Ιστορίες

27/3/17 12:16

τελ. ενημ.: 20/2/18 19:34

Έπαιζα για να γλεντάνε οι άλλοι και δεν γλέντησα εγώ

ΝΑ ΜΗΝ ΘΥΣΙΑΖΟΥΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΟΥΤΙΣΟΥΜΕ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΗ, ΜΑΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ Ο 97ΧΡΟΝΟΣ ΠΡΩΗΝ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΑΛΕΚΟΣ ΣΚΟΥΦΑΡΑΣ

Να γλεντάμε τη ζωή και να μην τη θυσιάζουμε για τα λεφτά, μας συμβουλεύει με την εμπειρία των 97 ετών του  ο «έφηβος» παλιός οργανοπαίχτης Αλέκος Σκουφάρας.«Η ζωή δεν είναι ύφασμα να την αγοράσεις, γι’ αυτό καλά να τη γλεντάς πριν φτάσεις να γεράσεις», λέει ως  στιχοπλόκος με ένα μικρό παράπονο στα λόγια του. «Εγώ έπαιζα για να γλεντάνε οι άλλοι και δεν πρόλαβα να γλεντήσω. Μη σας γελάσουν τα λεφτά, εμένα για τα λεφτά με γέλασε η ζωή», προσθέτει.

Γεννήθηκε στο Θολοποτάμι και από μικρός έμαθε να παίζει κλαρίνο. «Το είχε αγοράσει ο πατέρας μου το 1905. Με δίδαξε ο Μικές Χαχλάς και  12 ετών έπαιζα τέσσερα τραγούδια, το  Μεμέτη, την  Ελενάρα, το Χαρικλάκι και το Μυλωνά. Ο αδελφός μου  Γιώργος έπαιζε  σαντούρι, ούτι και  ακορντεόν. Είμαστε  27 χρόνια μαζί,  μετά πήγε Αμερική και τον ακολούθησα».

 

Ιστορία

Ακολούθησε τη συμβουλή του πατέρα του, έγινε καλός για να τον ζητάνε και να μη ζητάει δουλειά. Μεγάλο προσόν του θεωρεί το νοικοκυριό, ήταν  πάντα οργανωμένος. «Στο Βίκι παίζαμε δύο ορχήστρες στα δύο καφενεία. Έσπασε η πένα του μπουζουξή του άλλου καφενείου και ήλθε και μας γύρεψε. Κρυφά από κομπανία μου έβγαλα και του έδωσα».

Τριήμερα

Οι ταλαιπωρίες μεγάλες, το ξενύχτι πολύ αλλά κάθε δουλειά έχει τα καλά και τα άσχημα της. «Σε γάμους πήγαινα στα χωριά  Σαββάτο βράδυ. Παίζαμε όλη τη νύχτα και  την Κυριακή το πρωί πηγαίναμε με τα  όργανα γαμπρό και νύφη στην εκκλησία. Ακολουθούσε  πάλι γλέντι ως την αυγή. Τη Δευτέρα λίγο ύπνο και από το μεσημέρι ως τα ξημερώματα της Τρίτης πάλι παίζαμε. Επέστρεφα  στο σπίτι μετά από τρεις μέρες»

Έπαιζε σε όλα τα νοτιόχωρα. Συχνά στο δρόμο ήταν σκοτάδι και κράταγε την ουρά του μουλαριού για να πάει. Δεν ζούσε αποκλειστικά από τη μουσική. Είχε μπακάλικο στο χωριό και ήταν πράτης, έπαιρνε προϊόντα από τους γεωργούς και τα πουλούσε στην αγορά.

«Δε με ξέρουν τα δικαστήρια, προόδεψα με την αλήθεια, την καρέκλα δεν την έχω ζεστάνει. Αγόραζα τα Σαββατοκύριακα προϊόντα από τα χωριά, κυρίως Καλαμωτή και Πυργί, με βροχές, με κρύα και με χιόνια κατέβαινα στη Χώρα και τα πουλούσα»

Παρά τα 97 του χρόνια είναι πολύ κοινωνικός. Το σπίτι στην οδό Καραμαούνα τον βλέπει μόνο τα μεσημέρια και τα βράδια.

Δείτε επίσης

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση