Ιστορίες

10/11/18 14:05

τελ. ενημ.: 10/11/18 14:39

Η στρατιωτική απελευθέρωση της Χίου και η διπλωματική της προσάρτηση στην Ελλάδα

Η 11η Νοεμβρίου, ένα μεγάλο ορόσημο στην ιστορία της Χίου, ουσιαστικά αποτέλεσε την αρχή μια μακρόχρονης διαδικασίας, στο τέλος της οποίας, το 1923, η Χίος έγινε, νομικά και πραγματικά, τμήμα του Ελληνικού κράτους.

Από παιδιά μεγαλώνουμε με την ιδέα ενός χρονικού ορόσημου, μιας τομής που ανέτρεψε σε μια μέρα δουλείες αιώνων – από το 1346! Μια τέτοια αντίληψη για τα γεγονότα συνδέεται με κοινωνικά πρότυπα που αναζητούν ήρωες και ηγέτες μεσσιανικού τύπου, όπως ο έφιππος στρατηλάτης Κωνσταντίνος. Ηρωϊκά παραμύθια και ανέκδοτα, όπως το «που είσαστε μωρέ και σας περιμέναμε 500 χρόνια» του τότε δημάρχου Χίου, δεν έδωσαν ποτέ τη θέση τους σε πιο προσεκτικές ιστορικές διαπραγματεύσεις.

Ο πολύς κόσμος φαίνεται να πιστεύει ότι πραγματικά η Χίος, σαν να πάτησε κάποιος το κουμπί του ζάππινγκ, πέρασε από την Οθωμανική εξουσία στο Ελληνικό Βασίλειο, μέσα σε μια μέρα, αγνοώντας και τα γεγονότα των πολέμων, και την πραγματικότητα της διοίκησης αλλά και τα δεδομένα των διεθνών σχέσεων και της διπλωματίας της εποχής.

Η 11η Νοεμβρίου, ένα μεγάλο ορόσημο στην ιστορία της Χίου, ουσιαστικά αποτέλεσε την αρχή μια μακρόχρονης διαδικασίας, στο τέλος της οποίας, το 1923, η Χίος έγινε, νομικά και πραγματικά τμήμα του Ελληνικού κράτους, το οποίο όμως πολύ μικρή σχέση είχε με το βασίλειο που κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία τον Οκτώβριο του 1912.

Θα επιχειρήσω μια μικρή αναδρομή στα μεγάλα γεγονότα αυτής της πορείας.

Στην αρχή της δεκαετίας τoυ 1910 η Χίος είναι έτοιμη να γίνει Ελλάδα. Ο πόλεμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Ιταλία (1911-12) και η κατάληψη της Δωδεκανήσου προκαλούν ανάμεικτα προσδοκίες και φόβους. Προσδοκίες γιατί φαίνεται ότι η Αυτοκρατορία καταρρέει χάνοντας τον έλεγχο νησιών, μια ανάσα από τα μικρασιατικά παράλια που αποτελούν για αιώνες τον πυρήνα των εδαφών της, και φόβους γιατί δεν είναι βέβαιο ότι η Ελλάδα θα είναι αυτή που θα αρπάξει την ευκαιρία. Το ζήτημα της κατοχής των νησιών του Αιγαίου –ιδιαίτερα μετά την είσοδο της Ιταλίας στο Αιγαίο- γίνεται ακόμα περισσότερο ένα διεθνές ζήτημα και μόνο συγκυριακά απασχολεί τις Μεγάλες Δυνάμεις ο εθνικός προσανατολισμός και η ταυτότητα των κατοίκων τους.

Η μεγάλη ευκαιρία έρχεται για τη Χίο και την Ελλάδα με τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο που ξεσπάει τον Οκτώβριο του 1912. Η ταχεία κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον Ελληνικό Στρατό και η κυριαρχία του Ελληνικού ναυτικού δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την κατάληψη των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου. Ήδη από τις 8 του Οκτώβρη ο στόλος έχει κυριεύσει τη Λήμνο, την Ίμβρο, τη Θάσο, τον Άι-Στράτη (17/10), τη Σαμοθράκη (18/10), τα Ψαρά (21/10) και από τις 24 την Τένεδο. Η σειρά της Μυτιλήνης έρχεται στις 8 Νοεμβρίου, ημέρα των Ταξιαρχών και της Χίου στις 11 του ίδιου μήνα, στη γιορτή των πολιούχων Αγίων Βικτώρων.

Στη Θεσσαλονίκη από την 6η Νοεμβρίου ξεκινά η συγκρότηση ενός μεικτού συντάγματος με τρία τάγματα και μια πυροβολαρχία υπό τις διαταγές του Συνταγματάρχη Νικόλαου Δελαγραμμάτικα. Με τα πλοία «Πατρίς» και «Σαπφώ» ταξιδεύουν από τη Θεσσαλονίκη προς τη Χίο μέσω Λέσβου, τα ξημερώματα της 11ης Νοεμβρίου. Η δύναμη του Ελληνικού αποσπάσματος, ενισχυμένη με ένα μικρό ναυτικό άγημα, ανέρχεται σε σχεδόν 2.500 άνδρες και έχει να αντιμετωπίσει ένα καλά εξοπλισμένο, λόγω του πολέμου με τους Ιταλούς, τουρκικό σύνταγμα με περίπου ίσο αριθμό ανδρών και διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Ζιχνή-μπέη, έναν ικανό και πεισματάρη αξιωματικό.

Η Χίος, λόγω της γεωγραφικής θέσης της και της σχέσης της προς τα μικρασιατικά παράλια, στα οποία προτάσσει ένα μακρύ μέτωπο, αποτελούσε το δυνατό σημείο της οθωμανικής άμυνας στο βόρειο και κεντρικό Αιγαίο. Η ιστορική πορεία του νησιού και η συμβολική του θέση ανάμεσα στις περιοχές με ελληνικό χρώμα συνιστούσε έναν ακόμα λόγο για μια λυσσαλέα άμυνα από την πλευρά του Ζιχνή και καμιά διάθεση για παράδοση του νησιού. Ουσιαστικά μόνο η Χίος και τα Ιωάννινα ταλαιπώρησαν για τόσο μακρό διάστημα τον ελληνικό στρατό και πίσω από τις μάχες εξελίχθηκε ένα παράλληλο και πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι στρατηγικής και διπλωματίας.

Οι Ελληνικές δυνάμεις, μετά την απόβαση τους στο Κοντάρι, προχωρούν στην κατάληψη της Χώρας μόλις το πρωί της επομένης 12ης Νοεμβρίου δίνοντας την ευκαιρία στους μάχιμους Οθωμανούς να αποχωρήσουν και στους Έλληνες να ετοιμάσουν μια θερμή και συγκινητική υποδοχή. Είναι σημαντικό ότι περιορίστηκαν οι συγκρούσεις αλλά και οι βιαιοπραγίες εντός της πόλης, ώστε να μη βλαφτεί ο πληθυσμός και από τις δυο πλευρές, δεδομένου ότι το Κάστρο, δίπλα στο λιμάνι, κατοικούνταν εξ’ ολοκλήρου από μουσουλμάνους. Τα οθωμανικά στρατεύματα οργανώνουν την άμυνα τους στα κεντρικά και ορεινά του νησιού, ενώ οι ελληνικές δυνάμεις κηρύττουν επίσημα τη Στρατιωτική Κατοχή της νήσου Χίου με Διοικητή τον Νικόλαο Δελαγραμμάτικα.

Για την ολοκλήρωση της κατάληψης του νησιού χρειάστηκε περισσότερος από ένας μήνας, η ενίσχυση του στρατού, κυρίως με εθελοντές, και η συστράτευση του ντόπιου –χριστιανικού - πληθυσμού. Με τη δεδομένη ισορροπία δυνάμεων η στάση του ντόπιου πληθυσμού είχε αποφασιστική σημασία. Από τους ξένους εθελοντές τις πιο μαχητικές ομάδες αποτελούσαν οι Ικάριοι και οι Κρήτες. Οι ντόπιοι οργανώθηκαν κυρίως κοντά σε περιοχές που οι τοπικές μάχες είχαν αποφασιστική σημασία για τον έλεγχο των χωριών τους, όπως στο Βροντάδο, στα Καρδάμυλα και στη Βολισσό. Η οργάνωση αντάρτικων σωμάτων και η κοινή δράση με το στρατό απέτρεψε τη διέξοδο των Οθωμανών προς τη θάλασσα και την κατάληψη, ιδιαίτερα, των Καρδαμύλων, που θα ανέτρεπε το σκηνικό του αποκλεισμού τους στο εσωτερικό του νησιού. Χωρίς ελπίδα ενισχύσεων μετά και τη νίκη του Ελληνικού στόλου στη ναυμαχία της «Έλλης» στις 3-12-1912, η αντίσταση των Οθωμανών είχε ως βασικό στόχο την καθυστέρηση της ολοκληρωτικής κατάκτησης του νησιού μέχρι την υπογραφή ανακωχής.

Η τελική νίκη, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1912, προλαβαίνει κατά πολύ το τέλος του Βαλκανικού πολέμου που προέκυψε την Άνοιξη του 1913. Στις 21 Δεκεμβρίου, μετά από την τελευταία συντονισμένη σε όλα τα μέτωπα διήμερη επίθεση των ελληνικών στρατευμάτων, οι Οθωμανοί παραδίδονται χωρίς ουσιαστικούς όρους πέρα από τον σεβασμό της τιμής των αξιωματικών. Οι σχεδόν 2.000 αιχμάλωτοι μεταφέρονται σε ασφάλεια στην Παλαιά Ελλάδα και η Χίος κλείνει, μαζί με το 1912, οριστικά το κεφάλαιο της Οθωμανικής κυριαρχίας που κράτησε 346 χρόνια.

Μετά την ολοκληρωτική στρατιωτική κατάληψη της Χίου το παιχνίδι μεταφέρεται στο διπλωματικό πεδίο, όπου η Ελλάδα δεν έχει τον αποφασιστικό λόγο. Η οθωμανική πλευρά δεν αποδέχεται την ενσωμάτωση στην Ελλάδα των νησιών συνολικά και ιδιαίτερα της Χίου. Άλλωστε ο αποφασιστικός παράγοντας για την όποια ρύθμιση παραμένουν οι ισορροπίες μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες αντιλαμβάνονται τα νησιά απλώς ως κομμάτι του συστήματος ελέγχου των Στενών και του διάπλου από τη Μαύρη Θάλασσα στη Μεσόγειο. Η λύση που δίνεται από την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη των Μεγάλων Δυνάμεων μετά και το Β' Βαλκανικό Πόλεμο (Φεβρουάριο του 1914), είναι να διατηρήσει η Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου, εκτός της Ίμβρου και της Τενέδου, και να αποσύρει τα στρατεύματα της από τη Βόρεια Ήπειρο. Η άρνηση της Οθωμανικής Πύλης να αποδεχτεί μια τέτοια ρύθμιση οδηγεί σε ένα ενδιάμεσο καθεστώς de facto ενσωμάτωσης των νησιών στην Ελληνική επικράτεια.

Στη Λωζάννη τελικά στο πλαίσιο της ομώνυμης Συνθήκης (24-7-1923) δίνεται οριστική λύση με την πλήρη αποδοχή από την κεμαλική Τουρκική Δημοκρατία της ενσωμάτωσης των νησιών μας (εκτός της Ίμβρου και της Τενέδου) στο ελληνικό κράτος.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν αποδέχθηκε ποτέ την απελευθέρωση της Χίου.