Πολιτισμός

21/5/19 13:08

τελ. ενημ.: 21/5/19 13:16

Στη Χίο θα μεταφερθεί η στάχτη του Δημήτρη Γκόγκου!

Ο άνθρωπος που αθόρυβα, αλλά αποτελεσματικά, μέσω του «Νέου Κόσμου», συνέβαλε στο να κερδίσουν πολλά δικαιώματα οι Έλληνες μετανάστες της Αυστραλίας και να αλλάξει προς το καλύτερο η παροικία μας

Το (ελληνικό) καλοκαίρι του 2006 ήταν αξέχαστο από κάθε άποψη! Ο κυριότερος λόγος, όμως, ήταν οι μέρες που περάσαμε με τον Δημήτρη Γκόγκο και τον Μπάμπη Σταυρόπουλο στη Χίο. Με έδρα το σπίτι μου, στον Εγρηγόρο, «οργώσαμε» ολόκληρο το νησί και τις θάλασσές του και ζήσαμε μοναδικές στιγμές και εμπειρίες.

Μαζί με τον Μπάμπη είχαμε συμφωνήσει σιωπηλά να κάνουμε ό,τι ήταν δυνατόν για να περάσει όσο πιο καλά γινόταν στο νησί ο Τάκης. Νομίζω ότι τα καταφέραμε και κάναμε πολύ καλά.

Αυτό ήταν το τελευταίο ταξίδι του Δημήτρη Γκόγκου στο νησί που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Τώρα θα επιστρέψει εκεί ως… στάχτη, πλέον, αφού αυτή ήταν και η επιθυμία του.

Από τη Δευτέρα το μεσημέρι που μάθαμε τα θλιβερά μαντάτα για τον θάνατό του, κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο, περνούν μέσα από το μυαλό μου, σαν κινηματογραφική ταινία, τα όσα ζήσαμε μαζί τα τελευταία 40 χρόνια. Και ήταν τόσα πολλά…

Τον γνώρισα το 1979 όταν ο «Νέος Κόσμος» αγόρασε τη «Νέα Ελλάδα» που έβγαζε ο Δημήτρης Παπαγεωργίου.

Μαζί με την εφημερίδα πήρε και μέρος του προσωπικού της. Τον Δημήτρη, τον Σπύρο Μεταλλινό (πέθανε πέρυσι) κι εμένα…

Ο Τάκης Γκόγκος εμένα με πήρε κυρίως γιατί θεωρούσε ότι ήμουν καλός στις διαφημίσεις! Μου έδωσε δικό μου προσωπικό γραφείο και ιδιωτική τηλεφωνική γραμμή (μιλάμε για το… 1979) και δεν τον… διέψευσα!

Του έφερνα πολλές διαφημίσεις στην εφημερίδα, παράλληλα με τα δημοσιογραφικά μου καθήκοντα, και αυτό το… εκτίμησε!

Γίναμε φίλοι και μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.

Όταν για ένα διάστημα πήγα να εργαστώ στην Ελλάδα, συνέχισα την συνεργασία μου με το «Νέο Κόσμο» και ο Τάκης με πίεσε να επιστρέψω.

Ενέδωσα μόνο όταν προσλήφθηκα ως συντονιστής του Ελληνικού Προγράμματος του 3ΕΑ (νυν SBS).

Αρχικά, μου έδωσε το σπίτι του για να μένω (ένα πανέμορφο διαμέρισμα στη St Kilda) που έβλεπε όλο τον κόλπο του Port Philip και το αυτοκίνητό του.

Περνούσα «ζωή και κότα» τότε αλλά γρήγορα ήρθαν τα «μαύρα σύννεφα»! Για λόγους που δεν κατάλαβα ποτέ μου, οι συνέταιροί του, Νώντας Πεζάρος και Χρήστος Μουρίκης, μαζί με τον Σπύρο Πολίτη, αποφάσισαν να βγάλουν ένα περιοδικό, την «Παροικία» με επικεφαλής τον Μπάμπη.

Ο Γκόγκος έβγαλε ένα άλλο περιοδικό «Το Νέο», με επικεφαλής εμένα… Αν και ξεκινήσαμε καλά, στο τέλος η «Παροικία» μας ξεπέρασε, αλλά εγώ περνούσα υπέροχα… Έκανα ό,τι ήθελα αλλά δούλευα και σκληρά…

Κάποια στιγμή οι συνέταιροι τα βρήκαν, τα περιοδικά έκλεισαν και επιστρέψαμε όλοι στον «Νέο Κόσμο». Η ηρεμία, όμως, δεν κράτησε για πολύ…

Ο Τάκης είχε δυο επιλογές: ‘Η να αγοράσει το μερίδιο του Πεζάρου ή να πουλήσει το δικό του. Την ίδια στιγμή έβγαζε και την εφημερίδα «Ο Κόσμος» στο Σίδνεϊ (με επικεφαλής τον Γιώργο Μεσσάρη) καθώς και τον «Χρυσό Οδηγό» και με απασχολούσε και εκεί

Όταν τον ρώτησα γιατί δεν πουλάει το μερδικό του μου είπε: «Μα ο “Νέος Κόσμος” είναι η ζωή μου!».

Και έτσι αγόρασε το μερίδιο του Πεζάρου. Λίγα χρόνια αργότερα χρειάστηκε να αγοράσει και το μερίδιο του Χρήστου Μουρίκη. Δεν είχε, όμως, αρκετά χρήματα και η τράπεζα δεν του δάνειζε όσα χρειαζόταν..

Τότε εργαζόμουν με πλήρη απασχόληση στην SBS. Μου πρότεινε να παραιτηθώ και να αναλάβω την εφημερίδα. Δυσκολευόμουν… Ευτυχώς, από τη δύσκολη θέση με έβγαλε η SBS. Η υπηρεσία αποφάσισε (μετά από πίεση παροικιακών παραγόντων) ότι ήταν ασυμβίβαστο να είμαι και στην SBS και σε εφημερίδα (το ίδιο έγινε και με άλλους συναδέλφους) και με απέλυσαν! Μου έδωσαν και μια αποζημίωση την οποία… δάνεισα στον Γκόγκο για την αγορά των μετοχών του Μουρίκη.

Δανείστηκε ακόμα από τον γαμπρό του τον Ανδρέα Σκρινή και φίλους του. Μόνο και μόνο για να μην χάσει τον «Νέο Κόσμο».
Οι αντίπαλοί του «οργίαζαν» διαδίδοντας ότι η Αρχιεπισκοπή εξαγόρασε τον «Νέο Κόσμο». Πού να ήξεραν….

Ο θάνατός του, σίγουρα, αφήνει ένα μεγάλο κενό και σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής.
Για μένα ο Τάκης δεν ήταν απλώς ο εργοδότης μου. Ήταν ένας καλός φίλος. Ζήσαμε μαζί αλησμόνητες στιγμές που δεν περιορίζονταν στον εργασιακό χώρο μόνο. Είχαμε οικογενειακές σχέσεις, κάναμε ταξίδια στην Ελλάδα, μοιραζόμασταν τα πάντα.

Ο «Νέος Κόσμος» παραμένει μια εφημερίδα που από το ξεκίνημά της έως σήμερα δεν περιορίστηκε μόνο στο δημοσιογραφικό της ρόλο και ίσως αυτό να εξηγεί την άρρηκτη σχέση με το κοινό της. Και αυτό το οφείλει σε ένα μεγάλο βαθμό στον Δημήτρη Γκογκο. Στη δεκαετία του ’60 έφτανε στο σημείο να οργανώνει μέχρι και συσσίτια για τους άνεργους Έλληνες μετανάστες. Επίσης, πρωτοστάτησε στους αγώνες για τα εθνικά μας θέματα και δεν είναι τυχαίες οι φιλελληνικές θέσεις όλων των αυστραλιανών κυβερνήσεων. Είχε ιδιαίτερα έντονη αντιδικτατορική δράση και, εκτός των άλλων, συνέβαλε στο να περιοδεύσουν τότε στην Αυστραλία οι Ανδρέας Παπανδρέου, Μίκης Θεοδωράκης και άλλοι αντιστασιακοί.

Αργότερα, πρωτοστάτησε στη δημιουργία Έδρας Νεοελληνικών στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης, αλλά –κυρίως- στην καθιέρωση του πολυπολιτισμού.
Το Εργατικό Κόμμα, μετά την άνοδο του Γκοφ Ουίτλαμ στην εξουσία το 1972, υιοθέτησε πολλές από τις προτάσεις του «Νέου Κόσμου» για την καθιέρωση του πολυπολιτισμού. Πολιτικές που συνέχισε και ενδυνάμωσε αργότερα ο Φιλελεύθερος Μάλκολμ Φρέιζερ. Η άρση της απαγόρευσης πολιτογράφησης Αυστραλών πολιτών σε μετανάστες που ανέπτυσσαν πολιτική δραστηριότητα, η μεταφορά συντάξεων στο εξωτερικό, η δημιουργία της SBS, αλλά και η χρηματοδότηση των μεταναστευτικών σχολείων, ήταν μερικές από τις καμπάνιες του «Νέου Κόσμου» που είχαν επιτυχία. Και δεν είναι τυχαίο που η πρώτη άδεια του ραδιοφωνικού σταθμού 3ΕΑ (ήταν το ξεκίνημα της SBS) εκδόθηκε στο όνομα του Δημήτρη Γκόγκου.

Μετά τα χρόνια της μαζικής μεταπολεμικής μετανάστευσης δημιουργήθηκαν όμως και άλλες ανάγκες. Συνέβαλε στη δημιουργία της «Πρόνοιας» από όπου στη συνέχεια δημιουργήθηκε και η «Φροντίδα» οι πρώτοι έρανοι της οποίας γίνονταν στα γραφεία μας. Και έτσι φτιάχτηκαν και τα πρώτα γηροκομεία.

Ο «Νέος Κόσμος» συμμετείχε στη δημιουργία της «Ελληνικής Εβδομάδας» και, αργότερα, του Φεστιβάλ «Αντίποδες».

Θα πρέπει, όμως, να πούμε ότι πρώτος της εκδότης ήταν ο Δημήτρης Γκόγκος αλλά στην καθιέρωση και ανάπτυξη της εφημερίδας συνέβαλε ο πρώτος της αρχισυντάκτης και συνέταιρος, Νώντας Πεζάρος, καθώς και ο άλλος συνέταιρος Χρήστος Μουρίκης και τα εκατοντάδες άτομα που εργάστηκαν όλα αυτά τα χρόνια για την εφημερίδα.

Τη διεύθυνση της εφημερίδας έχει αναλάβει εδώ και χρόνια ο γιος του Δημήτρη Γκόγκου, ο Χριστόφορος Γκόγκος, Ελληνοαυστραλός δεύτερης γενιάς. Τα άλλα δυο παιδιά του είναι ο Γιώργος και η Τάνια.

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΟΓΚΟ

Ο Δημήτρης Γκόγκος, γεννήθηκε στη Χίο το 1931 από Μικρασιάτες γονείς. Και από συντάκτης της «Πρωίας» Χίου, στα τέλη της δεκαετίας του ’40, έφτασε να εκδίδει (μαζί με τους συνεταίρους του) στην Αυστραλία τον «Νέο Κόσμο». Αργότερα, όπως ανέφερα, αγόρασαν και τη «Νέα Ελλάδα» που στη συνέχεια έγινε «Νέος Κόσμος». Ο Τάκης Γκόγκος υπήρξε, επίσης, εκδότης της εφημερίδας «Κόσμος» του Σίδνεϊ, την οποία πούλησε, της εφημερίδας «Ελληνική Φωνή», του περιοδικού «Το Νέο», του «Χρυσού Οδηγού», αλλά και ιδιοκτήτης ραδιοφωνικού σταθμού και τηλεοπτικός παραγωγός στο κανάλι 31. Μαζί του συνεργάστηκα σε όλα αυτά τα μέσα με εξαίρεση την εφημερίδα «Ελληνική Φωνή».

Ο Τάκης Γκόγκος, φοίτησε στο Γυμνάσιο Αρρένων Χίου όπου και ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του καριέρα ως μέλος της συντακτικής επιτροπής του γυμνασιακού περιοδικού «Σφίγγα». Ο ίδιος θυμόταν ότι κάποτε έγραψε ένα άρθρο στη «Σφίγγα» για τον Μαχάτμα Γκάντι και επειδή τον χαρακτήρισε «σοσιαλιστή», όχι μόνο αποβλήθηκε, αλλά επιδιώχθηκε να μην του επιτρέψει να φοιτήσει σε κανένα γυμνάσιο του νησιού! «Ήταν ιδιαίτερα δύσκολα τα χρόνια εκείνα και δεν απολαμβάναμε τις ελευθερίες που απολαμβάνουν οι σημερινοί νέοι» έλεγε ο κ. Γκόγκος.

Μαθητής γυμνασίου άρχισε να δημοσιογραφεί και στην «Πρωία» του Νίκου Χαρακιάδη που είχε και δικό του τυπογραφείο. «Θυμάμαι», έλεγε «ότι τα μέσα που διαθέταμε ήταν ελάχιστα. Όχι μόνο δεν είχαμε ίντερνετ και τέλεξ, αλλά ούτε καν ραδιόφωνο. Ξύπναγα από τα μαύρα μεσάνυχτα, πριν πάω στο γυμνάσιο και πήγαινα στο Βουνάκι (στην πλατεία της Χίου) σ’ ένα ζαχαροπλαστείο που διέθετε και… ραδιόφωνο. Εκεί άκουγα τις ειδήσεις, κρατούσα σημειώσεις και έκανα ρεπορτάζ. Μερικές φορές, λόγω παρασίτων, άκουγα λίγες λέξεις, χρησιμοποιούσα τη φαντασία μου και τα υπόλοιπα τα συμπλήρωνα εγώ». (Κάπως έτσι γράφαμε αργότερα και εμείς τις ειδήσεις από την Ελλάδα στο «Νέο Κόσμο»).

Ο κ. Γκόγκος θυμόταν ότι όταν άρχισε να εργάζεται στην «Πρωία» η εφημερίδα ήταν «Φιλελευθέρων Αρχών». «Μια μέρα», έλεγε, «καθώς πηγαίναμε στα γραφεία μαζί με τον Λευτέρη Χαβιάρα, μεγαλύτερό μου, συντάκτη, που αργότερα έγινε δικηγόρος, πήραμε το φύλλο της εφημερίδας στα χέρια και πάθαμε σοκ! Από «Φιλελευθέρων Αρχών» έγινε «Εφημερίς Εθνικοφρόνων Αρχών». Πλησίαζαν εκλογές τότε και ο εκδότης, που θα είχε τους λόγους του, αποφάσισε να αλλάξει στρατόπεδο και να υποστηρίξει το κόμμα του Τσαλδάρη. Εμείς, διαμαρτυρόμενοι, κατήλθαμε σε απεργία…».

Νωρίς ο Δημήτρης Γκόγκος, όπως εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες νέοι εκείνης της εποχής διαπίστωσε ότι η μετανάστευση ήταν η μόνη «διέξοδος» στα αδιέξοδα της μετεμφυλιακής Ελλάδας… Έτσι με βαριά καρδιά αποφάσισε να δεχθεί μια πρόσκληση του θείου του, που ήταν εγκατεστημένος στη Μελβούρνη της Αυστραλίας και να μεταναστεύσει. Στην Αυστραλία της μαζικής, μεταπολεμικής μετανάστευσης, ο Δημήτρης Γκόγκος πέρασε από όλα εκείνα τα στάδια που πέρασαν οι μετανάστες εκείνης της εποχής. Εργασία σε βαριές βιομηχανίες (για πολύ λίγο είναι η αλήθεια), αδικίες, ρατσισμός, μοναξιά. κακουχίες… Ανήσυχος και έντονα πολιτικοποιημένος, ο Δημήτρης Γκόγκος νωρίς-νωρίς συνειδητοποίησε ότι δεν τον ενδιέφεραν «τα πλούτη και η δόξα», αλλά ο αγώνας για ένα καλύτερο αύριο όλων και, κυρίως, των Ελλήνων μεταναστών που έφταναν κατά καραβιές στα λιμάνια της Αυστραλίας. Εντάχθηκε σε προοδευτικές οργανώσεις και συνέχισε, παράλληλα με τους αγώνες τους κατά των διακρίσεων σε βάρος των μεταναστών και τη δημοσιογραφική του πορεία ξεκινώντας το 1951, από τον «Αυστραλοέλληνα» του Γ. Τόλη. Λίγο αργότερα ήρθε ο «Νέος Κόσμος».

Ο Τάκης Γκόγκος έπασχε από άνοια τα τελευταία χρόνια. Ήταν ακόμα καλά όμως όταν παρέδωσε την σκυτάλη στο γιο του Χριστόφορο Γκόγκο και έως πρόσφατα ερχόταν πότε-πότε στα γραφεία μας.

Για τελευταία φορά τον είδα την περασμένη Πέμπτη στο σπίτι του. Δεν φαινόταν καλά… Λίγο αργότερα όταν έμαθα για το θάνατο του Μπομπ Χόουκ διαισθάνθηκα πιο έντονα ότι το τέλος και του Τάκη πλησιάζει…

Τη Δευτέρα με πληροφόρησε ο γιος του Χριστόφορος ότι έκλεισε οριστικά τα μάτια του.

Αλλά, όπως παρατήρησε και η συνάδελφος Βίβιαν Μόρρις, «υπάρχει ο Νέος Κόσμος, άρα ζει».

Αναδημοσίευση ο Νέος Κόσμος 

 

Δείτε επίσης

Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση
Διαφήμιση