώστε να κρατηθεί ατόφια και παράλληλα ζωντανή. 

«Κάποιοι επιμένουν ότι η λύση είναι μία πιθανή μετεξέλιξη του εθίμου. Προσωπικά είμαι κάθετα αντίθετη σε οποιαδήποτε μετεξέλιξη. Έθιμο σημαίνει ότι παίρνουμε κάτι που κι εμείς πήραμε από τις προηγούμενες γενιές και το παραδίδουμε αυτούσιο στις επόμενες. Το έθιμο θα συνεχιστεί εφόσον οι νέες γενιές θέλουν να το συνεχίσουν και όχι διότι θα το επιβάλλουμε εμείς με οποιονδήποτε τρόπο», εξηγεί στον «π» η πρόεδρος της Περιηγητικής Λέσχης Χίου, Π. Τασσοπούλου.

Στροφή στο διαδίκτυο

Ερωτώμενη για το πώς η νέα γενιά αντιμετωπίζει το έθιμο η ίδια δεν μάσησε τα λόγια της. «Δυστυχώς τα περισσότερα από τα πληρώματα των ενοριών έχουν μεγαλώσει, έχουν πια οικογένεια και παιδιά και ο χρόνος που τους περισσεύει δεν τους επιτρέπει την ενασχόλησή τους με το έθιμο. Από την άλλη η νεότερη γενιά δεν ασχολείται με τα αγιοβασιλιάτικα βαποράκια. Επιλέγει σαφώς το διαδίκτυο από τη συνέχιση ενός εθίμου, το οποίο μάλλον της φαίνεται αδιάφορο. Δυστυχώς πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι με τεχνητές ενέσεις ενδιαφέροντος δεν μπορεί να προχωρήσει παρακάτω. Δεν μπορεί κανείς να αναγκάσει τη νέα γενιά να ασχοληθεί με κάτι που εκείνη θεωρεί ότι δεν θέλει να αφιερώσει χρόνο», δηλώνει με εμφανή απογοήτευση.

Η μπάλα στη μαθητική κοινότητα

Μοναδική ελπίδα σωτηρίας, σύμφωνα με την Π. Τασσοπούλου, αποτελεί το «πάντρεμα» του εθίμου που αναβιώνουν τα σχολεία της Χίου με το διαγωνισμό που λαμβάνει χώρα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην πλατεία Βουνακίου.

«Εδώ και 2-3 χρόνια έχω καταθέσει ανοιχτά- με την έγκριση του Συμβουλίου της Περιηγητικής-  την πρόταση ότι τα βαποράκια που παρουσιάζονται μέσα από τις σχολικές δραστηριότητες κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς στο 1ο Γυμνάσιο Χίου, θα μπορούσαν να κατέβουν κάλλιστα στο διαγωνισμό της πλατείας και να ενταχθούν ομαλά στη διοργάνωση της Περιηγητικής Λέσχης. Έτσι θα «παντρευτεί» η έννοια της ενορίας με τα σχολεία του νησιού και θα έχουμε ένα όμορφο και αρμονικό αποτέλεσμα, που θα οδηγήσει στη βιώσιμη συνέχιση του εθίμου. Αυτό βέβαια είναι κάτι που αφορά την εκπαιδευτική κοινότητα της Χίου, η οποία θα πρέπει να δείξει ενδιαφέρον. Θα πρέπει οι ίδιοι οι Διευθυντές να παροτρύνουν τα παιδιά να κατεβάσουν τα βαποράκια τους στην πλατεία και να διαγωνιστούν. Προσωπικά πιστεύω ότι, αν γίνει κάτι τέτοιο, οι δηλώσεις συμμετοχής θα αυξηθούν σημαντικά και το έθιμο θα πάρει μία σημαντική ανάσα», προτείνει η πρόεδρος της Περιηγητικής Λέσχης.


«ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΣΤΗ ΒΑΣΗ ΤΟΥ»

Η υπεύθυνη των Σχολικών Δραστηριοτήτων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χίου Στέλλα Τσιροπινά θέτει τους πυλώνες συνέχισης του εθίμου στο μέλλον.

Το όνομά της είναι ταυτόσημο με την προσπάθεια διατήρησης του εθίμου και κυρίως της αποδοχής του από τις νεότερες γενιές. Εδώ και 6 χρόνια η Στέλλα Τσιροπινά, υπεύθυνη του τομέα Σχολικών Δραστηριοτήτων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης τού νησιού, έχει ξεκινήσει τον δικό της αγώνα αναβίωσης του εθίμου των αγιοβασιλιάτικων καραβακιών με πρωταγωνιστές την μαθητική κοινότητα του νησιού, έχοντας βέβαια πριν διερευνήσει και μελετήσει το έθιμο, σε επίπεδο διδακτορικής διατριβής (Η ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΧΙΑΚΩΝ ΕΘΙΜΩΝ ΤΟΥ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ 1. Πρωτοχρονιάτικα καραβάκια-Λάζαροι, ΧΙΟΣ, 2014-ΕΚΔΟΣΕΙΣ Αιγέας)

«Τα έθιμα είναι βιώσιμα, όταν στηρίζονται από μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ενδιαφέρονται γι’ αυτά. Κι αυτό, επειδή τα έθιμα εκφράζουν  θρησκευτικές και κοινωνικές ανάγκες, δηλαδή ανάγκες, βαθιά ανθρώπινες ή, κάποιες φορές, και ανάγκες εθνικές: αυτό ακριβώς συνέβη και με τα «καραβάκια», όταν ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα μετασχηματίστηκαν σε πολεμικά πλοιάρια για να εκφράσουν την ανάγκη του αλύτρωτου –τότε-Ελληνισμού  να ενωθεί με τον Ελλαδικό κορμό», ανέφερε η ίδια στον «π», προσθέτοντας  ότι στην αρχική του μορφή το έθιμο, ένα έθιμο απλωμένο στα νησιά και τα Μικρασιατικά παράλια, δεν είχε να κάνει με ογκώδεις και βαριές κατασκευές, αλλά με πολύ απλά τσίγκινα ή χάρτινα καραβάκια που «μετέφεραν» τις ευχές για καλοχρονιά.

«Στη Χίο το έθιμο είχε, βέβαια, μία τελείως διαφορετική πορεία, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τη μοναδικότητα, η οποία το χαρακτηρίζει. Και αυτό συνέβη, επειδή, μετά τη φθίνουσα μεταπολεμική πορεία του, διασώθηκε από την «Περιηγητική Λέσχη Χίου» - από τα τέλη της δεκαετίας του 1970- με τη μορφή εθιμικού διαγωνισμού, γεγονός που έχει μετεξελίξει κάποια χαρακτηριστικά του ή ακόμη και τα έχει μεταλλάξει. Αυτό συμβαίνει πάντοτε με τα «ζωντανά» έθιμα, επειδή ακριβώς συνοδοιπορούν με την εποχή τους και τις επιταγές της. Με αυτήν την έννοια, αν το έθιμο μπορεί να υπάρχει, με τη γνώριμή μας μορφή του, ας συνεχίσει να υπάρχει, είναι καλό», εξηγεί η ίδια «επειδή ακριβώς εξακολουθεί να συνεγείρει εορταστικά μια ολόκληρη πόλη και να μεταφέρει στους νεότερους τον απόηχο της μακράς ιστορικής του διαδρομής».

Στα σχολεία η ευθύνη

Αναφερόμενη στην εμπλοκή της σχολικής κοινότητας της Χίου στην προσπάθεια διατήρησης του εθίμου, η κ. Τσιροπινά υπογράμμισε ότι η δευτεροβάθμια εκπαίδευση έχει ξεκινήσει μία προσπάθεια διάσωσης του εθίμου με στόχο τα παιδιά να μπορέσουν να φτιάξουν το δικό τους καραβάκι όπως το έφτιαχναν οι παππούδες και οι προ-προ παππούδες τους.

«Νομίζω ότι τα σχολεία έχουν μία σημαντική ευθύνη στη συνέχιση των καλοχρονιάτικων πλοιαρίων –γενικότερα, εμείς οι εκπαιδευτικοί είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε τη συνεισφορά που θα πρέπει να έχουμε στα ζητήματα του πολιτισμού. Τα «καραβάκια» είναι ένα έθιμο που αντέχει στον χρόνο, διότι μεταφέρει έναν ουσιαστικό πυρήνα ζωής, θα έλεγα. Είναι, ακριβώς, η ανάγκη να πεις «καλή χρονιά», η ανάγκη να ελπίσεις ότι το νέο έτος θα είναι καλύτερο από το προηγούμενο, ό,τι και να έχει συμβεί στο μεταξύ, είναι ακόμη η συναισθηματική και συγκινησιακή σύνδεση αυτών των ομοιωμάτων με τη θάλασσα και τους ναυτικούς. Όλο αυτό το αξεχώριστο μείγμα είναι αυτό που αποκαλούμε «καραβάκια»,  στη Χίο», επεσήμανε, «μαζί, βέβαια και με τις ιδιαίτερες μελωδίες των καλάντων, των ευχετικών, αλλά και των σατιρικών στίχων».

Οι ρίζες του εθίμου και το σήμερα

Αναφερόμενη στη σημερινή διεξαγωγή του εθίμου η κ. Τσιροπινά εστιάζει σε μία σημαντική λεπτομέρεια. «Αυτό το καράβι που έχουμε δει τις τελευταίες δεκαετίες είναι ένα πολυτελές καράβι για τα δεδομένα τής φτωχής παραδοσιακής κοινωνίας, τότε που,  παιδιά, ξυπόλητα σχεδόν, έφτιαχναν ένα χάρτινο ή ένα τσίγκινο καραβάκι, ανάλογα με τα μέσα που διέθεταν. Αυτό, λοιπόν,  που προέχει είναι να υπάρξει η αίσθηση σε όσους ασχολούνται για το τι σημαίνουν τα «καραβάκια». Αυτοί που συμμετέχουν στο έθιμο θα ήταν καλό να γνωρίζουν για ποιο λόγο το υπηρετούν, με άλλα λόγια,  θα πρέπει το έθιμο να τους αφορά- όπως ακριβώς, δηλαδή, γινόταν παλαιότερα, με έναν τρόπο , μάλιστα, τελείως αυθόρμητο. Ως σχολική κοινότητα έχουμε δώσει βάση σε αυτό ακριβώς το ζήτημα  και η γιορτή που διοργανώνουμε στοχεύει ακριβώς στην επιστροφή του εθίμου στην αρχική του κοίτη.

Με αυτήν την έννοια και η πρωινή συγκέντρωση στην πλατεία και ο επισημότερος απογευματινός-βραδινός εθιμικός διαγωνισμός είναι δύο όψεις που πλέουν στην ίδια θάλασσα. Το έθιμο αναζωογονείται, όταν αγκαλιάζεται από ευάριθμες ομάδες και ομίλους –των σχολείων, της κάθε γειτονιάς, των χωριών- που είναι σε θέση να το υποστηρίζουν με αγάπη και να το νιώθουν. Μόνον, έτσι, μπορεί να συνεχίσει το «ταξίδι» του και στο μέλλον, παρακινώντας συνέχεια και αδιάλειπτα την κοινωνία να το παρακολουθεί και να το αγκαλιάζει ακόμη πιο θερμά, αφού αυτή η ίδια η κοινωνία θα χαίρεται όχι μόνο τις κατασκευές, αλλά και τις μελωδίες με τους ευχετικούς  ή τους σατιρικούς στίχους».

«Η σχέση του εθίμου με την κοινωνία –όπως άλλωστε κάθε εθίμου- είναι δούναι και λαβείν», κατέληξε η ίδια.


Η ΑΛΛΑΓΗ ΦΟΡΕΑ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΘΑ ΣΩΣΕΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ;

  • Οι διαχρονικοί προβληματισμοί που αναζητούν διεξοδικό και πραγματικό διάλογο.

Από τις αρχές του 2010 μέχρι και σήμερα η ανάγκη διαλόγου για ουσιαστικές παρεμβάσεις στη διεξαγωγή του εθίμου ολοένα κι εντείνεται με κυριότερο σημείο αυτό της αλλαγής του φορέα διοργάνωσης του διαγωνισμού των αγιοβασιλιάτικων καραβακιών, κυρίως εξαιτίας της διαπίστωσης ότι δεν αρκεί μόνο η συμβολή της Περιηγητικής Λέσχης για τη διεξαγωγή του.

Χαρακτηριστικό σύμπτωμα της αποδυνάμωσης του εθίμου αποτελεί το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των συμμετεχόντων τείνει να περιοριστεί σε 3 μόνο ενορίες της πόλης της Χίου, με τις υπόλοιπες να απέχουν για διάφορους λόγους από το έθιμο.

Το αυξημένο κόστος κατασκευής, που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνά τις 3.000 ευρώ, η απομάκρυνση της νεολαίας από τα ήθη και τα έθιμα αλλά και η απουσία ουσιαστικών κινήτρων για συμμετοχή, αποτελούν κοινά αποδεκτές παθογένειες που αναζητούν παρεμβάσεις.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση ολοένα και πολλαπλασιάζονται οι φωνές που ζητούν την αλλαγή φορέα διοργάνωσης του εθίμου καθώς οι λιγοστές δυνάμεις της Περιηγητικής Λέσχης δυστυχώς περιορίζονται στην αποκλειστική προσπάθεια της προέδρου της Π. Τασσοπούλου.

Σε αυτό το πλαίσιο η παρέμβαση του Ιάκωβου Μπριλή για τις αναγκαίες παρεμβάσεις που θα πρέπει να συντελεστούν για την ομαλή διεξαγωγή του εθίμου είναι πιο επιτακτικές από ποτέ.

«Ο Δήμος Χίου θα πρέπει να αναλάβει πολύ νωρίς πρωτοβουλία με επικεφαλής το Ομήρειο και σε συνεργασία με φορείς και συλλόγους να προωθήσει το έθιμο,  το οποίο και να χρηματοδοτεί κατάλληλα.  Να γίνει μια εθελοντική ομάδα πολιτών που ενδιαφέρονται για το έθιμο, αδιακρίτως ενοριών και να χωριστεί σε τρεις - τέσσερις υποομάδες, που η κάθε μία θα αναλάβει με χρηματική βοήθεια και από τον Δήμο και των φορέων και  συλλόγων να κατασκευάσει από ένα καραβάκι ή να επισκευάσει ένα παλαιότερο σκαρί.  

Ωραία είναι τα δίκαια βραβεία και χρήσιμη η αριστεία αλλά τώρα φτάσαμε σε αδιέξοδο. Το έθιμο πρέπει να κρατηθεί και να λείπουν από δω και πέρα οι πρωτιές και τα βραβεία. Προέχει να μην σβήσουν τα έθιμα, γιατί  σβήνει μαζί τους και το Ελληνικό έθνος. Ας μην αφήνουμε αμαχητί να μας καταπιεί η παγκοσμιοποίηση και ο ατομισμός! ( Ίσως υπάρχουν και καλύτερες προτάσεις πράγμα που μετά χαράς αναμένομε να δουν το φως της δημοσιότητας)», αναφέρει.

Αγωνία και από τις ενορίες

Τις παραπάνω αγωνίες του Ιακ. Μπριλή φαίνεται ότι ενστερνίζονται και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες, με τον πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου του Κάστρου Αν. Βουδούρη να επισημαίνει στον «π» ότι το έθιμο θα πρέπει να τεθεί υπό την αιγίδα κάποιου από τα νομικά πρόσωπα του Δήμου Χίου.

«Δεν είναι ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον από τη νέα γενιά. Υπάρχει, όπως υπάρχουν και άλλα ζητήματα, όπως το οικονομικό, αφού η κατασκευή ενός νέου πλοίου μπορεί να κοστίσει από 2.500 έως και 4.000€. Έτσι είναι αδύνατο να καλυφθεί εξ’ ολοκλήρου το κόστος από τους συμμετέχοντες. Σε αυτό το σημείο θα έπρεπε να έρθει η βοήθεια από το Δήμου ή από ιδιώτες, όπως οι εφοπλιστές, που θα χρηματοδοτήσουν ένα μέρος του κόστους κατασκευής. Αυτό θα μας βοηθήσει προκειμένου κάθε χρόνο να υπάρχουν νέα σκαριά και να αυξηθούν οι συμμετοχές», κατέληξε ο Αν. Βουδούρης.


ΣΤΑΣΙΜΕΣ ΟΙ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΜΗΡΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΙΚΗΣ ΛΕΣΧΗΣ

Στα χαρτιά παραμένει η αρχική πρόθεση της Περιηγητικής για πέρασμα του εθίμου στα χέρια του Ομηρείου.

Αναντίρρητα η ανάγκη στήριξης του εθίμου από την πλευρά του Δήμου, είτε μέσω της διεξαγωγής του με φορέα υλοποίησης το Ομήρειο, είτε μέσω μίας ουσιαστικής συνδιοργάνωσης ενός Νομικού Προσώπου από κοινού με την Περιηγητική Λέσχη, αποτελεί ένα σενάριο που προσλαμβάνει διαστάσεις βεβαιότητας, ειδικά τα τελευταία 5 χρόνια, όπου ο αριθμός των συμμετοχών μειώνεται διαρκώς και το ενδιαφέρον της τοπικής κοινωνίας για τα βαποράκια ατονεί.

Οι μέχρι σήμερα συζητήσεις

Παρά τη διαπιστωμένη ανάγκη το έθιμο να περάσει στην επόμενη φάση, κρατώντας δηλαδή τις ρίζες του αλλά και ταυτόχρονα ενισχυμένο και θωρακισμένο από τις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής, ο ουσιαστικός διάλογος μεταξύ Περιηγητικής Λέσχης και Ομηρείου έχει παραμείνει στάσιμος.

Κι αυτό γιατί από τις πρώτες ημέρες του 2018 μέχρι και τη λήξη του, οι οποιεσδήποτε απόπειρες συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών έπεσαν στο κενό.

«Είχα απευθυνθεί και στον Δήμο και στο Ομήρειο με βάση τη συζήτηση που είχε ανοίξει για το αν θα πρέπει το έθιμο και κάτω από ποιους όρους να περάσει στα χέρια ενός φορέα του Δήμου Χίου. Ενόχλησα 2-3 φορές ωστόσο η οποιαδήποτε προσπάθεια κατέβαλα έπεσε στο κενό αφού στην καλύτερη των περιπτώσεων έλαβα τη διαβεβαίωση ότι είναι ένα θέμα που θα το εξετάσει το Δήμος Χίου στο μέλλον», αναφέρει στον «π» η Π. Τασσοπούλου.

Δεν αποκλείει τίποτα ο Δήμος αλλά…

Από την πλευρά του πάντως ο Δήμος Χίου ναι μεν δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η διοργάνωση του εθίμου να περιέλθει στα χέρια του, ωστόσο εκτιμά ότι οι συνθήκες στην παρούσα φάση δεν είναι ευνοϊκές για μία τέτοια συζήτηση.

«Το συγκεκριμένο ενδεχόμενο αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα από τον Δήμο Χίου. Είναι διαπιστωμένη η πρόθεση των δύο πλευρών να ξεκινήσουν έναν διάλογο για το καλό του εθίμου γιατί πιστεύουμε ότι το έθιμο θα πρέπει να συνεχιστεί με τη βοήθεια τη συμβολή όλων μας. Ωστόσο, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, δεν μπορεί να ανοίξει τώρα ο διάλογος παραμονή των εορτών γιατί η οποιαδήποτε συζήτηση δεν μπορεί να γίνει βεβιασμένα. Το σίγουρο είναι ότι όλοι διαπιστώνουν την ανάγκη παρεμβάσεων και στήριξης και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς. Το Ομήρειο όλα αυτά τα χρόνια στήριξε με κάθε τρόπο, όποτε του ζητήθηκε, τη συγκεκριμένη διοργάνωση, είτε διαθέτοντας την κεντρική του σκηνή, είτε διαθέτοντας προσωπικό και μέσα, σε περιπτώσεις όπου η διεξαγωγή του εθίμου, κυρίως λόγω των καιρικών συνθηκών, επιβάλλονταν να γίνεται σε εσωτερικό χώρο. Αυτό θα κάνουμε και φέτος αν χρειαστεί και φυσικά είμαστε έτοιμοι και ανοιχτοί σε οποιοδήποτε διάλογο από την επομένη της φετινής διεξαγωγής, εφόσον το επιθυμήσει και η διοίκηση της Περιηγητικής Λέσχης Χίου», ανέφεραν στελέχη της διοίκησης του Ομηρείου στον «π».

 

Δείτε επίσης